Ο Κομμουνισμός Είναι η Υλική Ανθρώπινη Κοινότητα: Ο Αμαντέο Μπορντίγκα Σήμερα – Λόρεν Γκόλντνερ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΠερισσότερα... »
28 Θέσεις για την Ταξική Κοινωνία – Φίλες και Φίλοι της Αταξικής Κοινωνίας
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΠρωτοχρονιάτικες ευχές του Λέοντα Τρότσκι - 1-3 Γενάρη 2010
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΠερισσότερα... »
ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΙ ΟΜΙΛΟΙ
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση«Οι αγώνες για την κοινωνία του μέλλοντος είναι απαραίτητο να φωτίζονται από την θεωρητική προτρέχουσα σύλληψή της, ώστε να μην είναι τυφλοί ή κοντόφθαλμοι, αλλά συνειδητοί και εμπνευσμένοι.»
Β.Α.Βαζιούλιν
Η μαρξιστική φιλοσοφία ήταν η πρώτη που έθεσε ουσιαστικά το ζήτημα της διαλεκτικής της θεωρίας με την πράξη, ήταν η πρώτη φιλοσοφία που είχε στόχο όχι μόνο να εξηγήσει τον κόσμο μα και να τον αλλάξει. Το συγκεκριμένο ζήτημα που αποτελεί βασική πτυχή του γνωσεολογικού προβλήματος της φιλοσοφίας (δηλαδή του ζητήματος αν, κατά πόσο και πώς η νόηση μπορεί να γνωρίσει το Είναι) απασχόλησε σε όλες τις μετέπειτα ιστορικές περιόδους τα επαναστατικά κινήματα που είχαν αναφορά στο μαρξισμό και είναι ιδιαίτερα επίκαιρο και στη σημερινή περίοδο της κυριαρχίας της αστικής αντεπανάστασης
Στόχος του συγκεκριμένου άρθρου είναι η παρουσίαση των βασικών θέσεων του μαρξισμού στο συγκεκριμένο ζήτημα τόσο από την άποψη της φιλοσοφίας όσο και από την άποψη της κοινωνικής θεωρίας, καθώς και μια κριτική προσέγγιση στη σημερινή αντιμετώπιση του ζητήματος από τα κόμματα της ελληνικής επαναστατικής αριστεράς. Τέλος επιχειρείται και μία προσέγγιση στο ποια πρέπει να είναι η στάση και ο ρόλος ενός επαναστάτη στις μέρες μας.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.
Το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας κατά τη φάση της διαμόρφωσής της, όπως αυτό αναλύθηκε από τους Marx και Engels, συνίσταται στο ερώτημα τι είναι πρωταρχικό η Ύλη ή το Πνεύμα. Η απάντηση του μαρξισμού ως υλιστικής φιλοσοφίας, στο συγκεκριμένο ερώτημα, είναι ότι η αντικειμενική πραγματικότητα, η Ύλη, υπάρχει πριν και έξω από την συνείδηση, το Πνεύμα κάτι που σε γνωσιολογικό επίπεδο θέτει το ζήτημα της ταυτότητας της νόησης με το Είναι, δηλαδή αν η νόηση μπορεί να αντιλαμβάνεται αληθινά υπαρκτά χαρακτηριστικά αυτής της αντικειμενικής πραγματικότητας ή όχι. Ως γνωστόν η επαφή του ανθρώπου με το γύρω του κόσμο γίνεται πρωταρχικά με τα αισθητήρια όργανα, με τις αισθήσεις. Τα σύγχρονα δεδομένα των επιστημών, κυρίως της νευροφυσιολογίας, μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες για το πώς λειτουργούν οι αισθήσεις μας. Ας πάρουμε για παράδειγμα την όσφρηση: η διέγερση των οσφρητικών υποδοχέων, που βρίσκονται στα οσφρητικά κύτταρα που καλύπτουν τον οσφρητικό βλεννογόνο μέσα στη μύτη, γίνεται μέσω χημικών ερεθισμάτων από το περιβάλλον. Ανάλογα με το ερέθισμα υπάρχει μια πολλή μεγάλη ποικιλία υποδοχέων (είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν περίπου 1000 γονίδια, που σχετίζονται με την όσφρηση, ενώ οι διαφορετικές οσμές που μπορεί να διακρίνει ο άνθρωπος ανέρχονται σε περίπου 10000) που διεγείρονται (έτσι για παράδειγμα είναι διαφορετικοί οι υποδοχείς που διεγείρονται από το άρωμα ενός τριαντάφυλλου και διαφορετικοί αυτοί που διεγείρονται από τη μυρωδιά ενός φαγητού). Η διέγερση του υποδοχέα (που γίνεται με τη σύνδεση μορίων του αέρα σ’ αυτόν) προκαλεί στη συνέχεια τη δημιουργία ενός ηλεκτρικού κύματος που μέσα από μια σειρά συνάψεων μεταξύ νευρικών κυττάρων φτάνει στον οσφρητικό βολβό, την κύρια οσφρητική περιοχή του εγκεφάλου, αλλά και σε άλλες περιοχές του εγκεφάλου, όπου γίνεται η ολοκλήρωση της πληροφορίας. Έτσι η διέγερση των υποδοχέων από τα μόρια της ατμόσφαιρας ενεργοποιεί ένα ολόκληρο νευρικό κύκλωμα, επιτρέποντάς μας να ενσωματώνουμε τις οσμές στις αναμνήσεις μας. Το όλο σύστημα μεταφοράς και ολοκλήρωσης της οσφρητικής πληροφορίας (από τον υποδοχέα μέχρι την ολοκλήρωση στα ανώτερα εγκεφαλικά κέντρα) δε δέχεται απλώς παθητικά την επίδραση του περιβάλλοντος αλλά υπάρχει ως ενεργητική δομή που παίζει ρόλο τόσο στην πρόσληψη όσο και στην επεξεργασία της πληροφορίας (μέσα από διάφορους μηχανισμούς) με αποτέλεσμα το ίδιο ερέθισμα να μην ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο από κάθε άνθρωπο. Έτσι τελικά μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία παράγεται η υποκειμενική αντίληψη της συγκεκριμένης οσμής, μυρωδιάς που αντικειμενικά αντιστοιχεί σε συγκεκριμένα χημικά μόρια του περιβάλλοντος. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες αισθήσεις (π.χ. στην περίπτωση της όρασης αυτό που αντικειμενικά είναι ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία βιώνεται ως χρώμα και παράσταση). Επομένως γίνεται κατανοητό ότι τα αισθητήρια όργανα δέχονται ερεθίσματα από το περιβάλλον στα οποία αντιδρούν με αποτέλεσμα η ανθρώπινη συνείδηση να αντιλαμβάνεται στοιχεία-χαρακτηριστικά της αντικειμενικής πραγματικότητας. Βέβαια αυτό γίνεται μέσα από μια σειρά μετασχηματισμών (χημική διέγερση, νευρική ώση, ολοκλήρωση στον εγκέφαλο κτλ) και η πρόσληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας γίνεται με υποκειμενικό τρόπο. Όπως σημειώνει ο Ευτ. Μπιτσάκης «το υποκειμενικό αίσθημα είναι λοιπόν ποιοτικά διάφορο από το αρχικό σήμα. Ωστόσο το σήμα είναι η πηγή, η αιτία του, και η διαδικασία μετασχηματισμού είναι αιτιακά καθορισμένη- είναι μια αλυσίδα από αιτιακά καθορισμένες και αλληλεξαρτημένες διαδικασίες. Η εικόνα του αντικειμένου (Σ.Σ. στην περίπτωση της όρασης) δεν υπάρχει σαν τέτοια στον εγκέφαλο. Υπάρχει όμως μια αλλοίωση, μια εγγραφή, ένα υλικό υπόστρωμα διαμορφωμένο από το εξωτερικό σήμα, που μπορεί να την αναπαράγει. Η παράσταση είναι λοιπόν άλλη ως προς το αντικείμενο. Ωστόσο σχετίζεται μαζί του γενετικά, αντιστοιχεί στις ιδιομορφίες του, αποτελεί ένα είδος ¨αντιγράφου¨.» (Μπιτσάκης,1998).
Tα αισθητήρια όργανα εξελίσσονται, αρχικά βιολογικά, προσδίδοντας σταδιακά πλεονεκτήματα στους οργανισμούς και βοηθώντας την καλύτερη προσαρμογή στο περιβάλλον και την καλύτερη κάλυψη των αναγκών τους, και εν συνεχεία κοινωνικά, κατά τη διαδικασία της εργασιακής αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τη φύση και τους άλλους ανθρώπους, (δεν είναι τα ίδια σήμερα με αυτά του πρωτόγονου ανθρώπου) έτσι ώστε να συμβάλλουν στην καλύτερη πρόσληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας και να επιτρέπουν έτσι τον εργασιακό μετασχηματισμό της. Μ΄ αυτή τη λογική ο Marx έλεγε «οι αισθήσεις του κοινωνικού ανθρώπου είναι άλλες από εκείνες του μη κοινωνικού. Μόνο χάρη στον αντικειμενικά ξετυλιγμένο πλούτο της ανθρώπινης ουσίας κατορθώνεται ο πλούτος της υποκειμενικής ανθρώπινης αισθητικότητας, γίνεται ένα μουσικό αυτί, ένα μάτι για την ομορφιά της μορφής, με λίγα λόγια αναπτύσσονται αισθήσεις ικανές για ανθρώπινη απόλαυση, βεβαιώνονται σαν ανθρώπινες ουσιαστικές δυνάμεις... Η μόρφωση των πέντε αισθήσεων είναι έργο όλης της ως τώρα παγκόσμιας ιστορίας.» (Κ. Marx, 1975).
Μέσα από αυτό το πρίσμα η αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπινων αισθητηρίων (και γενικότερα του ανθρώπου ως σύνολο) και περιβάλλοντος υπάγεται μέσα στην έννοια της αντανάκλασης, ως «καθολικής ιδιότητας της αντικειμενικής πραγματικότητας, πλευράς της αλληλεπίδρασης που συνίσταται στη διαφόρων βαθμίδων αναπαραγωγή γνωρισμάτων, δομικών χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων και σχέσεων του αντανακλώμενου αντικειμένου ή διαδικασίας». (Πατέλης,1994-95). Η αντανάκλαση υπάρχει σε διάφορα επίπεδα από τα στοιχεία της μη ζώσας φύσης, τα φυτά και τους απλούστερους οργανισμούς μέχρι και τα ανώτερα είδη έμβιων όντων και τον άνθρωπο, όπου, κυρίως υπό την επίδραση της εργασιακής του δραστηριότητας, παίρνει την ανώτερη μορφή της που είναι η συνείδηση και η αυτοσυνείδηση. Ωστόσο η αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας από τον άνθρωπο δεν είναι μια απλή μηχανική αντανάκλαση, όπως η αντανάκλαση σε έναν καθρέφτη, δεν αναπαράγει την πραγματικότητα «φωτογραφικά, αλλά μέσα από ένα πλέγμα γνωσιακών δομών, ιδεολογίας, συναισθηματικών καταστάσεων κλπ., δηλαδή μέσα από το συνειδησιακό είναι, από το οποίο μορφώνεται, και το οποίο αναδραστικά τροποποιεί και καθορίζει» (Μπιτσάκης,1990). Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η αισθητηριακή αντίληψη (όπως και η νοητική λειτουργία στο σύνολό της) διαμεσολαβείται και από άλλους παράγοντες, ψυχικούς, ιδεολογικούς κτλ. και καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στις οποίες αναπτύσσεται: «οι υλικές-βιολογικές προϋποθέσεις της νόησης δεν αρκούν να καθορίσουν ούτε καν την απλή παράσταση, επειδή δεν υπάρχει ούτε καθαρή αίσθηση, ούτε καθαρή παράσταση, ούτε καθαρό συμβάν και δεδομένο : οι ιδεολογικοί όροι μιας εποχής συνιστούν ένα πλαίσιο αναφοράς και επεξεργασίας και των πιο «απλών» σταδίων της νοητικής λειτουργίας» (Μπιτσάκης, 1998).
Με όλα αυτά γίνεται φανερό ότι η συνείδηση μέσω της (πρακτικής) αλληλεπίδρασής της με τον εξωτερικό κόσμο μπορεί να γνωρίσει πλευρές της αντικειμενικής πραγματικότητας. Κατά το μαρξισμό το πιο σημαντικό κριτήριο αυτής της δυνατότητας, της «κυριαρχικότητας» (κατά τον Engels) της ανθρώπινης νόησης είναι η πράξη. Σύμφωνα με το γνωστό «αφορισμό» του Marx «το ζήτημα αν η ανθρώπινη νόηση μπορεί να κατακτήσει την αντικειμενική αλήθεια δεν είναι ζήτημα θεωρίας αλλά πρακτικό ζήτημα. Στην πράξη πρέπει ο άνθρωπος να αποδείξει την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα και τη δύναμη, το εντεύθεν της νόησής του. Η διαμάχη για την πραγματικότητα ή τη μη πραγματικότητα της απομονωμένης από την πράξη νόησης είναι καθαρά σχολαστικό ζήτημα» (Marx-Engels). Βέβαια το συγκεκριμένο κριτήριο δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει απόλυτα την αλήθεια οποιασδήποτε ανθρώπινης αντίληψης αλλά έχει και αυτό σχετική πάντοτε ισχύ που εξαρτάται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Ωστόσο παρά τη σχετικότητά του το κριτήριο αυτό είναι ταυτόχρονα «τόσο προσδιορισμένο, ώστε να μπορεί κανείς να διεξάγει ανελέητο αγώνα ενάντια σε όλες τις παραλλαγές του ιδεαλισμού και του αγνωστικισμού» (Lenin, 1988).
Είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε ότι όλη η κίνηση της ανθρώπινης νόησης να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα από τις αρχικές αισθητηριακές αντιλήψεις μέχρι τις αφαιρέσεις και τις έννοιες θα πρέπει να νοηθεί στην οργανική της ενότητα με την ανθρώπινη εργασιακή δραστηριότητα. Όπως λέει ο Engels «οι φυσικές επιστήμες, όπως και η φιλοσοφία, αγνόησαν απόλυτα την επίδραση της ανθρώπινης δραστηριότητας πάνω στη σκέψη. Και οι δύο γνωρίζουν από τη μια μεριά μόνο τη φύση κι από την άλλη μόνο τη σκέψη. Κι όμως το πιο ουσιαστικό και άμεσο θεμέλιο της ανθρώπινης σκέψης, είναι ακριβώς ο μετασχηματισμός της φύσης από τον άνθρωπο κι όχι μονάχα η φύση σαν τέτοια και η νόηση του ανθρώπου αναπτύχθηκε μονάχα στο βαθμό που έμαθε να μεταμορφώνει τη φύση» (Engels, 2001a). Η συγκεκριμένη θέση δείχνει ακριβώς ότι «η παραγωγή παράγει όχι μόνο ένα αντικείμενο για το υποκείμενο, αλλά και ένα υποκείμενο για το αντικείμενο» (Marx, 1975). Και μάλιστα όχι μόνο η ανθρώπινη νόηση γεννιέται κατά την εργασία αλλά και στοχεύει στην προτρέχουσα σύλληψη των αποτελεσμάτων της, δηλαδή καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις ανάγκες του πρακτικού μετασχηματισμού κατά την εργασιακή δραστηριότητα . Είναι λοιπόν φανερό ότι η εργασία αλλά και γενικότερα η πρακτική ως «ιδιότυπα ανθρώπινη, συνειδητή, σκοποθετούσα, σκόπιμη και υλική (αισθητηριακά εμπράγματη) δραστηριότητα κατά την οποία το υποκείμενο (ατομικό ή συλλογικό) αφομοιώνει και αλλάζει την αντικειμενική πραγματικότητα (φυσική και κοινωνική)…αποτελεί την αφετηρία, τη βάση, την κινητήρια δύναμη τον τελικό προορισμό (άμεσα ή έμμεσα) και το κριτήριο της αλήθειας της γνώσης. Τροφοδοτεί την επιστήμη με πραγματολογικό-εμπειρικό υλικό, καθορίζει τη διάρθρωση, το αντικειμενικό περιεχόμενο και την κατεύθυνση της ανθρώπινης νόησης» (Πατέλης, 1994-95).
Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι τα αισθητήρια όργανα μας είναι αντικειμενικά περιορισμένα, δεν έχουν τη δυνατότητα να μας πληροφορήσουν για όλα τα συμβαίνοντα γύρω μας. Για παράδειγμα έχουμε τη δυνατότητα να βλέπουμε ένα πολύ μικρό φάσμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, σε σχέση με το σύνολό της, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα ηχητικά κύματα πού αντιλαμβανόμαστε αλλά και για τις υπόλοιπες αισθήσεις. Παρόλα αυτά είναι φανερό σήμερα ότι ο άνθρωπος σε πολλές περιπτώσεις έχει καταφέρει, χάρη στην επιστήμη και την τεχνολογία, να γνωρίσει πράγματα που μόνο με τις αισθήσεις του δεν μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξή τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Engels για τα μυρμήγκια: «τα μυρμήγκια έχουν διαφορετικά μάτια από μας. Βλέπουν τη χημική ακτινοβολία (Σ.Σ, εννοεί την υπεριώδη ακτινοβολία), αλλά όσον αφορά τη γνώση αυτών των ίδιων, των αόρατων για μας ακτίνων, προχωρήσαμε σημαντικά πιο μακριά από τα μυρμήγκια. Και το ίδιο το γεγονός ότι είμαστε ικανοί να αποδείξουμε ότι τα μυρμήγκια βλέπουν αόρατα για μας αντικείμενα, και ότι αυτή η απόδειξη στηρίζεται αποκλειστικά σε παρατηρήσεις που έγιναν με τα δικά μας μάτια, δείχνει πως η ειδική κατασκευή του ανθρώπινου ματιού δεν θέτει απόλυτο όριο για την ανθρώπινη γνώση» (Engels,2001a). Οι αισθήσεις μας λοιπόν δεν αποτελούν αξεπέραστο φραγμό για την αντικειμενική και σε βάθος γνώση του κόσμου αλλά είναι αυτές που ενώνουν την ανθρώπινη συνείδηση μ΄ αυτόν, αποτελώντας την πρώτη βαθμίδα στη διαδικασία της γνώσης.
Η ανθρώπινη νόηση λοιπόν γνωρίζει αντικειμενικές πτυχές της πραγματικότητας αφού τα αισθητηριακά δεδομένα αντανακλούν αυτή την πραγματικότητα, όπως είπαμε. Ωστόσο η φιλοσοφική σκέψη, από την αρχαιότητα ακόμη συνειδητοποίησε ότι τα δεδομένα που μας δίνουν οι αισθήσεις είναι άμεσα και επιφανειακά, είναι μόνο τα φαινόμενα της αντικειμενικής πραγματικότητας και δεν μπορούν καθ΄ εαυτά να μας οδηγήσουν στη σε βάθος γνώση αυτής και των νομοτελειών της. Για παράδειγμα ο Αριστοτέλης είχε διατυπώσει την άποψη ότι «η μεν εμπειρία των καθ’ έκαστόν εστι γνώσις η δε τέχνη των καθόλου» (Αριστοτέλης, 1993). Γίνεται λοιπόν εμφανής η ανάγκη περαιτέρω επεξεργασίας των αισθητηριακών δεδομένων και αναγωγής τους σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αυτό το επίπεδο συνιστούν οι αφηρημένες έννοιες, οι νόμοι, οι κρίσεις, οι συλλογισμοί κτλ. Πριν όμως αναφερθούμε στη συγκεκριμένη κίνηση της νόησης θα πρέπει να αναφερθούμε στα όρια της γνώσης και τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς περιορισμούς της, δηλαδή στη διαλεκτική σχέση σχετικής και απόλυτης αλήθειας.
Για τη μαρξιστική φιλοσοφία η ανθρώπινη νόηση δεν μπορεί να γνωρίσει απόλυτα την αντικειμενική πραγματικότητα, να την αντανακλάσει όπως αυτή ακριβώς είναι. Κι αυτό γιατί υπόκειται τόσο σε αντικειμενικούς όσο και σε υποκειμενικούς περιορισμούς. Όπως λέει ο Engels «η κάθε απεικόνιση του παγκόσμιου συστήματος στη σκέψη παραμένει αντικειμενικά περιορισμένη λόγω της ιστορικής θέσης και υποκειμενικά περιορισμένη λόγω της σωματικής και πνευματικής κατασκευής του δημιουργού της» (Engels,2001b). Καθώς λοιπόν η ύλη, ως φιλοσοφική κατηγορία, είναι άπειρη στο χώρο και στο χρόνο, ενώ αντίθετα η ανθρώπινη νόηση είναι χωροχρονικά-ιστορικά (αντικειμενικά) περιορισμένη, δεν μπορούν να ταυτιστούν απόλυτα. Όταν πρόκειται μάλιστα για γνώση του κοινωνικού Είναι οι αντικειμενικοί-ιστορικοί περιορισμοί της ανθρώπινης νόησης καθορίζονται και «από το χαρακτήρα και το επίπεδο ανάπτυξης του γνωστικού αντικειμένου, από το επίπεδο ανάπτυξης της αντιφατικής σχέσης παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής και συνολικά του ανθρώπινου πολιτισμού» (Πατέλης,1994-95) ενώ σε κάθε περίπτωση σημαντικός παράγοντας είναι και το επίπεδο ανάπτυξης της συγκεκριμένης γνωστικής διαδικασίας (των μεθόδων, των κεκτημένων γνώσεων). Από την άλλη, όπως είπαμε, η ανθρώπινη νόηση δεν είναι απόλυτη-μηχανική αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά υποκειμενική, έμμεση και διαμεσολαβημένη από πολλούς παράγοντες (ιδεολογικούς, ψυχικούς…) αντανάκλαση-διάθλασή της. Όμως ακριβώς αυτή η αντίφαση, που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι «αφ’ ενός να γνωρίσουν το παγκόσμιο σύστημα εξαντλητικά σ’ όλη την αλληλουχία του και, αφετέρου, να μην μπορέσουν ποτέ πλήρως να λύσουν αυτό το πρόβλημα εξαιτίας της δικής τους φύσης, αλλά και εξαιτίας της φύσης του παγκόσμιου συστήματος… είναι και ο κύριος μοχλός όλης της διανοητικής προόδου και λύνεται καθημερινά και διαρκώς στην ατέρμονη προοδευτική εξέλιξη της ανθρωπότητας, ακριβώς όπως, για παράδειγμα, τα μαθηματικά προβλήματα σε μια απειροστή σειρά ή στα ασύμμετρα κλάσματα» (Engels,2001b) . Αυτή ακριβώς η άρνηση του απόλυτου χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώσης δε σημαίνει και απόλυτη άρνηση της δυνατότητας της ανθρώπινης νόησης να «αντανακλάσει» πτυχές της αντικειμενικής πραγματικότητας. Κατά το Lenin «ιστορικά εξαρτημένα είναι τα όρια της προσέγγισης των γνώσεών μας στην αντικειμενική, την απόλυτη αλήθεια, είναι όμως έξω από όρους η ύπαρξη αυτής της αλήθειας, είναι απόλυτο το ότι πλησιάζουμε σ’ αυτήν. Το περίγραμμα της εικόνας είναι ιστορικά εξαρτημένο, είναι όμως απόλυτο το ότι η εικόνα αυτή απεικονίζει ένα μοντέλο που υπάρχει αντικειμενικά» (Lenin,1988). Αναδεικνύεται λοιπόν ως νομοτελειακό το γεγονός ότι κάθε ανθρώπινη θεωρία, κάθε προσπάθεια ιδεατής «αντανάκλασης» της αντικειμενικής πραγματικότητας, συνιστά άλλοτε άλλου βαθμού αντιφατική ενότητα αληθούς, ορθής γνώσης και πλάνης, απόλυτης και σχετικής αλήθειας.
Μέχρι εδώ αναφερθήκαμε στη δυνατότητα της ανθρώπινης νόησης να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα, καθώς και στο σχετικο αλλά και απόλυτο χαρακτήρα της. Όμως προκύπτει το ερώτημα : είναι δυνατόν η ανθρώπινη νόηση να συλλάβει και να αναπαραστήσει την πολλαπλότητα των πτυχών ενός γνωστικού αντικειμένου και αν ναι με ποιον τρόπο, με ποια μέθοδο; Ο K. Marx ήταν ο πρώτος που κατάφερε να πετύχει τη νοητική αναπαράσταση ενός γνωστικού αντικειμένου (της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας), περιγράφοντας και ερμηνεύοντας, στο Κεφάλαιο, την πολλαπλότητα των προσδιορισμών του. Ο ίδιος περιγράφοντας τη μέθοδό του, και ασκώντας κριτική σε αυτή του Hegel, στη Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας (δηλαδή ένα έργο που γράφτηκε πριν το Κεφάλαιο) σημειώνει : «Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο, επειδή είναι σύνθεση πολλαπλών καθορισμών, άρα ενότητα μέσα στη διαφορότητα. Γι’ αυτό το λόγο εμφανίζεται στη νόηση ως προϊόν σύνθεσης, αποτέλεσμα κι όχι αφετηριακό σημείο, παρόλο που είναι το αφετηριακό σημείο της άμεσης όρασης και παράστασης. Η πρώτη διαδικασία ανάγει την πολλαπλότητα της παράστασης σε έναν αφηρημένο καθορισμό. Με τη δεύτερη, οι αφηρημένοι καθορισμοί οδηγούν στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου από το δρόμο της νόησης. Γι’ αυτό το λόγο ο Χέγκελ έπεσε στην πλάνη να δει το πραγματικό ως αποτέλεσμα της νόησης που συγκεντρώνεται στον εαυτό της, εμβαθύνει στον εαυτό της, τίθεται σε κίνηση από τον εαυτό της, ενώ η μέθοδος που συνίσταται στην άνοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, αποτελεί για τη νόηση τον τρόπο για την ιδιοποίηση του συγκεκριμένου, για την αναπαραγωγή του με τη μορφή του νοημένου συγκεκριμένου. Ωστόσο εδώ δε βρίσκεται καθόλου η διαδικασία γέννησης του ίδιου του συγκεκριμένου». Στο συγκεκριμένο χωρίο ο Marx περιγράφει τόσο τη μέθοδο για την ιδιοποίηση της αντικειμενικής πραγματικότητας (που τις κύριες αρχές της πρώτος διατύπωσε ο Hegel) όσο και το κύριο μεθοδολογικό σφάλμα του Hegel. Ωστόσο ο Marx δεν ανέπτυξε τη συγκεκριμένη μέθοδό του παρά μόνο στην εφαρμογή της στην προσπάθεια νοητικής αναπαράστασης της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας στο Κεφάλαιο. Αυτή ήταν η (όπως ονομάστηκε από το Lenin ) Λογική του Κεφαλαίου που έγινε αντικείμενο ερευνών από διάφορους επιστήμονες και φιλοσόφους (Ιλιένκωφ, Ρόζενταλ, Βαζιούλιν κ.α.) στη Σοβιετική Ένωση από τη δεκαετία του ’50 και ύστερα. Όλη αυτή η προσπάθεια είχε σαν αποτέλεσμα την ανακάλυψη και περιγραφή της μεθόδου του Marx, της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, στο έργο του Β.Α. Βαζιούλιν «Η Λογική του Κεφαλαίου».
Η συγκεκριμένη μέθοδος του Karl Marx αποτελεί πλευρά της διαλεκτικής λογικής, που είναι «επιστήμη φιλοσοφικού και μεθοδολογικού χαρακτήρα, αντικείμενο της οποίας είναι η περί του αναπτυσσόμενου αντικειμένου νόηση, η νοητική ανασύσταση του αναπτυσσόμενου οργανικού όλου » (Πατέλης, 1994-95). Κατά τη συγκεκριμένη επιστήμη η όλη κίνηση της νόησης προς τη γνώση ξεκινά από την άμεση, αισθητηριακή αντίληψη της ζωντανής εποπτείας, το στάδιο του αισθητηριακά συγκεκριμένου, όπου δεσπόζει η χαώδης αντίληψη περί του αντικειμένου και κινείται προς όλο και πιο αφηρημένους, απλούστερους προσδιορισμούς, μέχρι να διακριθεί η απλούστερη πλευρά-σχέση του αντικειμένου, το είναι του, πέρα από την οποία το αντικείμενο χάνει την ποιότητά του, την ιδιαιτερότητά του. Στη συγκεκριμένη κίνηση, από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο κυριαρχεί η ανάλυση του αντικειμένου, όμως στην ενότητά της με κάποιες συνθετικές εικασίες περί της ουσίας, ενώ τελικό αποτέλεσμά της, όπως είπαμε, είναι η διάκριση της απλούστερης πλευράς-σχέσης του αντικειμένου. Αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα αποτελεί το αφετηριακό σημείο του επόμενου σταδίου της γνωστικής διαδικασίας, από το αφηρημένο (το απλούστερο) προς το νοητά, πλέον, συγκεκριμένο όπου κύριος στόχος είναι η αποκατάσταση της συνάφειας, της ενότητας, της αλληλεπίδρασης των διαφόρων πλευρών και κυρίως η αποκάλυψη της ουσίας του αντικειμένου. Ενώ στο προηγούμενο στάδιο κυριαρχεί η διάκριση, η διαφορά των πλευρών του αντικειμένου και υπάρχει μόνο η εξωτερική τους συνάφεια (ως πλευρών του ίδιου αντικειμένου) εδώ υπερτερεί η αντανάκλαση της εσωτερικής συνάφειας, της εσωτερικής ενότητάς τους. Εδώ η σύνθεση κυριαρχεί συνυπάρχοντας με την ανάλυση, η διαφορά παρίσταται μέσω της ενότητας, ενώ η ενότητα συνίσταται στην εσωτερική συνάφεια του διαφορετικού. Η ανάβαση από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο γίνεται μέσω της μετάβασης σε όλο και πιο σύνθετες κατηγορίες : από την απλούστερη επιφανειακή σχέση του αντικειμένου, το είναι του, κινούμαστε προς την ουσία του. Από εκεί επιστρέφουμε στην επιφάνεια του αντικειμένου, τώρα όμως την αντιμετωπίζουμε ως εξωτερίκευση της ουσίας του, ως φαινόμενο. Τέλος, η νόηση καταλήγει στην κατηγορία της πραγματικότητας, ως ενότητας ουσίας και φαινομένου. Στην όλη κίνηση της νόησης ισχύει ο νόμος άρνησης της άρνησης. Το πρώτο στάδιο, από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο , αποτελεί την πρώτη άρνηση καθώς το ενιαίο μέσα στην πολλαπλότητά του αντικείμενο της αισθητηριακής αντίληψης διαμελίζεται, κατατεμαχίζεται σε όλο και απλούστερες πλευρές. Στο δεύτερο στάδιο όμως, στην ανάβαση από το αφηρημένο προς το νοητά συγκεκριμένο, έχουμε τη δεύτερη άρνηση, την άρνηση της άρνησης, την αποκατάσταση της ενότητας, της εσωτερικής συνάφειας των διαμελισμένων πλευρών και την επιστροφή στην αρχική συνολική αντίληψη περί του αντικειμένου, τώρα όμως όχι αισθητηριακά, αλλά σε ένα ανώτερο επίπεδο, μέσα από τη νοητική του αναπαράσταση ως όλου.
Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να διακρίνουμε δύο πλευρές-βαθμίδες της ανάπτυξης της ενιαίας, μέσα στη διαδικασία της γνώσης, νόησης, τη διάνοια (γερμ. Verstand) και το λόγο (γερμ. Vernuft). H διάνοια δεσπόζει κατά την κίνηση της νόησης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, όπου έχουμε την πρώτη άρνηση της αισθητηριακής αμεσότητας από τη νόηση και το σχηματισμό αφαιρέσεων-νοητικών μορφών που συνιστούν οριακά την άρνηση της αμεσότητας αυτής που παραμένει το περιεχόμενό τους. Συνεπώς στη διάνοια, που αποτελεί την πρώτη, την ανώριμη βαθμίδα της θεωρητικής (σε διάκριση από την εμπειρική) γνώσης, οι έννοιες (κατηγορίες) προσεγγίζονται ως κατ’ εξοχήν αποφατικά διορισμένες προς τον αντίποδά τους και αναγωγικά ταυτιζόμενες με αυτόν, στη βάση της μη μετασχηματισμένης ολοκληρωτικά από τη νόηση αισθητηριακότητας. Το εσωτερικό προβάλλει εδώ ως άμεσα ταυτόσημο με το εξωτερικό (είτε ως άμεση άρνησή του), το ουσιώδες με το επουσιώδες, η αναγκαιότητα με την τυχαιότητα κλπ. ενώ το γενικό εντοπίζεται από τη διάνοια είτε ως άμεση ταύτιση είτε ως ομοιότητα ουσιαστικά αποκομμένων αντικειμένων, πλευρών. Ο λόγος κυριαρχεί κατά την ανάβαση από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο, προϋποθέτει τη διερεύνηση της υφής των ίδιων των εννοιών, δηλαδή την ανακλαστική, αναστοχαστική νοητική προσέγγιση της ίδιας της νόησης και κατατείνει στην απεικόνιση της εσωτερικής ενότητας της πολλαπλότητας και της πολυμορφίας του αντικειμένου μέσω της νοητικής σύλληψης της ενότητας των πολλαπλών προσδιορισμών του, μέσω της νοητικής (και όχι αισθητηριακής) σύνθεσης των διακεκριμένων από τη διάνοια πλευρών (αφαιρέσεων, σχέσεων κλπ.). Συνιστά δηλαδή τη δεύτερη άρνηση, την άρνηση της απλής άρνησης των αισθητηριακών δεδομένων από τη νόηση ως διάνοια, δηλαδή την άρνηση της άρνησης της αισθητηριακής αμεσότητας στα πλαίσια της νοητικής διαδικασίας. Έτσι η νόηση επανέρχεται κατά κάποιον τρόπο στα αισθητηριακά δεδομένα (απομακρυνόμενη από αυτά), όμως τώρα διαμεσολαβημένα, εμβαθύνοντας διαρκώς στη διάγνωση της ουσίας, του νόμου της εσωτερικής ενότητας των αισθητηριακών δεδομένων, δηλαδή μέσω του νοητά εγνωσμένου συγκεκριμένου, σε μια πορεία κατά την οποία η αντανάκλαση του αντικειμένου γίνεται όλο και πιο διαμεσολαβημένη, όλο και λιγότερο εποπτική, παραστατική και οφθαλμοφανής. Σε αντιδιαστολή με τη βαθμίδα της διάνοιας, όπου ο βαθμός ανάπτυξης των (αφηρημένων) νοητικών μορφών είναι αντιστρόφως ανάλογος του περιεχομένου, ο βαθμός ανάπτυξης των νοητικών μορφών του λόγου είναι ευθέως ανάλογος του περιεκτικού πλούτου των (νοητά πλέον) συγκεκριμένων προσδιορισμών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η νόηση ως λόγος, αίροντας διαλεκτικά τη διάνοια, στοχεύει με την ανάπτυξή της στην πρακτική, στη συνειδητοποίηση της καθολικότητας της μετασχηματιστικής δραστηριότητας, καθώς παρέχει στο υποκείμενο θεωρητικά τεκμηριωμένη διέξοδο στην πρακτική δραστηριότητα. Οι δύο αυτές πλευρές της νόησης, συνυπάρχουν ως αντιφατική ενότητα σε όλη την ενιαία νοητική διαδικασία, ενώ όπως είπαμε αρχικά κυριαρχεί η διάνοια (στην πρώτη κίνηση από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο) και στη συνέχεια ο λόγος (κατά την κίνηση από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο). Η νόηση ως κατ’ εξοχήν διάνοια συνιστά το γνωστικό αντικείμενο της «τυπικής λογικής», ενώ ως λόγος της «διαλεκτικής λογικής».
Βέβαια η κίνηση της νόησης δε γίνεται ανεξάρτητα από το προς εξέταση αντικείμενο αλλά σχετίζεται άμεσα με αυτό και με το βαθμό ανάπτυξής του. Η συσχέτιση μεταξύ της πραγματικής διαδικασίας ανάπτυξης του αντικειμένου, του «οργανικού όλου», και της νοητικής απεικόνισης αυτής της διαδικασίας μέσω της μεθόδου της «ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο» γίνεται μέσω των μεθοδολογικών και φιλοσοφικών κατηγοριών, του ιστορικού και του λογικού. Με την κατηγορία του ιστορικού εξετάζονται τα στάδια ανάπτυξης του πραγματικού οργανικού όλου (προϋποθέσεις εμφάνισης, πρωταρχική εμφάνιση, διαμόρφωση, ωριμότητα), δηλαδή όλη η διαδικασία της εξέλιξης, του «γίγνεσθαι» του. Ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης του οργανικού όλου υπάρχουν και τα αντίστοιχα στάδια της γνωστικής διαδικασίας. Έτσι κατά τη διαδικασία του «γίγνεσθαι» του οργανικού όλου κυριαρχεί η κίνηση της νόησης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο, ενώ υποδεέστερο ρόλο διαδραματίζει η κίνηση από το αφηρημένο προς το νοητά συγκεκριμένο. Αντίθετα, κατά την απεικόνιση του ώριμου οργανικού όλου κυριαρχεί η ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο (που αντανακλά «το παρόν» του αντικειμένου, έτσι ώστε να αντανακλάται και «το παρελθόν», ως ανηρμένη μορφή, αλλά και η ενυπάρχουσα στο παρόν δυναμική του «μέλλοντος»), ενώ η κίνηση από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο μετατρέπεται σε υποδεέστερη, σε ανηρμένη μορφή (υπό τη βασική προϋπόθεση ότι και το γνωστικό υποκείμενο –συλλογικό και ατομικό- έχει επιτύχει την αντίστοιχη νοητική θεωρητική ωριμότητα). Το ώριμο στάδιο ανασυγκροτείται νοητά μέσω των λογικών κατηγοριών (είναι, ουσία, φαινόμενο, πραγματικότητα) και συγκεκριμένα μέσω της κίνησης της νόησης από την επιφάνεια (είναι) στην ουσία, και κυρίως μέσω της κίνησης από την ουσία στο φαινόμενο και την πραγματικότητα. Η δεύτερη κίνηση μάλιστα συνιστά ταυτόχρονη αναπαραγωγή σε «ανηρμένη μορφή» και της «ιστορίας του γίγνεσθαι» του αντικειμένου, του μετασχηματισμού της κληροδοτημένης βάσης από το νέο οργανικό όλο .
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Η σχέση θεωρίας-πράξης που σε συνθήκες κεφαλαιοκρατίας, αλλά και γενικότερα ταξικής κοινωνίας, χαρακτηρίζεται από την αντίθεσή τους, ως αποτέλεσμα του οντολογικού διαχωρισμού ύλης-πνεύματος, του υποδουλωτικού καταμερισμού ανάμεσα στη χειρωνακτική και στην πνευματική εργασία, δεν ήταν πάντοτε η ίδια αλλά μεταβλήθηκε και αυτή κατά την κοινωνική εξέλιξη.
Κατά την πρωταρχική εμφάνιση της κοινωνίας, κατά τη φάση διαμόρφωσης και κυριαρχίας του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος, ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμη «στην αγκαλιά της φύσης», δεν έχει ξεχωρίσει ακόμη από αυτήν, σχετίζεται με τη γη ως προς το «ανόργανο σώμα του» . Διαθέτει κάποια βιολογικά χαρακτηριστικά, ωστόσο, που του δίνουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί κάποια υλικά της φύσης για την ικανοποίηση των αναγκών του, ως μη παραχθέντα, αλλά σε έτοιμη μορφή ευρισκόμενα εργαλεία. Με αυτόν τον τρόπο αρχίζει «μια διαδικασία αμοιβαίου καθορισμού ανάμεσα στο χέρι, και γενικότερα στα σωματικά όργανα, και στο νοητικό όργανο. Η εργασία, δηλ. οι πρακτικές σχέσεις με τη φύση, καθώς και το σύνολο της κοινωνικής πρακτικής, ανάπτυξαν το μυαλό, και η ανάπτυξη του μυαλού έκανε πιο αποτελεσματική την πρακτική δραστηριότητα» (Μπιτσάκης,1998). Έτσι, αρχικά διακρίνεται μια ενιαία πρακτικοθεωρητική δραστηριότητα, ενώ το διανοητικό σύμπαν του ανθρώπου μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εμπειρικό-μυθολογικό» (Μπιτσάκης,1998). Η εμπειρική-αισθητηριακή, μέσα από την άμεση πρακτική επαφή, γνώση του κόσμου συνυπάρχει με τη μυθολογία, με την ύπαρξη θεών οι οποίοι βρίσκονται παντού στη φύση, είναι φυσικά , και όχι αφηρημένα, πνευματικά, υπερφυσικά, όντα Δεν υπάρχει η αντίθεση χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας, ύλης-πνεύματος, επομένως ούτε η αντίθεση θεωρίας-πράξης, καθώς οι κατηγορίες αυτές στην ουσία είναι ανύπαρκτες, υπάρχουν μόνο σ’ αυτή την πρωτόγονη ενότητα τους, ως συνυφασμένες πλευρές της ενιαίας πρωτόγονης πρακτικής-θεωρητικής μετασχηματιστικής δραστηριότητας, υπάρχουν μόνο οι προϋποθέσεις που αργότερα στις κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες θα οδηγήσουν στον εννοιακό διαχωρισμό αλλά και στην αντίθεση τους.
Όλα αυτά αρχίζουν να αλλάζουν, όταν για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, δημιουργείται, με την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, κοινωνικό υπερπροϊόν, όταν δηλαδή εμφανίζεται η υλική προϋπόθεση για το πέρασμα, για μια προνομιούχα κοινωνική ομάδα (πχ. το ιερατείο), στην καθ’ εαυτώ πνευματική εργασία. Έτσι συντελείται σιγά σιγά το πέρασμα από την πρωτόγονη κοινότητα, στις ταξικές κοινωνίες (και συγκεκριμένα στη δουλοκτησία) και εμφανίζεται ο υποδουλωτικός καταμερισμός χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας, και συνακόλουθα ο διαχωρισμός, η αντίθεση θεωρίας-πράξης . Μάλιστα η πρωταρχική εμφάνιση αυτής της αντίθεσης, στη δουλοκτητική κοινωνία, είναι χαρακτηριστική καθώς η κοινωνία χωρίζεται σε δύο ακραία στρώματα-τάξεις στους δούλους που, ως «ομιλούντα εργαλεία», έχουν αναλάβει την καθ’ εαυτώ πρακτική δραστηριότητα, τη χειρωνακτική εργασία, και στους δουλοκτήτες, που έχουν αναλάβει την πνευματική-διανοητική εργασία, ενώ υπάρχει και ένα μεγάλο μέρος ενδιάμεσων στρωμάτων-τάξεων. Αυτή η κυρίαρχη αντίθεση θεωρίας-πράξης διατηρείται καθ’ όλη τη φάση διαμόρφωσης της κοινωνίας, και με το πέρασμα στη φεουδαρχία και εν συνεχεία στον καπιταλισμό. Βέβαια σε κάθε κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό εμφανίζεται και με διαφορετικό τρόπο, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία η αντίθεση αυτή εμφανίζεται στην παραγωγή με την αντίθεση ζωντανής-νεκρής εργασίας και παίρνει την πιο ολοκληρωμένη της μορφή με την «ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο», κατά τη γνωστή έκφραση του K. Marx. Έτσι πραγματοποιείται η υποταγή της χειρωνακτικής στην πνευματική εργασία, της πράξης στη θεωρία. Από την άλλη στην κεφαλαιοκρατία, που συνιστά, όπως κάθε κοινωνικός σχηματισμός, πλέγμα αντιθέσεων, εμφανίζονται και κάποια νέα χαρακτηριστικά, κυρίως ως τάσεις, που δείχνουν τη δυναμική του μέλλοντος στο παρόν. Έτσι, επί ανεπτυγμένης κεφαλαιοκρατίας, εμφανίζεται μια τάση προς νέα ενοποίηση, αυτή τη φορά σε ένα ανώτερο επίπεδο της θεωρίας με την πρακτική. Η επιστήμη (ως πνευματική-θεωρητική κυρίως δραστηριότητα) μετατρέπεται σε άμεση παραγωγική (πρακτική) δύναμη , που παίζει όλο και σπουδαιότερο ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, ενώ η μία «επιστημονική επανάσταση» διαδέχεται την άλλη, επαναστατικοποιώντας συνεχώς και τον ίδιο τον τρόπο παραγωγής (από την άποψη των παραγωγικών δυνάμεων). Βέβαια η συγκεκριμένη πραγματικότητα εμφανίζεται στα πλαίσια των ασφυκτικών σχέσεων παραγωγής της κεφαλαιοκρατίας (σχέσεις κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας), και γι’ αυτό η τάση προς ενοποίηση θεωρίας και πράξης υπάρχει μόνο ως τάση, τη στιγμή που αυτή η ενοποίηση της επιστήμης με την παραγωγή εμφανίζεται με την ανεστραμμένη μορφή της υποταγής της επιστήμης στις πρακτικές-πραγματιστικές ανάγκες του κεφαλαίου. Έτσι η επιστήμη σήμερα δεν αναπτύσσεται, εν πολλοίς, στη βάση της λογικής της αυτοανάπτυξης της, στη βάση της επίλυσης των σύγχρονων θεμελιωδών της αντιφάσεων, αλλά συρόμενη πίσω από τα ιδιοτελή συμφέροντα του κεφαλαίου, πίσω από τις ανάγκες του για υπερκέρδη . Μέσα από όλη αυτή την ιστορική πορεία, αλλά και μέσα από τις τάσεις που διαφαίνονται στη σημερινή αναπτυγμένη κεφαλαιοκρατία, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η εξέλιξη της σχέσης θεωρίας και πράξης, εμφανίζεται ελικοειδής και προβάλλει από την άποψη του κομμουνισμού ως άρνηση της άρνησης, με κατάληξη τη διαλεκτική άρση της αντίθεσης θεωρίας-πράξης, την επιστροφή στην πρωτόγονη ενότητα, τώρα όμως σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου θα κυριαρχεί η ώριμη, ενιαία πρακτικοθεωρητική μετασχηματιστική δραστηριότητα της ανθρωπότητας στη γη, ως «ενιαίο, σκόπιμα μετασχηματισμένο σύνολο» (Βαζιούλιν, 1988), στιγμές της οποίας θα είναι η πλήρης αυτοματοποίηση της παραγωγής (μέσω της «τεχνητής φύσης» και μάλιστα της παραγωγής αυτομάτων από αυτόματα) και η «καθ’ εαυτώ ανθρώπινη», επιστημονική (στα πλαίσια της «καθολικής» επιστήμης, ως ενοποίησης φυσικών-κοινωνικών επιστημών), θεωρητική δραστηριότητα.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Η ιστορική μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας μας αποδεικνύει ότι αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτη κατά το πέρασμα των αιώνων αλλά διήλθε από κάποιους κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός) σε μια εξελικτική πορεία, όπου καθοριστικός παράγοντας, σε τελική ανάλυση, ήταν η διαλεκτική σχέση (κυρίως ως αντίθεση) παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής. Ωστόσο αυτή η αντίληψη για την εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας (χαρακτηριστική της μαρξικής προσέγγισης της ιστορίας) δε συνεπάγεται σε καμία περίπτωση την απολυτοποίηση του συγκεκριμένου παράγοντα, εν είδει κάποιου οικονομικού ντετερμινισμού, που οδηγεί, αυτόματα και ανεξάρτητα από την ανθρώπινη βούληση και πράξη, σε κάποιο τέλος, βάσει κάποιων «ατσάλινων νόμων της ιστορίας». Η αντίληψη του δημιουργικού μαρξισμού (που δεν εγκλωβίζεται στο δίπολο δογματισμού-αναθεωρητισμού) δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπ’ όψιν της και την πράξη του ανθρώπου ως υποκειμένου, που καθορίζει, μέσα βέβαια σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αντικειμενικών, ιστορικών δυνατοτήτων, την κοινωνική εξέλιξη. Ωστόσο του πρακτικού μετασχηματισμού της κοινωνικής πραγματικότητας, προηγείται σε κάθε περίπτωση η θεωρητική σύλληψη (σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον) του συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου και των αντικειμενικών δυνατοτήτων εξέλιξής του, στη βάση των κυρίαρχων αντιφάσεων της εκάστοτε συγκυρίας. Είναι ακριβώς αυτές οι αντιφάσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας που οδηγούν στη θεωρητική αναζήτηση της υπέρβασής τους, και είναι στη συνέχεια ακριβώς αυτή η θεωρητική προτρέχουσα σύλληψη των δυνατοτήτων εξέλιξης του κοινωνικού Είναι που οδηγεί και στις προσπάθειες πρακτικού επαναστατικού μετασχηματισμού της ολοένα και πιο αντιφατικής υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας. Απ’ αυτή την άποψη και με βάση τα όσα ειπώθηκαν προηγουμένως γίνεται κατανοητό ότι η σημασία της θεωρητικής προτρέχουσας σύλληψης των κυρίαρχων αντιφάσεων και τάσεων της κοινωνικής π
Περισσότερα... »
ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΟ ΜΠΑΝΤΙΟΥ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΦαίνεται παράξενο, αν όχι απαράδεκτο, σύμφωνα με το κυρίαρχο πνεύμα των καιρών, να τίθεται έτσι το ζήτημα: πρώτα απ’ όλα μια αναφορά στην Ρωσική Επανάσταση του 1905 συνδέεται πάντοτε με την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και στις μέρες μας το μοτίβο που επαναλαμβάνεται μονότονα είναι ότι «ο κύκλος της Οκτωβριανής Επανάστασης έκλεισε οριστικά» με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 και την ενδόρρηξη της Σοβιετικής Ένωσης το 1991.
Ο ίδιος ο Μπαντιού βρήκε την ερώτηση κάπως «αριστερίστικη» και «υπεραισιόδοξη», τονίζοντας δύο βασικές διαφορές ανάμεσα στην ρωσική εμπειρία του 1905/1917 και την προτεινόμενη αναλογία: ανάμεσα στο 1905 και το 1917 στη Ρωσία μεσολάβησαν μόνο 12 χρόνια κι ένας παγκόσμιος πόλεμος, ενώ τώρα 40 χρόνια μας χωρίζουν από την θύελλα του 1968 χωρίς να υπάρξει και κάποιο κατακλυσμιαίο συμβάν σαν αυτό μιας παγκόσμιας ανάφλεξης.
Αλλά το βασικό σημείο ήταν άλλο και χάθηκε στη συζήτηση αυτή. Προφανώς υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις δύο περιόδους, και μάλιστα αυτές δεν περιορίζονται στο μήκος του χρονικού διαστήματος που χωρίζει την διαδοχή των γεγονότων ή στην παρεμβολή ενός παγκόσμιου πολέμου. Η αναλογία με το 1905, όπως όλες οι αναλογίες, πρέπει να χρησιμοποιείται με πλήρη συνείδηση των ορίων της. Εδώ δεν προβάλλεται σαν μια καθυστερημένη υπεραισιόδοξη ηχώ του παλιού συνθήματος που αντηχούσε παντού, την επαύριον του Μάη του ’68, « ce n’est qu’ un debut, continuons le combat» - δεν είναι παρά η αρχή, ας συνεχίσουμε την μάχη!- όταν πρωτοτέθηκε και η αναλογία ανάμεσα στον Μάη και το 1905. Σήμερα προτείνεται ως γραμμή ενός ερευνητικού προγράμματος ανάλυσης των γεγονότων του 1968, τα οποία δεν έχουν βρει ακόμα, παρά την πάροδο του χρόνου, μια διεξοδική θεωρητική επεξεργασία. Μπορεί να εξαχθούν από το 1968 μαθήματα τόσο ζωτικής σημασίας όσο εκείνα που αντλήσανε οι Ρώσοι επαναστάτες από το 1905; Η
Το 1905 έγινε «η γενική δοκιμή», πρώτα απ’ όλα, γιατί αποκάλυψε την μορφή και την εσωτερική ταξική δυναμική, τις ιστορικές-υλικές κινητήριες δυνάμεις της Ρωσικής Επανάστασης, την σχέση της με την διεθνή κατάσταση, συμπεριλαμβανόμενης και της θεμελιώδους αλλαγής της ίδιας της ιστορικής φύσης της εποχής για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, στο γύρισμα του αιώνα, την είσοδό του, δηλαδή, στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής.
Για πρώτη φορά τα σοβιέτ εμφανίστηκαν ως εργαλεία επαναστατικής πάλης κι αυτο-οργάνωσης των μαζών αλλά και σαν το έμβρυο της δικτατορίας του προλεταριάτου, ξεπερνώντας, σ’ αυτό το σημείο, τους τοπικούς και θεσμικούς περιορισμούς της Κομμούνας του Παρισιού του 1871 κι ερχόμενα σε ρήξη, στην πράξη, με τον αστικό λεγκαλιστικό -κοινοβουλευτικό δημοκρατικό φετιχισμό που κυριαρχούσε στην Δεύτερη Διεθνή πάνω στο ζήτημα του κράτους και της εξουσίας.
Έγινε το εργαστήριο για μια εκ νέου επεξεργασία της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης, μια ξεκάθαρη ρήξη με όλες τις εγκαθιδρυμένες «ορθοδοξίες» της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας.
Ακόμα, ήρθε στο προσκήνιο η πολύπλοκη διαλεκτική των σχέσεων ανάμεσα σε μια εργατική πρωτοπορία οργανωμένη σε πολιτικό κόμμα νέου τύπου, τα σοβιέτ και την επαναστατική κινητοποίηση των εργατικών και αγροτικών μαζών με νευραλγικό κέντρο τα σοβιέτ.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το 1905 δεν ήταν απλώς ο πρόλογος αλλά και το αναντικατάστατο σχολείο της επανάστασης, μια πηγή ζωτικών μαθημάτων για τους επαναστάτες, πρώτα-πρώτα για τον ίδιο τον Λένιν και τον Τρότσκυ. Μπορούμε να δούμε και να πούμε κάτι παρόμοιο για το 1968 και να το αντιμετωπίσουμε ανάλογα;
Με την χρονολογία αυτή δεν παραπέμπουμε μοναχά στα κεντρικά συμβάντα του Μαΐου-Ιουνίου 1968 στη Γαλλία που έδωσαν και το όνομα στην περίοδο συνολικά αλλά σ’ ολόκληρη την διεθνή επαναστατική άνοδο αυτής της τρομερής χρονιάς και σχεδόν μιας ολόκληρης δεκαετίας μέχρι τα τέλη τη δεκαετίας του ’70. Μια επαναστατική πλημμυρίδα που κατακλύζει όλο το πλανήτη, συγχρονισμένα, ταυτόχρονα σε μητροπολιτικά κέντρα και στην περιφέρεια. Μερικές από τις στιγμές της έχουν πραγματικά αλλάξει την μορφή του κόσμου και συνεχίζουμε και σήμερα να ζούμε με τις συνέπειές τους: ο πόλεμος στο Βιετνάμ κι η τολμηρή επίθεση του Τετ, το αντιπολεμικό κίνημα και τα κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων και των Μαύρων Πανθήρων στις ΗΠΑ, το φοιτητικό κίνημα του SDS υπό την χαρισματική ηγεσία του Rudi Dutschke στη Γερμανία, ο γαλλικός Μάης, η εφήμερη «Άνοιξη της Πράγας», η αναταραχή στη Κίνα που ονομάστηκε «Πολιτιστική Επανάσταση», το «θερμό φθινόπωρο» στην Ιταλία, η μαζική κινητοποίηση και σφαγή στη Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Μεξικό, το «Κορντομπάσο» στην Αργεντινή κι όλα τα επαναστατικά κινήματα που συγκλόνισαν την Λατινική Αμερική μια δεκαετία μετά την Κουβανέζικη Επανάσταση, οι αντι-αποικιακοί, αντι-ιμπεριαλιστικοί αγώνες στην Αφρική και την Ασία, η Πορτογαλική Επανάσταση του 1974 και η πτώση των δικτατοριών στη Νότια Ευρώπη, η ήττα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο Βιετνάμ κι η επαναστατική ανατροπή του Σάχη στο Ιράν.
Μπορεί αυτός ο κοσμοϊστορικός τυφώνας να ιδωθεί, όπως υποστηρίζουμε, σαν η «γενική δοκιμή» ενός επόμενου κύματος της παγκόσμιας επανάστασης, σαν αναντικατάστατο σχολείο και θεωρητικό εργαστήριο, ιδιαίτερα όσον αφορά την κοινωνική επανάσταση στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες; Ή, όλα αυτά είναι το ξεπερασμένο αντικείμενο της νοσταλγίας ορισμένων πιστών ή το αντικείμενο του μίσους άλλων, μια εμπειρία του παρελθόντος, ενδιαφέρουσα μεν αλλά ουσιαστικά χωρίς μεγάλη σημασία για την σημερινή χειραφετητική πάλη;
Εάν συμβαίνει το δεύτερο, τότε, γιατί μια τέτοια εμβληματική φυσιογνωμία της σημερινής ευρωπαϊκής καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, ο Σαρκοζύ, να θέτει σαν ρητό στρατηγικό του στόχο το καθήκον «να ξεμπερδεύουμε με τον Μάη του ’68 »;
Οι κινητήριες δυνάμεις του Συμβάντος
Μια πλατιά διαδεδομένη λαθεμένη αντίληψη για το 1968, καθώς αυτό ενέσκηψε μετά από μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής άνθησης, κοινωνικού κράτους, σχεδόν πλήρους απασχόλησης στην Ευρώπη και την Αμερική, είναι ότι επρόκειτο για κεραυνό εν αιθρία χωρίς υλικές αιτίες με ρίζες στις αντιφάσεις της καπιταλιστικής οικονομίας. Η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο: αυτές οι αντιφάσεις αποτέλεσαν τους όρους για την δυνατότητα των συμβάντων και για την αιφνίδια ρήξη της συνέχειας της κοινωνικής-πολιτικής σταθερότητας.
Ο Μάης του ’68 στη Γαλλία κι η διεθνής θύελλα που τον συνόδευσε αποκάλυψαν την εσώτερη δυναμική που λειτουργούσε κάτω από την επιφάνεια της μεταπολεμικής καπιταλιστικής σταθεροποίησης στα πλαίσια του διακανονισμού του Μπρέττον Γουντς, φέρνοντας το τέλος της. Τρεις αλληλένδετες διαδικασίες αποτέλεσαν κινητήριες δυνάμεις της ανόδου του μαζικού κινήματος
1. Η εξάντληση της παρατεταμένης καπιταλιστικής επέκτασης που βασίστηκε σε μέτρα γενικευμένου κεϋνσιανισμού, η ανάδυση μιας χωρίς προηγούμενο κρίσης υπερσσυσώρευσης κεφαλαίου και η κατάρρευση των μηχανισμών ταξικού συμβιβασμού της σχέσης κεφαλαίου/εργασίας που θεσπίστηκαν στο Μπρέττον Γουντς.
2. Ο Ψυχρός Πόλεμος ως σύστημα ελέγχου μιας διαιρεμένης Ευρώπης κι ενός κόσμου που διανεμήθηκε σε ζώνες επιρροής κάτω από την διεθνή τάξη που θεσπίστηκε στη Γιάλτα μεταξύ των Συμμάχων ιμπεριαλιστών και του Κρεμλίνου άρχισε να αγγίζει τα όρια του καθώς οι σταλινικοί γραφειοκρατικοί μηχανισμοί σε Ανατολή και Δύση βυθίζονταν σε μια προχωρημένη κρίση νομιμοποίησης στις λαϊκές μάζες.
3. Ο υπό αμερικανική ηγεμονία ιμπεριαλιστικός έλεγχος του μετα-αποικιακού κόσμου, συνδεμένος πάντα με τον Ψυχρό Πόλεμο κατά του σοβιετικού στρατοπέδου και της Κίνας, κλονίζονταν αμφισβητούμενος σε κέντρο και περιφέρεια.
Ας εξετάσουμε το πρώτο σημείο που αποτελεί και το ενοποιό κέντρο και των τριών διαδικασιών.
Το όλο οικοδόμημα που ανοικοδομήθηκε μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε να καταρρέει μαζί με τον ακρογωνιαίο λίθο του συστήματος του Μπρέττον Γουντς που δεν ήταν άλλη από την σταθερή μετατρεψιμότητα του αμερικανικού δολαρίου σε χρυσό/ Η κρίση της βρετανικής στερλίνας το Νοέμβριο του 1967, η κρίση χρυσού τον Μάρτιο 1968 κι η εισαγωγή της διώροφης αγοράς χρυσού ήταν το προανάκρουσμα της τελικής κατάργησης του μεταπολεμικού νομισματικού συστήματος με τα μέτρα του Νίξον τον Αύγουστο του 1971 και το τερματισμό της σταθερής μετατρεψιμότητας χρυσού-δολαρίου. Το όλο οικοδόμημα του Μπρέττον Γουντς καταρρέει το 1971-73, εξαπολύοντας ένα κύμα ανεξέλεγκτου πληθωρισμού που σύντομα θα συνδυαστεί με την οικονομική στασιμότητα.
Η κατάρρευση του μεταπολεμικού κανόνα χρυσού-δολαρίου δεν ήταν απλώς μια νομισματική κρίση. Η ιστορική σημασία της δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η εγκαθίδρυσή του κανόνα χρυσού-δολαρίου( Gold Exchange Standard) έκφραζε την άνοδο της Αμερικής στη θέση του παγκόσμιου ηγεμόνα και συνάμα έκανε σαφές ότι ήταν αδύνατη πλέον μια επιστροφή στο Κανόνα Χρυσού(Gold Standard), το νομισματικό σύστημα που ρύθμιζε την λειτουργία του καπιταλισμού στην εποχή της ιστορικής του ανόδου ως τρόπου παραγωγής. Με άλλα λόγια η αδυναμία επιστροφής στο νομισματικό σύστημα που επικρατούσε στο πριν το 1914 ιστορικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού ήταν μια αναμφισβήτητη απόδειξη ότι οι βαθύτερες τάσεις που κυριαρχούν στην εποχή της καπιταλιστικής παρακμής ήταν παρούσες κι ενισχύονταν για να οδηγήσουν τελικά στην ανατροπή όλων των φραγμών στην ιστορική εξέλιξη που όρθωνε η παρακμασμένη αστική τάξη. Η καπιταλιστική παρακμή ήταν η κινητήρια δύναμη που παρήγαγε τόσο την παρατεταμένη μεταπολεμική άνθηση όσο και την μετατροπή της στο αντίθετο, σε μια παρατεταμένη κρίση.
Μια παγκόσμια καπιταλιστική κρίση ξεσπά, όπως ο Μαρξ έδειξε, όχι σαν αποτέλεσμα της μίας ή της άλλη θεμελιακής αντίφασης του συστήματος αλλά «ως η πραγματική συγκέντρωση και βίαιη προσαρμογή όλων των αντιφάσεων της αστικής οικονομίας»(η υπογράμμιση δική μας)2. Η κατάρρευση του πλαισίου του Μπρέττον Γουντς προέκυψε από μια κρίση υπερπαραγωγής κεφαλαίου που αύξησε την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, οξύνοντας μια κρίση δυσαναλογιών και τροφοδοτώντας στη συνέχεια μέσω της επακόλουθης αύξησης του πληθωρισμού μια κρίση υποκατανάλωσης.
Στην διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου επέκτασης, οι εσωτερικές αντιφάσεις της αναπαραγωγής του κεφαλαίου συνέχισαν να οξύνονται. Όπως ανέλυσε ο Μαρξ στα Grundrisse, «μέσα στην αστική κοινωνία, γεννιούνται σχέσεις ανταλλαγής και παραγωγής που αποτελούν κυριολεκτικά νάρκες για να την ανατινάξουν σε χίλια κομμάτια.( Μια πολλαπλότητα ανταγωνιστικών μορφών της κοινωνικής οντότητας, ο ανταγωνισμός των οποίων, παρόλα αυτά, δεν μπορεί ποτέ να φτάσει σε έκρηξη μέσα από μια ήσυχη μεταμόρφωση. Από την άλλη μεριά, εάν δεν βρούμε να λανθάνουν μέσα στην κοινωνία όπως αυτή υπάρχει, τους υλικούς όρους παραγωγής και τις αντίστοιχες σχέσεις ανταλλαγής μιας αταξικής κοινωνίας, όλες οι προσπάθειες να την ανατινάξει κανείς στον αέρα α ήταν δονκιχωτικές)».3
Η εξέγερση της νεολαίας και οι μαζικές κινητοποιήσεις τον Μάη του ’68 δεν ήταν μια «δονκιχωτική» έφοδος σε ανεμόμυλους ΄ μέσα στην ιστορική δράση εκδηλώνονταν η απαρχή της έκρηξης των πολλών «ναρκών» μέσα στη μοντέρνα αστική κοινωνία μετά από δεκαετίες σχετικής ταξικής ειρήνης στις μητροπολιτικές χώρες. Η διεθνής διάσταση και συγχρονικότητα των συμβάντων ήταν έκφραση της στενότερης και βαθύτερης αλληλεξάρτησης των ανισομερών εθνικών μερών του όλου που είχε επιτευχθεί με την παγκόσμια συνδυασμένη ανάπτυξη μέσα στα πλαίσια του Μπρέττον Γουντς.
Αντίθετα, «δονκιχωτικές» φαντασιώσεις- αλλά χωρίς την ποιότητα της πλούσιας φαντασίας του ίδιου του Δον Κιχώτη από την Μάντσα- είναι οι αβάσιμες παρερμηνείες των γεγονότων που τους αρνούνται μια υλική βάση μέσα στην αναπαραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου ή που τα θεωρούν σαν μια προσωρινή διαταραχή στο επίπεδο του εποικοδομήματος, σαν «έκφραση δυσφορίας μιας ανικανοποίητης γενιάς νεαρών μικροαστών και αστών», οι οποίοι, στη συνέχεια, μοιραία, ενσωματώθηκαν σε μια «εκσυγχρονισμένη, χάρη και στα δικά τους αιτήματα» ανεπτυγμένη φιλελεύθερη καπιταλιστική κοινωνία.
Ο Μάης του ’68 και η Ιστορία δεν μπορούν να υποβαθμιστούν και να ευτελιστούν σε μια κοινότοπη λίστα συνθηκολογήσεων κι αποστασιών ανθρώπων μικροσκοπικού πολιτικο-ηθικού διαμετρήματος σαν τον Ντανιέλ Κον Μπεντίτ ή τον Γιόσκα Φίσερ. Τέτοιες ιστοριούλες διαφημίζονται κατά κόρον λόγω της πολιτικής αποσύνθεσης και του αποπροσανατολισμού που συνόδευσε την παρατεταμένη άμπωτη των επαναστατικών αγώνων από τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Οι υλικές ιστορικές δυνάμεις, όμως, που γέννησαν τον Μάη δεν έχουν εξαφανιστεί.
Παρίσι και Πράγα
Ας έρθουμε τώρα στο σημείο 2.
Ο Διακανονισμός του Μπρέττον Γουντς το 1945 θα ήταν αδύνατος χωρίς πολιτικές προϋποθέσεις: χωρίς την πολιτική συνεργασία του Κρεμλίνου με τους Αγγλο-Αμερικανούς Συμμάχους ιμπεριαλιστές για την αποκατάσταση της τάξης με το τέλος του πολέμου, ιδιαίτερα στην ερειπωμένη Ευρώπη και την αποφυγή της κοινωνικής επανάστασης, στη βάση των γεωπολιτικών γραμμών που χαράχτηκαν στις συνδιασκέψεις της Μόσχας, της Τεχεράνης , της Γιάλτας και του Πότσδαμ το 1943-45.
Στη συνέχεια, ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ των πρώην Συμμάχων δεν διατάραξε αλλά σταθεροποίησε την μεταπολεμική διαίρεση της Ευρώπης, όπως φάνηκε στα γεγονότα του 1956 στην Ουγγαρία και την Πολωνία και την ταυτόχρονη κρίση του Σουέζ . Ο τότε Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών και κομμουνιστοφάγος Τζων Φόστερ Ντάλλες αποδέχτηκε με άρθρο του στους Νιου Γιορκ Τάιμς σαν θεμιτή την εισβολή των σοβιετικών τανκς στη Βουδαπέστη, ενώ την ίδια χρονιά ΕΠΑ και ΕΣΣΔ συνεργάζονταν για την «εκτόνωση» της κρίσης που προκάλεσε η αγγλο –γαλλο - σιωνιστική επιδρομή κατά της Αιγύπτου του Νάσερ.
Το 1968 η κατάσταση είχε δραματικά αλλάξει. Η κρίση του γραφειοκρατικού σταλινικού καθεστώτος στην Τσεχοσλοβακία- από τον από το φθινόπωρο του 1967( φοιτητικό αντιγραφειοκρατικό κίνημα) τον Ιανουάριο 1968 (ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚ κι αντικατάσταση του Νοβότνυ από τον Ντούπτσεκ) ως την «Άνοιξη της Πράγας» και παραπέρα την καταστολή της με την στρατιωτική επέμβαση του Συμφώνου της Βαρσοβίας στις 21 Αυγούστου 1968- οι φοιτητικές διαδηλώσεις στη Πολωνία τον Μάρτιο του 1968 και, από την άλλη μεριά της διαιρεμένης Ευρώπης, η εξέγερση της νεολαίας και η Γενική Απεργία στην Γαλλία τον Μάιο-Ιούνιο 1968 δεν αντιπροσωπεύουν μια τυχαία σύμπτωση στον χρόνο αλλά εκδηλώνουν μια αναγκαία εσωτερική σχέση.
Καθώς ένας πυλώνας της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων- ο διακανονισμός στο Μπρέττον Γουντς- κατέρρεε, ο άλλος πυλώνας -η συμφωνία της Γιάλτας- αδυνατισμένος από τις δικές του αντιφάσεις, συμπαρασύρονταν επίσης.
Το 1956, η σταθεροποίηση στη Δύση βοήθησε την βίαιη «προσαρμογή» της Ανατολής στο μεταπολεμικό στάτους κβο. Το 1968, η αποσταθεροποίηση στη Δύση συντονίζονταν με την αποσταθεροποίηση στην Ανατολή, γεγονός που θα έχει, μακροπρόθεσμα, και τις συνέπειές του στην «εξομάλυνση» μέσω των τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας, λιγότερη αιματηρή από εκείνη του 1056 αλλά όχι λιγότερο βάρβαρη κι απονομιμοποιητική για το ψευτοσοσιαλιστικό καθεστώς.
Ο σταλινισμός ως το ιστορικό προϊόν της καθυστέρησης της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Δύση αντιμετώπιζε το 1968 την επιστροφή του απωθημένου, την επικαιρότητα αυτής της επανάστασης. Ένα διεθνιστικό αντιγραφειοκρατικό, αντιαυταρχικό πνεύμα κυριαρχούσε παντού στην επαναστατική άνοδο των κινημάτων. Όλα τα παραδοσιακά δόγματα του σταλινισμού αμφισβητούνταν. Ο κυρίαρχος ρόλος του στο διεθνές εργατικό κίνημα, στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, στις χώρες του (μη) «υπαρκτού σοσιαλισμού» δέχονταν οξύτατες κριτικές παντού. Η φωνή νέων και παλαιών επαναστατικών τάσεων και μειοψηφιών, ιδιαίτερα των διαφόρων ρευμάτων του τροτσκισμού και του αναρχισμού, βρίσκανε ένα δεκτικό ακροατήριο.
Ο ιστορικός ηγέτης της γερμανικής επαναστατικής νεολαίας, ο Ρούντι Ντούτσκε, σε μια διαιρεμένη χώρα στο κέντρο μιας διαιρεμένης Ευρώπης, εξαπόλυε επιθέσεις ταυτόχρονα ενάντια στον καπιταλισμό της Δύσης και τον σταλινισμό της Ανατολής.
Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, ο διεθνής επαναστάτης που δολοφονήθηκε στη Βολιβία το 1967 κι έγινε η εμβληματική φιγούρα της νεολαίας του 1968- αλλά και της σημερινής- στην ομιλία του στο Αλγέρι είχε καταγγείλει τον ρόλο της σοβιετικής γραφειοκρατίας στον Τρίτο Κόσμο και , με την σειρά του, είχε κατηγορηθεί από την σοβιετική ελίτ σαν «τροτσκιστής» τόσο για τη δράση του όσο και για την κριτική του. Η κριτική του Τσε στο σταλινισμό δεν περιορίζονταν στη συγκυριακή εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ τη δεκαετία του ’60 αλλά επεκτείνονταν, με τον καιρό, σε θεμελιακά ζητήματα μαρξιστικής θεωρίας. Το δείχνει, συν τοις άλλοις, το μόλις πρόσφατα εκδοθέν στη Κούβα βιβλίο του με τις καυστικές σημειώσεις του στη σοβιετική εγχειριδιακή αποστέωση του μαρξισμού και του ζωτικού κέντρου του, της μαρξιστικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας.4
Στο Βελιγράδι, οι φοιτητές που κατέλαβαν το Πανεπιστήμιο ύψωσαν τα πορτρέτα του Μαρξ, του Λένιν και των ηγετών της Γιουγκοσλάβικης Επανάστασης και κήρυξαν τον πόλεμο στη « κόκκινη μπουρζουαζία» της «αυτοδιαχειριζόμενης» χώρας τους στο όνομα ενός γνήσιου, αντιγραφειοκρατικού σοσιαλισμού.
Στην βιομηχανικά ανεπτυγμένη Τσεχοσλοβακία, το αδιέξοδο κι οι εσωτερικές διασπάσεις της άρχουσας γραφειοκρατικής ελίτ αποκαλυφτήκαν με τον οξύτερο τρόπο. Η αποσύνθεσή της σε αλληλοσυγκρουόμενες φράξιες φανέρωσε συνολικά την διαδικασία αποσύνθεσης του σταλινικού μη «υπαρκτού σοσιαλισμού» στα γραφειοκρατικά παραμορφωμένα αυτά εργατικά κράτη. Από το 1968 έγινε ήδη σαφές ότι ο γραφειοκρατικός «σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα» αδυνατούσε να «αυτο-μεταρρυθμιστεί» σε ένα βιώσιμο κοινωνικό σχηματισμό και να ξεπεράσει την βαθιά ριζωμένη κρίση του.
Καθώς η γραφειοκρατία αποσυντίθετο, όλα τα χρώματα κι οι αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος εμφανίστηκαν: από την ανοιχτά φιλοκαπιταλιστική παλινορθωτική τάση κάτω από την σημαία των «μεταρρυθμίσεων της αγοράς» του Ota Sik (ένα είδος πρωτο-περεστρόικα) μέχρι τα γνήσια επαναστατικά μαρξιστικά αντισταλινικά ρεύματα που εκδηλώνονταν μέσα σε μερίδες του εργατικού κινήματος στη Πράγα κι αντανακλούνταν π.χ. και στο πρωτότυπο διαλεκτικό υλιστικό έργο του Karel Kosik. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι σε δημοσκόπηση που κρυφά έκανε η ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας τον Αύγουστο του 1968, λίγες μέρες πριν το βίαιο τέλος της Άνοιξης της Πράγας, το 87% του λαού της χώρας τάσσονταν υπέρ του σοσιαλισμού και ενάντια σε μια παλινόρθωση του καπιταλισμού. Η εισβολή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στις 21 Αυγούστου 1968 δεν είχε να κάνει με την αποτροπή κάποιου παλινορθωτικού κινδύνου και, αντίθετα, τραυμάτισε και δυσφήμισε τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Στη πραγματικότητα ήταν μια επιχείρηση αποκατάστασης της γραφειοκρατικής τάξης πραγμάτων πριν η αναταραχή απλωθεί και στην υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη και την ίδια την ΕΣΣΔ. Όπως είπε τότε καθησυχαστικά και ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Ντην Ρασκ « επρόκειτο για μια αστυνομική επιχείρηση αποκατάστασης του νόμου και της τάξεως…»
Η εισβολή «πάγωσε» την κοινωνία κάτω από μπρεζνιεβικούς όρους βαλτώματος, ενώ την ίδια στιγμή, η καταστολή στράφηκε πρώτα-πρώτα όχι ενάντια σε παλινορθωτικά στοιχεία αλλά ενάντια σε κάθε είδους μαρξιστική αντιπολίτευση στο σταλινισμό( και στην καπιταλιστική παλινόρθωση). Η συστηματική φυσική και πολιτική εξόντωση, από τους μηχανισμούς καταστολής της σταλινικής γραφειοκρατίας, κάθε μαρξιστικής αντιπολιτευτικής δύναμης κι εναλλακτικής λύσης στη Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, την Ανατολική Γερμανία και την ίδια την Σοβιετική Ένωση ολοκλήρωσε το αδιέξοδο αυτών των μεταβατικών κοινωνιών και ενίσχυσε, μακροπρόθεσμα, τις δεξιές παλινορθωτικές τάσεις, τόσο μέσα στο καθεστώς όσο και μέσα στην αντιπολίτευση, δίνοντάς τους τελικά το προβάδισμα. Οι εξελίξεις στη Πολωνία με την «Αλληλεγγύη» και στην Σοβιετική Ένωση μετά το 1985 το έχουν αποδείξει.
Το τελευταίο καταφύγιο του σταλινισμού είναι ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός. Όπως είδαμε, το 1956 ο σταυροφόρος του αντικομμουνισμού Ντάλλες βρήκε «θεμιτή» την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην εξεγερμένη Βουδαπέστη. Το 1968, τα ίδια, πάνω- κάτω, είπε ο Ντην Ρασκ. Το πράσινο φως στην εισβολή στη Τσεχοσλοβακία δόθηκε από την Δύση.
Τα Έγγραφα Ντομπρύνιν(Dobrynin Papers), τα απομνημονεύματα του σοβιετικού πρεσβευτή το 1968 στο Παρίσι που δημοσιεύτηκαν μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ, φέρανε στη δημοσιότητα τις μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις σοβιετικές αρχές που είχαν πανικοβληθεί μπροστά στην ανεξέλεγκτη πολιτική κατάσταση στη Τσεχοσλοβακία και στο καθεστώς του Ντε Γκωλ που είχε παραλύσει μπροστά στην επαναστατική Γενική Απεργία, μέσω του Γαλλικού ΚΚ. Η ακόμα πανίσχυρη γραφειοκρατία του ΓΚΚ και της CGT ανελάμβανε να φέρει σε σύντομο τέλος την Γενική Απεργία με τις συμφωνίες της Γκρενέλ, κερδίζοντας κάποιες μικρομεταρρυθμίσεις και αποδεχόμενη την αποκατάσταση της τάξης με την προκήρυξη πρόωρων εκλογές. Από την άλλη μεριά, η ιμπεριαλιστική Δύση αναλάμβανε να μην αντιδράσει σε ενδεχόμενη σοβιετική εισβολή στη Τσεχοσλοβακία, σεβόμενη την τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη που θεσπίστηκε στη Γιάλτα. Έτσι η διπλή κρίση σε Δύση κι Ανατολή εκτονώθηκε.
Η σοβιετική γραφειοκρατία, έτσι κι αλλιώς, δεν έκρυβε την εχθρότητά της για τις «ταραχές» στη Γαλλία που οφείλονταν, όπως έγραφαν τα άρθρα της εποχής στη Πράβντα, το όργανο της ΚΕ του ΚΚΣΕ, σε «μισθοφόρους από την Κατάγκα και προβοκάτορες».
Η κοινωνική επανάσταση στη Γαλλία και την Δυτική Ευρώπη αποτράπηκε. Μπλοκαρίστηκε, όμως, ταυτόχρονα , κι ο μόνος δρόμος που θα έκανε δυνατή μιαν επαναστατική αναγέννηση της μετάβασης στο σοσιαλισμό στην Ανατολή. Μακροπρόθεσμα, η μόνη εναλλακτική «διέξοδος» που άφησαν οι ενέργειες της γραφειοκρατίας ήταν το ιστορικό αδιέξοδο, η κατάρρευση από τα δεξιά και η ανοιχτή αντεπαναστατική στροφή στη καπιταλιστική παλινόρθωση. Ο Αύγουστος του 1968 στη Πράγα ήταν ο προάγγελος του Αυγούστου 1991 στη Μόσχα.
Βιετνάμ: η ιστορική στροφή
Στη διάρκεια της θύελλας του Μαΐου-Ιουνίου 1968 στη Γαλλία, στο Παρίσι λάμβανα χώρα διαπραγματεύσεις για το Βιετνάμ. Νωρίτερα την ίδια χρονιά, η ηρωική επίθεση του Τετ των Βιετκόνγκ έφερε τις εθνικοαπελευθερωτικές δυνάμεις στη Σαϊγκόν, ακόμα και στο εσωτερικό της αμερικανικής πρεσβείας. Γίνονταν εμφανές ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν θα μπορούσε να βγει νικητής από τον παρατεταμένο βάρβαρο πόλεμό του ενάντια στους λαούς του Βιετνάμ και της Ινδοκίνας. Άρχισε, έτσι, την διαδικασία της λεγόμενης «βιετναμοποίησης» του πολέμου αλλά απέτυχε οικτρά, με τελικό αποτέλεσμα, η ισχυρότερη ιμπεριαλιστική χώρα του κόσμου να υποστεί μια ταπεινωτική ήττα την Πρωτομαγιά του 1975. Η επίθεση του τετ δεν ήταν μόνο ένα παράδειγμα που έδινε έμπνευση, εκείνη την χρονιά των θαυμάτων, σε όλους τους μαχητές κατά του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού σε όλο τον κόσμο, από το Παρίσι στη Πόλη του Μεξικού και τη Νέα Υόρκη, αλλά αποτελούσε συνάμα και το πρόδρομο σημάδι της επερχόμενης πολιτικοστρατιωτικής ήττας της ηγέτιδας δύναμης του καπιταλιστικού κόσμου.
Οι περιορισμοί του σταλινισμού και του εθνικισμού, ακόμα και η μεταγενέστερη στροφή του Βιετνάμ στον κινεζικό δρόμο προς τον καπιταλισμό δεν μπορεί να ακυρώσουν την ιστορική σημασία της αμερικανικής ήττας του 1975 που ξεπερνά εκείνη της συντριβής των γαλλικών αποικιοκρατικών στρατευμάτων στο Ντιεν Μπιεν Φου το 1953 από τους Βιετμίνχ κάτω από την ηγεσία του ίδιου στρατηγού Γκιαπ, νικητή δύο ιμπεριαλισμών.
Από τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η αποικιακή επανάσταση γνώρισε μια ορμητική άνοδο διαλύοντας τις παλιές, παρακμασμένες ευρωπαϊκές αποικιακές αυτοκρατορίες της Βρετανίας και της Γαλλίας, παρόλο που οι τελευταίες ανήκανε στο στρατόπεδο των νικητών του πολέμου. Η Αμερική αντικατέστησε την Βρετανία και την Ευρώπη σαν η αναμφισβήτητη πια ηγεμονική δύναμη της νέας καπιταλιστικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων και ηγεσία στον «αγώνα κατά του κομμουνισμού» και για την υποδούλωση των πρώην αποικιακών χωρών στον «Ελεύθερο Κόσμο» κάτω από νέους όρους.
Οι συμφωνίες του Μπρέττον Γουντς απαιτούσαν την συγκέντρωση των κυριότερων πόρων για την ανοικοδόμηση των μητροπολιτικών καπιταλιστικών κέντρων και για την διατήρηση του ταξικού συμβιβασμού του κοινωνικού κράτους. Για την εξυπηρέτηση αυτού του στρατηγικού στόχου εντάθηκε η υπερεκμετάλλευση της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, παρά την εμφάνιση νέων ανεξαρτήτων κρατών, με νέους μετα-αποικιακούς δεσμούς εξάρτησης και κάτω από την ιδεολογική ομπρέλα της ψυχροπολεμικής αντικομμουνιστικής, κυρίως αντισοβιετικής κι εν μέρει αντικινεζικής εκστρατείας .
Η αποσύνθεση του κεϋνσιανού οικοδομήματος στην Αμερική και την Ευρώπη επανένωσε τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες στις καταπιεσμένες από τον ιμπεριαλισμό χώρες με τους κοινωνικούς αγώνες στις ανεπτυγμένες καταπιέστριες χώρες, αποδεικνύοντας, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, και το πόσο λαθεμένες ήταν οι κυρίαρχες τον καιρό της άνθησης σε Ευρώπη και Αμερική «τριτοκοσμικές» θεωρίες της εξάρτησης που απέρριπταν τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης στη Δύση.
Η νίκη στο Βιετνάμ δεν μπορεί να διαχωριστεί από την δραστηριότητα του ισχυρού αντιπολεμικού κινήματος στις ΕΠΑ και διεθνώς κι από την επάνοδο του φαντάσματος της κοινωνικής επανάστασης πάνω από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Δεν είναι τυχαίο ότι η υποστήριξη στο βιετναμέζικο λαό ενάντια στην ιμπεριαλιστική επιδρομή έγινε το ενοποιό στοιχείο σε κοινές εκδηλώσεις των κινημάτων σε Γερμανία και Γαλλία με εκείνα στην Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία.
Η ήττα της Αμερικής αποκάλυπτε την αδυναμία της χώρας που αντιπροσωπεύει το υψηλότερο σημείο ιστορικής ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλισμού να επανεγκαθιδρύσει τον ιμπεριαλιστικό έλεγχο πάνω στις καταπιεσμένες μάζες όχι μόνο της Ινδοκίνας αλλά κι όλου του «Τρίτου Κόσμου». Η Αμερική πήρε την θέση της Βρετανίας και της Γαλλίας αλλά καμιά άλλη καπιταλιστική δύναμη δεν μπορεί να πάρει την θέση της Αμερικής. Η ολοφάνερη παρακμή της αντιπροσωπεύει την ιστορική παρακμή του καπιταλιστικού συστήματος συνολικά. Αυτή είναι η βαθύτερη κι ακατάλυτη ρίζα του «συνδρόμου του Βιετνάμ» που επανενεργοποιήθηκε σήμερα με το φιάσκο στο Ιράκ και την αποτυχία του όλου αμερικανοκίνητου τρομοκρατικού «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».
Οπισθοδρόμηση κι επιστροφή του Μάη 1968
Το 1968, ο ιμπεριαλισμός, η αστική εξουσία κι η γραφειοκρατική κρατική διακυβέρνηση αμφισβητήθηκαν και κλονίστηκαν παντού αλλά δεν ανατράπηκαν. Η εργατική τάξη δεν πήρε την εξουσία. Τελικά, η επαναστατική πλημμυρίδα υποχώρησε, η τάξη αποκαταστάθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και μια μακριά οπισθοχώρηση του επαναστατικού κινήματος ακολούθησε στο τελευταίο τμήμα του 20ου αιώνα.
Τρία ήταν τα σημαντικότερα φράγματα που ορθώθηκαν σαν κυματοθραύστες:
1. Οι ακόμα ισχυροί γραφειοκρατικοί κομματικοί και συνδικαλιστικοί μηχανισμοί του σταλινισμού και της σοσιαλδημοκρατίας που είχανε δέσει την ύπαρξή τους μ την αστική τάξη πραγμάτων υπερασπίστηκαν αυτήν την τάξη, σε συνεργασία με τις άρχουσες τάξεις για να εκτονωθούν οι επαναστατικές κρίσεις στη Γαλλία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και τη Νότια Ευρώπη όπου μακρόχρονες δικτατορίες κατέρρευσαν.
2. Η ίδια η επαναστατική πρωτοπορία που έβγαινε από μια μακριά πολιτική απομόνωση από τις μάζες ήταν πολιτικά, θεωρητικά και οργανωτικά ανώριμη.
3. Η στροφή από το υπερσυσσωρευμένο βιομηχανικό κεφάλαιο στο χρηματιστικό κεφάλαιο και στην χρηματιστική παγκοσμιοποίηση, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70- αρχές της δεκαετίας του ’80, έδωσε μια προσωρινή διέξοδο στο λιμνάζον κεφάλαιο και την κοινωνικο-οικονομική βάση για τη νεοφιλελεύθερη επίθεση στην οργανωμένη δύναμη του εργατικού κινήματος.
Από τα τρία αυτά φράγματα, τα δύο έχουν διαρραγεί:
1. Μετά το κεϋνσιανό πλαίσιο των Συμφωνιών του Μπρέττον Γουντς, κι ο δεύτερος πυλώνας της μεταπολεμικής σταθεροποίησης και διεθνούς τάξης πραγμάτων, το γεωπολιτικό πλαίσιο της Γιάλτας, κατέρρευσε οριστικά μαζί με τα σταλινικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, την ενδόρρηξη της Σοβιετικής Ένωσης και την στροφή της Κίνας στον καπιταλιστικό δρόμο. Τα περισσότερα σταλινικά κόμματα στην Ευρώπη και διεθνώς είτε μετατράπηκαν σε περιχαρακωμένες σέχτες είτε ανακυκλώθηκαν σε διαλυόμενα νεοσοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Η σοσιαλδημοκρατία, από την μεριά της, με πολιτική δύσκολα διακρινόμενη από εκείνη της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, έχασε επίσης την μαζική της βάση. Όπως προέβλεψε ο Τρότσκυ, η Ιστορία αποδείχτηκε πιο δυνατή από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.5
2. Μετά από μια σειρά διεθνών χρηματιστηριακών σοκ και καταρρεύσεων (1987, 1997, 2007-2008), η χρηματιστική καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση βυθίζεται τώρα στην χειρότερη κρίση του συστήματος από το κραχ του 1929. Αυτή διαδικασία, συνδυασμένη με την αποτυχία της ιμπεριαλιστικής προσπάθειας να βρει διέξοδο με στρατιωτικά μέσα και πολέμους, αποσταθεροποιεί κοινωνικά και πολιτικά την διεθνή κατάσταση, ωθώντας τις μάζες στην πάλη τόσο στην περιφέρεια( Λατινική Αμερική, Μέση Ανατολή) όσο και στα κέντρα( ιδιαίτερα την Ευρώπη).
Ένα από τα πρώτα μαθήματα του 1968 είναι ακριβώς ότι οι παγκόσμιες τάσεις στην εποχή μας της ολοένα αυξανόμενης διεθνούς αλληλεξάρτησης καθορίζει, σε τελευταία ανάλυση δηλαδή διαλεκτικά, μέσα από αντιφάσεις και διαμεσολαβήσεις, τις ποιοτικές και ποσοτικές αλλαγές στην πολιτική κατάσταση και την ταξική πάλη σε κάθε χώρα.
Προπαντός οι μεταβάσεις από μια φάση καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης σε μια άλλη, μέσα από μια περίοδο κατάρρευσης του προηγουμένου τρόπου διαμεσολάβησης των καπιταλιστικών αντιφάσεων (όπως π.χ. ήταν η μετάβαση από τα «Τριάντα Ένδοξα Έτη» του διακανονισμού του Μπρέττον Γουντς στην κατάρρευσή του), παράγει μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση6, ωθώντας προς την δημιουργία προεπαναστατικών κι επαναστατικών καταστάσεων.
Βεβαίως, αυτές οι αντικειμενικές διαδικασίες δεν οδηγούν από μόνες τους σε κάποια αυτόματη λύση του ιστορικού προβλήματος που τίθεται μπροστά στην ανθρωπότητα στην εποχή μας- την μετάβαση από τον παρακμάζοντα καπιταλισμό σε μια παγκόσμια αταξική κοινωνία, τον κομμουνισμό. Αυτό το μέγιστο άλμα στην ιστορία απαιτεί και την ύψιστη θεωρητική συνείδηση της εποχής που θα συγχωνεύεται με τις μαχόμενες μάζες μέσα από την επαναστατική οργάνωση, το πρόγραμμα, την στρατηγική και την τακτική.
«Η εποχή της κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη», γράφει ο Τρότσκυ στα Μαθήματα του Οκτώβρη, «θα είναι μια εποχή όχι μόνο πεισματικής κι αδυσώπητης πάλης αλλά, επίσης, και σχεδιασμένων και υπολογισμένων μαχών-πολύ πιο σχεδιασμένων από ό,τι ήταν σε μας το 1917 »7.
Μια επαναστατική κομματική ηγεσία πρωτοπόρων μαχητών που παρεμβαίνει και μαθαίνει από την ζωντανή εμπειρία στη μαζική πάλη μπορεί και πρέπει να εκπαιδευτεί όχι επαναλαμβάνοντας μηχανικά αλλά αφομοιώνοντας διαλεκτικά τα μαθήματα προηγούμενων εμπειριών πάνω στους νόμους και τις μεθόδους της προλεταριακής επανάστασης.
Η εξαγωγή μαθημάτων από την ίδια την Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν πολύ μερική. Η σταλινική γραφειοκρατία διαστρέβλωσε κι έθαψε κάθε προσπάθεια να βγουν τα αναγκαία μαθήματα ενώ στο αντισταλινικό στρατόπεδο της επαναστατικής αριστεράς, μαζί και σε ένα μεγάλο τμήμα του τροτσκιστικού κινήματος, ιδιαίτερα μετά την δολοφονία του Τρότσκυ, όταν τα μαθήματα αυτά δεν απορρίπτονταν ανοιχτά σαν «παρωχημένα» και «ρωσοκεντρικά», μετατρέπονταν σε ανιστορικές, νεκρές φόρμουλες πολιτικής αυτοδικαίωσης μιας σεχταριστικής ύπαρξης.
Η επαναστατική περίοδος του Μάη του ’68, όταν δεν εγκαταλείπονταν στη λήθη, θάβονταν κάτω από τέτοιες νεκρές φόρμουλες. Ως χειραφετητική εμπειρία ενσωματώνει μια άλυτη ακόμα αντίφαση: από την μία μεριά, απελευθέρωσε μια ορμητική ροή θεωρητικών ερωτημάτων για την κομμουνιστική χειραφέτηση και την επαναστατική αναδιοργάνωση της μοντέρνας κοινωνίας στις πιο ανεπτυγμένες υλικές-ιστορικές συνθήκες ΄ από την άλλη μεριά, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο θεωρητικής επεξεργασίας, όπως σωστά επεσήμανε ο Michel Foucault8, αλλά απλώς ενεγράφη σε ένα ήδη δεδομένο κι απολιθωμένο «μαρξιστικό» λεξιλόγιο.
Η Γαλλία ήταν ο τόπος όπου αυτή η θεωρητική διερώτηση έφτασε στο υψηλότερο της σημείο. «Για ένα ολόκληρο μήνα, η Γαλλία σκεφτόταν», δεν δρούσε μόνο, όπως σημείωνε κείνο το καιρό ο Sylvain Zegel.9 Οι ασταμάτητες συζητήσεις στα κατειλημμένα εργοστάσια και στις σχολές, σε κάθε χώρο πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας υπό κατάληψη από τις κινητοποιημένες μάζες, έθεταν κάτω από συλλογική εξέταση και αμφισβήτηση όλες τις κατεστημένες πρακτικές και αντιλήψεις και σχεδιάζονταν εναλλακτικοί δρόμοι, αλληλένδετοι με την προοπτική μιας καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης.
Γύρω από το Συμβάν του Μάη σχηματίστηκε ένας αστερισμός Γάλλων στοχαστών στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 που αργότερα, στα χρόνια της αντίδρασης, διαστρεβλώθηκαν κι ονομάστηκαν παραπλανητικά και συλλήβδην « δομιστές», «μεταδομιστές» ή, ακόμα χειρότερα, «μεταμοντέρνοι»- ο Φουκώ, ο Derrida, ο Deleuze, ο Guattari, ο Μπαντιού…
Η ετερογενής προβληματική τους εμπεριέχει την φιλοσοφική διερώτηση, όχι τις απαντήσεις, μιας θυελλώδους περιόδου επαναστατικής ανόδου που απείλησε τον όψιμο ανεπτυγμένο καπιταλισμό στην όψιμη παρακμή του. Μια επανεξέταση των μαθημάτων του 1968 δεν μπορεί να περιοριστεί στο προφανές, την επανεμφάνιση των μεθόδων επαναστατικής πάλης που ήταν γνωστές από το 1905- τη Γενική απεργία, τις καταλήψεις, τις απεργιακές επιτροπές και τις επιτροπές κατάληψης, τις σοβιετικού τύπου μορφές αυτοοργάνωσης κλπ. Είναι απαραίτητο να ιδωθούν κι όλα αυτά, ιδιαίτερα καθώς σήμερα ο φετιχισμός των αστικών δημοκρατικών κοινοβουλευτικών θεσμών σαγηνεύει ακόμα και την λεγόμενη άκρα αριστερά, ακόμα και τους «βετεράνους» του ’68 στη Γαλλία. Είναι, όμως, ζωτικής σημασίας, να υπάρξει και μια εκ νέου κριτική μελέτη όλης αυτής της πλούσιας, ποικιλόμορφης, αντιφατικής θεωρητικής προβληματικής που οι Αγγλοσάξονες εντελώς σχηματικά ονόμασαν French Theory. Από μια άποψη, χρειάζεται να διασωθεί από τους σφετεριστές, τον λόγο των Νικητών και την απολογητική των μεταμοντέρνων.
Ο Μάης του ’68, ακριβώς επειδή ξέσπασε μετά από μια μακριά περίοδο καπιταλιστικής επέκτασης που έθρεψε κάθε είδους αυταπάτη για ένα « απαλλαγμένο από την κρίση» καπιταλισμό ή «νεοκαπιταλισμό» κλπ. ,έθεσε στο κέντρο το ζήτημα της ασυνέχειας στην Ιστορία, την κατηγορία του Συμβάντος(événement), μια κατηγορία που έρχεται σε ρήξη με τις κατεστημένες παραδόσεις της λατρείας του βαθμιαίου και της γραμμικής ιστορικής αντίληψης των σταδίων του φιλελευθερισμού, του ρεφορμισμού και του σταλινισμού. Αυτή η ρήξη είναι εσωτερικά αλληλένδετη με το ζήτημα της εξουσίας και του Κράτους.
«Το προλεταριάτο αναπτύσσει την γνώση», έγραφε ο Φουκώ, « όπου τίθεται το ζήτημα της πάλης για εξουσία, όπου τίθενται σε διερώτηση οι τρόποι για το πώς θα μπορούσε να προκληθεί ένα συμβάν ή πώς θα ανταποκριθούμε σ’ αυτό ή πώς θα το αποφύγουμε κλπ. Μια γνώση που δεν μπορεί καθόλου να αφομοιωθεί με την άλλη γνώση γιατί επικεντρώνεται στην εξουσία και το συμβάν».10
Η συζήτηση πάνω στις εξουσιαστικές σχέσεις στη καθημερινή ζωή το 1968 δεν ήταν μια ρεφορμιστική φαντασίωση του τύπου «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία» που αφήνει άθικτα τα άγια των αγίων της αστικής εξουσίας, το κράτος της, όπως έγινε αργότερα, στα χρόνια της αντίδρασης αλλά ακόμα και τώρα με το νέο κύμα ριζοσπαστικοποίησης μετά το κίνημα των Ζαπατίστας και το κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Το 1968, επανεισήγαγε, σε ένα ανώτερο επίπεδο, την συζήτηση που είχε αρχίσει και διακόπηκε απότομα στη πρώτη επαναστατική περίοδο στη Σοβιετική Ρωσία, πάνω στην αναγκα
Περισσότερα... »
Η επιστροφή της Μεγάλης Ιδέας
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΣυνέντευξη στον Πετρο Παπακωνσταντινου
Πολυσύνθετη προσωπικότητα με εικονοκλαστικό πνεύμα, ο Αλέν Μπαντιού είναι ο πλέον μεταφρασμένος, ζων φιλόσοφος της Γαλλίας. Στον αντίποδα των περιλάλητων «νέων φιλοσόφων», ορισμένοι εκ των οποίων ξεκίνησαν από τον Γαλλικό Μάη του ’68 για να βρεθούν να υποστηρίζουν τον Νικολά Σαρκοζί ή και την Αμερική του Τζορτζ Μπους, ο Μπαντιού μπορεί να υπερηφανεύεται λιγότερο για τη μιντιακή του ακτινοβολία και περισσότερο για την πρωτοτυπία της θεωρητικής του παραγωγής. Το επιβλητικό του έργο Το Είναι και το Συμβάν, σηματοδοτεί μια ριζοσπαστική επιστροφή στον Πλάτωνα, επαναπροσδιορίζοντας το ίδιο το πεδίο της φιλοσοφίας. Βασικά στοιχεία της φιλοσοφικής του σκέψης περιέχονται στη συλλογή δοκιμίων Από το Είναι στο Συμβάν, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη, μαζί με το τελευταίο του βιβλίο, Η Κομμουνιστική Υπόθεση.
Συναντήσαμε τον κ. Μπαντιού στην πάντα φιλόξενη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου, στο περιθώριο διεθνούς φιλοσοφικού συνεδρίου. Η συζήτησή μας επικεντρώθηκε λιγότερο στα μεγάλα, θεωρητικά ερωτήματα και περισσότερο στις πολιτικές πλευρές των αναζητήσεων ενός ετερόδοξου διανοητή, που μιλάει για κομμουνισμό χωρίς μαρξισμό και για κοινωνική αλλαγή χωρίς κατάληψη της εξουσίας, επιμένοντας ότι οι μεγάλες Ιδέες είναι πάντα αναγκαίες, αν δεν θέλουμε να ανταλλάξουμε τον πόθο της ζωής με την αγωνία της επιβίωσης.
– Μιλάτε για την Ιδέα με Ι κεφαλαίο. Είναι δυνατόν, μετά από τόσα χρόνια κυριαρχίας του μεταμοντέρνου στον ευρύτερο αριστερό χώρο, να μιλάει κανείς για Μεγάλες Αφηγήσεις, χωρίς να εγείρει την υποψία ότι κάπου στο βάθος κρύβεται ένα καινούργιο Αουσβιτς ή ένα καινούργιο Γκουλάγκ;
– Ποτέ δεν αποδέχθηκα αυτή τη μεταμοντέρνα διάγνωση, ότι πίσω από κάθε μεγάλη ιδέα κρύβεται η νοοτροπία του ολοκληρωτισμού. Για μένα, αυτή η λογική ήταν απλώς η μεταμφίεση της ιδεολογικής συνθηκολόγησης. Θα έλεγα, όμως, ότι αυτή η νοοτροπία κρύβει και κάτι άλλο, ευρύτερο: την πνευματική γήρανση και αποθάρρυνση της Ευρώπης. Αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι η σημερινή Ευρώπη αντιπροσωπεύει την πιο γερασμένη και κουρασμένη περιοχή του πλανήτη. Μια ήπειρο, όπου κυριαρχεί η παρακμή και η αποδοχή αυτής της παρακμής, κάτι που περιορίζει τη φιλοδοξία μας στην επιδίωξη να είναι τα γηρατειά μας ήρεμα και ανώδυνα. Σ’ αυτό το φόντο, η επιστροφή της μεγάλης ιδέας, του πόθου της ριζοσπαστικής αλλαγής, προβάλλει, ίσα ίσα, ως προϋπόθεση για την άρση αυτής της νεκρικής ατονίας, για την αναζωογόνηση του ίδιου του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει επιστροφή στις μεγάλες αφηγήσεις της εξουσίας, στις ιδέες που περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα της κατάληψης και του μετασχηματισμού του κράτους. Η απελευθερωτική ιδέα δεν χρειάζεται καθόλου να είναι «ολότητα» με την έννοια του κράτους που ενοποιεί την κοινωνία, για να είναι μεγάλη.
H Γαλλία
– Πρόσφατα η Liberation έκανε λόγο για πνευματική παρακμή της Γαλλίας, την οποία απέδιδε σε ένα παράδοξο: στο γεγονός ότι η πτώση του κομμουνισμού προκάλεσε ένα είδος στείρωσης ακόμη και σ’ εκείνους που του είχαν αντιταχθεί. Συμμερίζεσθε αυτή τη διάγνωση;
– Οχι. Η πνευματική γονιμότητα της Γαλλίας τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 δεν προήλθε από την πλευρά που απέρριπτε τον κομμουνισμό. Προήλθε από ανθρώπους που συνδέονταν με την ιδέα της κομμουνιστικής χειραφέτησης, όπως ο Σαρτρ και ο Αλτουσέρ ή ο Φουκώ και ο Ντελέζ. Βεβαίως, διατηρούσαν μια κριτική ματιά και πολλοί από αυτούς οδηγήθηκαν σε σύγκρουση με το Κομμουνιστικό Κόμμα, εν πάση περιπτώσει, όμως, ενδιαφέρονταν για την κομμουνιστική ιδέα. Εκείνοι που στέκονταν στην απέναντι όχθη, όπως οι λεγόμενοι νέοι φιλόσοφοι -Μπερνάρ - Ανρί Λεβί, Αλέν Φινκελκρό, κ.ά.- δεν θεωρούνταν ποτέ, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής κοινότητας της Γαλλίας, εξέχοντες φιλόσοφοι. Ελαμπαν στον κόσμο των μίντια, ναι, αλλά όχι στον κόσμο της φιλοσοφίας. Ακόμη και σήμερα, σ’ αυτή τη δύσκολη, μεταβατική εποχή, οι πιο γόνιμες συνεισφορές στη γαλλική φιλοσοφία εξακολουθούν, πιστεύω, να προέρχονται από ανθρώπους που συνδέονται, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, όπως ο Ρανσιέρ, ο Μπαλιμπάρ και άλλοι.
– Κεντρικό ρόλο στο έργο σας διαδραματίζει η έννοια του «Συμβάντος», ενός εξαιρετικού γεγονότος που έρχεται σαν αστραπή σε καθαρό ουρανό, διακόπτει την «κανονική» ροή των πραγμάτων και γεννά άπειρες νέες δυνατότητες, κάτι σαν τη «Μεγάλη Εκρηξη» της κοσμολογίας, μεταφερμένη στον χώρο της κοινωνικής φιλοσοφίας. Πώς απαντάτε στην κριτική του συναδέλφου σας, Ντανιέλ Μπενσαίντ, ότι ένα τέτοιο «Συμβάν», αποκομμένο από κάθε ιστορική αιτιότητα, δεν διαφέρει και πολύ από το θρησκευτικό θαύμα;
– Το ζήτημα είναι πώς βλέπει κανείς την περίφημη ιστορική αιτιότητα. Πάρτε για παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση. Οι ιστορικοί μπορεί να επικαλεσθούν ένα εκατομμύριο κοινωνικά αίτια, αλλά αυτά τα αίτια δεν εξηγούν τίποτα, αναφορικά με το γιατί έγινε, εκεί όπου έγινε, τη στιγμή που έγινε και με τον τρόπο που έγινε, μια επανάσταση που άλλαξε την πορεία του κόσμου. Υπήρξε μια συσσώρευση καθαρά συγκυριακών, πολιτικών επιλογών, με κορύφωση τη Συνέλευση των Τάξεων που συγκάλεσε ο βασιλιάς, οι οποίες δημιούργησαν τη δυνατότητα της επανάστασης. Mια δυνατότητα, η οποία είναι, φυσικά, συμβατή με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες. Αλλά η συμβατότητα δεν σημαίνει καθόλου ντετερμινιστικό καθορισμό, κι αυτή είναι η διαφορά μας. Υπάρχουν πάρα πολλές αιτιότητες και όχι μία γραμμική αιτιότητα, η οποία θα εξηγούσε, φερ’ ειπείν, την άλωση της Βαστίλλης από την κρίση των σιτηρών. Επομένως, το Συμβάν δεν είναι κάτι που διαψεύδει, κατά έναν μαγικό τρόπο, τους υποτιθέμενους κοινωνικούς νόμους, όπως το θρησκευτικό θαύμα διαψεύδει τους νόμους της φύσης. Αποτελεί, ωστόσο, μια ιστορική τομή, που χωρίζει απότομα το «πριν» και το «μετά». Για παράδειγμα, ποια αυστηρή αιτιότητα μπορεί να εξηγήσει τον Μάη του ’68; Η έκρηξη ήρθε σαν αστραπή σε καθαρό ουρανό, σε μια στιγμή ηρεμίας, οικονομικής ακμής, όταν όλα πηγαίναν «καλά» και κανείς, μα κανείς δεν περίμενε την εξέγερση.
H νεολαία
– Πολλοί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι της χώρας σας είδαν την έκρηξη της ελληνικής νεολαίας, τον περασμένο Δεκέμβριο, ως προοίμιο ενός «Συμβάντος» του είδους που περιγράφετε, και όχι μόνο για την Ελλάδα. Συμμερίζεσθε αυτή την οπτική;
– Δεν είμαι καθόλου βέβαιος, γιατί τα γεγονότα κρίνονται πρώτα απ’ όλα από τις συνέπειές τους. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο, αυτό που φαίνεται με γυμνό μάτι, τουλάχιστον στα μάτια ενός Γάλλου, είναι ότι επιτάχυναν την πτώση μιας δεξιάς κυβέρνησης, που είχε ήδη πολύ άσχημες επιδόσεις, οδηγώντας στην επιστροφή των σοσιαλιστών, όπως είχε γίνει με τις μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, τη δεκαετία του ’90. Ωστόσο, ο αντίκτυπος που είχε αυτό το γεγονός στη Γαλλία ξεπερνούσε τον άμεσο, πολιτικό χαρακτήρα του. Ερμηνεύθηκε ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθογένειας, κοινής σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, που στερούν από τη νεολαία ελπίδα, προοπτική, νόημα ζωής. Σύμπτωμα, βεβαίως, τυφλό, ενδεχομένως και αυτοκαταστροφικό -και εδώ ο κίνδυνος του μηδενισμού, της τυφλής βίας ή και της τρομοκρατίας είναι υπαρκτός- αλλά αδιάψευστο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σοκαρίστηκαν γιατί αναγκάστηκαν να αναρωτηθούν μήπως κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα περιμένει, ίσως σε μεγαλύτερη κλίμακα, και τις ίδιες.
Η χειραφέτηση δεν περνάει από την εξουσία
– Μιλάτε για έναν «κομμουνισμό χωρίς μαρξισμό», υποστηρίζοντας ότι το κομμουνιστικό κόμμα, τα μαζικά συνδικάτα, όλες αυτές οι ιστορικές καινοτομίες του εικοστού αιώνα, είναι μορφές μη εφαρμόσιμες σήμερα. Βλέπετε άλλες, «εφαρμόσιμες» μορφές εκπροσώπησης;
– Κοιτάξτε, η κομμουνιστική ιδέα στην αρχική και θεμελιακή της έννοια είναι η ιδέα της καθολικής απελευθέρωσης, η οποία παίρνει τις πιο διαφορετικές μορφές στην ιστορία, από τις εξεγέρσεις των δούλων υπό τον Σπάρτακο και των Γερμανών αγροτών υπό τον Τόμας Μύντσερ, μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Τι μορφές μπορεί να πάρει αυτή η ιδέα σήμερα, απλούστατα δεν το γνωρίζω. Αν πάμε πίσω στο 1840, ο νεαρός, τότε, Μαρξ δεν μπορούσε να φανταστεί τι μορφές θα έπαιρνε η οργάνωση και κινητοποίηση των μαζών που θα εμπνέονταν από την κομμουνιστική χειραφέτηση. Το πρώτο μαζικό, εργατικό κόμμα συγκροτήθηκε στη Γερμανία μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα, δεν μπορώ να δω τις καινούργιες μορφές έκφρασης και δράσης που θα γεννηθούν. Εκείνο που ξέρω είναι ότι το παραδοσιακό μοντέλο του λενινιστικού κόμματος, με τη στρατιωτική πειθαρχία, που ετοιμάζεται για ένοπλη εξέγερση, είναι ξεπερασμένο από την ιστορία.
– Πώς βλέπετε τη σύλληψη του Χόλογουεϊ, ο οποίος προτείνει, όπως λέει ο τίτλος του ομώνυμου βιβλίου του, «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»;
– Πιστεύω ότι, για την ώρα, η οργάνωση των πολιτικών δυνάμεων πρέπει να γίνει σε απόσταση από την εξουσία, γιατί το ζήτημα της εξουσίας είναι το πιο σκοτεινό στην παράδοση της Αριστεράς, εκεί όπου οι εμπειρίες του περασμένου αιώνα είναι ξεκάθαρα αρνητικές. Τα καθεστώτα που ιδρύθηκαν, στη Σοβιετική Ενωση, την Κίνα και αλλού, δεν εξελίχθηκαν σε μορφές χειραφέτησης, ούτε προς τον περίφημο μαρασμό του κράτους, το αντίθετο οδηγήθηκαν στη γιγάντωση ενός πανίσχυρου μηχανισμού κρατικής ισχύος. Σήμερα, το πρωταρχικό ζήτημα που τίθεται ενώπιον της προσπάθειας συγκρότησης μιας νέας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά η ανάγκη να σκεφτεί κριτικά τον ίδιο της τον εαυτό.
– Εχω την αίσθηση ότι αναζητάτε στο πρόσωπο του «Τέταρτου Κόσμου», των μεταναστών εργατών, το ρόλο που αναζητούσαν οι μαρξιστές στο βιομηχανικό προλεταριάτο. Μπορεί ένα κοινωνικό στρώμα τόσο ανομοιογενές, συχνά απόμακρο από την πολιτική με την τρέχουσα έννοια, να εξελιχθεί σε φορέα ενός νέου κοινωνικού υποδείγματος;
– Κοιτάξτε, οι προσωπικές μου εμπειρίες από τις προσπάθειες χρόνων για την οργάνωση αυτών των στρωμάτων με έπεισαν ότι δεν πρόκειται καθόλου για ανθρώπους απομακρυσμένους από την πολιτική. Αντιθέτως, έρχονταν πάντα με αναζητήσεις, προτάσεις. Οπως δεν πρόκειται καθόλου για συντετριμμένους ανθρώπους, με απλοϊκές ανάγκες. Συχνά συναντάμε ανθρώπους που μιλάνε ξένες γλώσσες, έχουν πολιτικές εμπειρίες ήδη από την πατρίδα τους, κάποτε εμπειρίες πάλης απέναντι σε τυραννικά καθεστώτα, ανθρώπους με αυτοεκτίμηση και ανοιχτούς ορίζοντες. Δεν βρίσκεται εκεί, λοιπόν, η δυσκολία. Το πρόβλημα δεν είναι το κοινωνικό υποκείμενο της απελευθερωτικής πολιτικής, αλλά ο τόπος αυτής της πολιτικής. Σε προηγούμενες εποχές, ο τόπος αυτός ήταν το μεγάλο εργοστάσιο. Αλλά σήμερα αυτό το μεγάλο εργοστάσιο δεν υπάρχει στις λεγόμενες αναπτυγμένες κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής, έχει μεταναστεύσει στην Κίνα ή στη Βραζιλία. Αυτός ο κατακερματισμός του σύγχρονου προλεταριάτου κάνει πολύ πιο σύνθετη την ενοποίησή του και την επαφή του με την κριτική διανόηση. Κι αυτή η δυσκολία ενισχύει, κατά τη γνώμη μου, τη σημασία της στρατηγικής σύλληψης. Οσο πιο δύσκολη είναι η ενοποίηση, τόσο πιο ισχυρή πρέπει να είναι η Ιδέα για να επιβληθεί.
Ο Σαρκοζί είναι το πνεύμα της ήττας
– Το πολύ επικριτικό δοκίμιό σας με τον παράξενο τίτλο «Ποιανού πράγματος το όνομα είναι ο Σαρκοζί;» συνάντησε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Πώς δικαιολογείτε τον εκ πρώτης όψεως παράτολμο παραλληλισμό του φαινομένου Σαρκοζί με το φαινόμενο Πετέν, στο κατοχικό καθεστώς του Βισύ;
– Ακούστε, εδώ γίνεται παρεξήγηση. Δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι ο Σαρκοζί είναι ένας νέος Πετέν, κάτι τέτοιο θα ήταν όντως παράλογο. Ο παραλληλισμός μου αφορούσε όχι το πρόσωπο Σαρκοζί, αλλά το πνεύμα του έθνους που τον ακολούθησε. Ενα πνεύμα παράδοσης απέναντι στην ήττα, που περιορίζει τις φιλοδοξίες μας στο να γεράσουμε ήρεμα, με ασφάλεια, χωρίς να παίρνουμε κανένα ρίσκο για κάτι καλύτερο.
Αυτοί που ακολούθησαν τον Πετέν δεν ήταν κατά κύριο λόγο φιλοναζί, ήταν άνθρωποι αποθαρρυμένοι, που ήθελαν πάση θυσία να αποφύγουν το ρίσκο του πολέμου, προτιμώντας μια μίζερη επιβίωση με συνθηκολόγηση στους Ναζί. Κάτι ανάλογο, πιστεύω, ενσάρκωσε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες ο Σαρκοζί: Το θάνατο της ελπίδας και την αντικατάσταση του πόθου της ζωής από την ανάγκη της επιβίωσης.
29/11/09
Περισσότερα... »
συνέντευξη Πολ Ποτ σε γιουγκοσλάβους δημοσιογράφους (Μάρτης 1978)
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΤο παρακάτω κείμενο ελπίζω να συνεισφέρει σε μια ψύχραιμη και ιστορικά ορθή αντιμετώπιση της ιστορικής περιόδου.
η συζήτηση εδω [athens.indymedia.org] ανέδειξε,πάνω από όλα, ότι υπάρχει πλήρης έλλειψη πρωτογενών πηγών πληροφόρησης. Σε προσωπικό επίπεδο, πιστεύω ότι οι απαντήσεις δεν είναι επαρκείς και ικανοποιητικές, ωστόσο, λίγη σημασία έχει..

Συνέντευξη Πολ Ποτ σε γιουγκοσλάβους δημοσιογράφους (Μάρτης 1978)
- Σεβαστέ σύντροφε Πολ Ποτ, σύντομα θα γιορτάσετε την 3η επέτειο της απελευθέρωσης της χώρας σας. Θα θέλατε να μας πείτε ποια είναι τα πιο σημαντικά αποτελέσματα της οικοδόμησης και ανοικοδόμησης της χώρας σας κατά τα 3 αυτά χρόνια; Απ.: Να απαντήσω ευχαρίστως στην ερώτησή σας. Κατά τα 3 σχεδόν προηγούμενα χρόνια, πετύχαμε έναν πολύ μεγάλο αριθμό ικανοποιητικών αποτελεσμάτων για την ανόρθωση και την ανοικοδόμηση της χώρας, αλλά θα ήθελα πρώτα από όλα να σας πω ότι μας απομένουν πολλά να κάνουμε. Το πρώτο σημαντικό αποτέλεσμα είναι ότι επιλύσαμε το αγροτικό πρόβλημα, κυρίως στον τομέα της ορυζοκαλλιέργειας. Με το να έχουμε επιλύσει το πρόβλημα της παραγωγής ρυζιού, εννοούμε ότι έχουμε επαρκώς ρύζι για τη διατροφή του λαού μας. Το 1976, το σχέδιο προέβλεπε μια απόδοση 3 τόνων paddy (σ.μετάφρ.: είδος ρυζιού) ανά εκτάριο. Έχουμε πετύχει το 80-90% του στόχου αυτού, κάτι που μας επέτρεψε να επιλύσουμε το θέμα των συνθηκών διαβίωσης του λαού μας και να προχωρήσουμε ακόμα και σε εξαγωγές ρυζιού. Το 1977, το πλάνο μας προέβλεπε μια απόδοση 3 τόνων paddy ανά εκτάριο για μια συγκομιδή και 6 τόνων ανά εκτάριο για δύο συγκομιδές το χρόνο. Έχουμε υλοποιήσει αυτό το πλάνο περίπου στο 100%, κάτι που μας επέτρεψε να αποκτήσουμε, το 1977, μια παραγωγή paddy αρκετά ανώτερη από εκείνη του 1976, να βελτιώσουμε τις συνθήκες διαβίωσης του λαού μας και να αυξήσουμε την ποσότητα του εξαγόμενου ρυζιού. Το σύνθημά μας είναι «Αν έχουμε ρύζι, θα μπορούμε να έχουμε τα πάντα», γιατί ο λαός θα μπορεί να τρώει, θα έχουμε ρύζι να εξάγουμε και θα μπορούμε να εισάγουμε τα προϊόντα τα οποία έχουμε ανάγκη. Τα αποτελέσματα που πετύχαμε στην αγροτική παραγωγή οφείλονται στις βάσεις που τέθηκαν από τα βασικά αρδευτικά έργα που ήδη έχουμε πραγματοποιήσει. Αυτά τα έργα συνιστούν ένα σημαντικό κεκτημένο που εξασφαλίζουν για το μέλλον την αγροτική και ορυζοκαλλιεργητική παραγωγή. Και εφ’όσον επιλυθεί το αγροτικό πρόβλημα, οι άλλοι τομείς όπως η βιομηχανία, η βιοτεχνία, οι κοινωνικοί και πολιτιστικοί τομείς μπορούν, χάρη σε αυτή τη βάση, εξίσου να αναπτυχθούν. Ένα άλλο σημαντικό αποτέλεσμα είναι ότι μειώσαμε την ελονοσία κατά 90%. Επίσης, οι συνθήκες διαβίωσης του λαού μας στον τομέα της υγείας έχουν πολύ βελτιωθεί. Ένα άλλο σημαντικό αποτέλεσμα είναι η πλήρης εξάλειψη του αναλφαβητισμού που ήταν ένα κατάλοιπο της παλιάς κοινωνίας. Σίγουρα, στην παλιά κοινωνία, υπήρχαν σχολές, λύκεια, κολέγια και δημοτικά σχολεία στις πόλεις, αλλά η πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού ήταν αναλφάβητη. Τώρα, έχουμε επιλύσει θεμελιωδώς το πρόβλημα αυτό. Ο λαός μας ξέρει να διαβάζει και να γράφει. Είναι αυτές οι βάσεις που θα επιτρέψουν στο λαό μας να ανεβάσει, σταδιακά, το πολιτιστικό του επίπεδο. Δεν είναι μόνο ένα τμήμα της κοινωνίας, αλλά είναι όλος ο λαός που μπορεί να μάθει και να σπουδάζει. Στηριζόμαστε σε αυτές τις βάσεις για την ανάπτυξη της παιδείας και της κατάρτισης. Όσο για τα άλλα αποτελέσματα, είναι λιγότερο σημαντικά, αλλά θα ήθελα να σας πω ότι έχουμε δημιουργήσει και αναπτύξει το δίκτυο Υγείας σε όλη τη χώρα. Κάθε συνεταιρισμός έχει το ιατρικό του κέντρο και κέντρο παραγωγής παραδοσιακών φαρμάκων, εθνικών και λαϊκών. Έχουμε γιατρούς σε όλη τη χώρα, σε όλους τους συνεταιρισμούς και ακόμα και στις πιο καθυστερημένες περιφέρειες της χώρας. Το επίπεδο τωνγιατρών είναι ακόμα χαμηλό, αλλά στηριζόμενοι σε αυτή τη βάση, θα αναπτύξουμε, σταδιακά, τις ικανότητές τους. Αναφορικά με τη βιοτεχνία και τα εργαστήρια, δεν έχουμε θεαματικά αποτελέσματα. Αλλά έχουμε δημιουργήσει παντού ένα δίκτυο εργαστηρίων. Κάθε συνεταιρισμός έχει βιοτεχνίες και εργαστήρια. Αυτές είναι οι βάσεις για την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και που θα μας επιτρέψουν να οδηγηθούμε προοδευτικά προς την εκβιομηχάνιση. Είναι εκεί που υπάρχει ένας αριθμός σημαντικών αποτελεσμάτων. Έχουν επιτευχθεί χάρη στις προσπάθειες του λαού μας, υπό την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Καμπότζης. Ο λαός εργάζεται με τα ίδια του τα χέρια και διαπιστώνει ο ίδιος τα αποτελέσματα της δουλειάς του, και είναι ενθουσιασμένος. -Κατά τη σύντομη παραμονή μας στην όμορφη χώρα σας, βρήκαμε αποδείξεις ότι η επανάστασή σας έρχεται σε ριζική ρήξη με το παρελθόν. Τι μοντέλο κοινωνίας οικοδομείτε; -Δεν έχουμε κάποιο μοντέλο βάσει του οποίου χτίζουμε τη νέα μας κοινωνία. Το έκτακτο Εθνικό Συνέδριο που έλαβε χώρα στα τέλη του μηνός Απρίλη του 1975 υπογράμμισε ότι ο καθοριστικός ρόλος κατά την επανάσταση, κατά τον Εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο, είχε αναληφθεί από τον εργατικό και τον αγροτικό πληθυσμό που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Είναι αυτός ο εργατικός και αγροτικός πληθυσμός που ανέλαβε το πιο βαρύ φορτίο κατά την επανάσταση, και επίσης είναι αυτός ο εργατικός και αγροτικός πληθυσμός που πρέπει να επωφεληθεί περισσότερο από τα κεκτημένα της επανάστασης, στο παρόν και στο μέλλον. Το προοίμιο του Συντάγματός μας επικυρώνει αυτό το σημείο. Η φιλοδοξία μας είναι να οικοδομήσουμε μια κοινωνία όπου θα υπάρχει για όλους η ευτυχία, η ευημερία, η ισότητα, όπου δεν θα υπάρχει ούτε εκμεταλλεύτρια ούτε εκμεταλλευόμενη τάξη, ούτε εκμεταλλευτές ούτε εκμεταλλευόμενοι, και όπου όλος ο κόσμος συμμετέχει στη δουλειά της παραγωγής και της Εθνικής Άμυνας. Είναι σε αυτές τις βάσεις και με αυτό το στόχο που οικοδομούμε τη νέα κοινωνία. Επίσης, η οικοδόμηση της νέας κοινωνίας λαμβάνει χώρα σε αρμονία με τις φιλοδοξίες όλου του λαού, και κυρίως των εργατικών και αγροτικών τμημάτων του λαού, που συνιστούν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Αν ο λαός εκτιμήσει πως ο δρόμος που ακολουθείται για την οικοδόμηση αυτής της κοινωνίας είναι καλός, θα βαδίζει σε αυτό το δρόμο. Αν αντίθετα, δεν είναι ικανοποιημένος, θα αποφασίσει αλλιώς. Επαφίεται στο λαό να αποφασίσει. Βάσει της εμπειρίας μας, στηριζόμαστε πλήρως στο λαό μας, κατά την επανάσταση όπως πράξαμε κατά τον πόλεμο της Εθνικής Απελευθέρωσης. - Σύμφωνα με όσα είδαμε σε αυτή τη φάση της επανάστασής σας, έχετε θέσει όλες τις εθνικές σας δυνάμεις για την ανάπτυξη της γεωργίας. Θα είχατε την πρόθεση να αναπτύξετε επίσης τη βιομηχανία και πώς σκέφτεστε να δημιουργήσετε την τεχνική βάση, δηλαδή, πώς θα καταρτίσετε τα απαραίτητα στελέχη για έναν τέτοιο προσανατολισμό, καθώς, επί του παρόντος, βάσει των όσων γνωρίζουμε, δεν έχετε ούτε πανεπιστήμια ούτε τεχνικές σχολές; - Έχουμε στόχους και σχέδια για να αναπτύξουμε σύντομα τη βιομηχανία. Βασιζόμενοι στη γεωργία, καταβάλλουμε προσπάθειες για την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Εκτιμούμε ότι για να έχουμε μια οικονομία ανεξάρτητη, πρέπει να αναπτύξουμε τη γεωργία, τη βιομηχανία, τη βιοτεχνία και τους άλλους τομείς. Επίσης, είναι ένας προσανατολισμός στον οποίο αποδίδουμε πολλή προσοχή. Μα για να φτιάξουμε βιομηχανία, πού θα βρούμε τα κεφάλαια; Στηριζόμαστε για αυτό στη γεωργία. Για παράδειγμα, έχουμε εγκαθιδρύσει εμπορικές σχέσεις με τους γιουγκοσλάβους συντρόφους. Εξάγουμε αγροτικά προϊόντα και εισάγουμε βιομηχανικά προϊόντα, τόσο για τις ανάγκες της γεωργίας όσο και για εκείνες της βιομηχανίας. Παράλληλα, έχουμε μια πολιτική για την τάχιστη κατάρτιση μεγάλου αριθμού ντόπιων τεχνικών. Αν μιλάμε για πανεπιστήμια, για ανώτατη και δευτεροβάθμια εκπαίδευση όπως εκείνη του παρελθόντος, μπορεί όντως να σας φαίνονται ανύπαρκτες, αλλά εμείς καταρτίζουμε τους τεχνικούς στη βάση. Στους συνεταιρισμούς, υπάρχουν πολυάριθμα εξειδικευμένα εργαστήρια όπου οι σπουδές είναι στενά συνδεδεμένες με τη δουλειά της παραγωγής. Αντίστοιχα υπάρχουν και στα εργοστάσια, τόσο στην Πνομ Πενχ όσο και στις επαρχίες (…). Καταρτίζουμε τους τεχνικούς μας στη βάση και αναπτύσσουμε το τεχνικό τους επίπεδο σταδιακά. Συμμετέχουν στις δουλειές της παραγωγής, και αποκτούν συγκεκριμένες, θετικές και αρνητικές, εμπειρίες που τους βοηθούν να προοδεύουν. Πριν την Απελευθέρωση, πολλοί από εσάς είχαν έρθει πολλές φορές στην Καμπότζη. Εκείνη την εποχή, υπήρχαν πολύ λίγοι ντόπιοι τεχνικοί. Υπήρχαν πάρα πολλοί ξένοι τεχνικοί. Τώρα, αποδίδουμε μεγάλη σημασία στην κατάρτιση ντόπιων στελεχών (…) Αποδίδουμε μεγάλη σημασία στο πρόβλημα της βιομηχανικής ανάπτυξης και στην κατάρτιση ντόπιων τεχνικών. Θα ανεβάσουμε το επίπεδο των ντόπιων τεχνικών με τα δικά μας μέσα. Εκτιμούμε πως μπορούμε να το κάνουμε ως ένα βαθμό, Συνδέοντας στενά τις σπουδές με την πρακτική, θα αποκτήσουν σταδιακά εμπειρίες. Έπειτα, θα πάνε για επιπλέον σπουδές σε φιλικές χώρες όπου θα σπουδάσουν και θα αυξήσουν τις επιστημονικές και τεχνικές τους γνώσεις. Είναι αυτές οι αρχές επί των οποίων εμείς στηριζόμαστε. Αλλά δεν θα στείλουμε τους σπουδαστές παρά μόνο σε φιλικές χώρες. Αφού εξήγησε ότι η εκκένωση των πόλεων προς την επαρχία ήταν το μοναδικό μέσο για την εξασφάλιση του επισιτισμού χάρη στην οργάνωση αγροτικών συνεταιρισμών και ταυτόχρονα έκανε να αποτύχει το σχέδιο των αμερικάνων ιμπεριαλιστών για τη δημιουργία προσκομμάτων στην Πνομ Πενχ με την ελπίδα να ανακτήσουν την εξουσία, ο Πολ Ποτ απαντά σε άλλα ερωτήματα. - Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατί καταργήσατε το ρόλο του χρήματος, το δίκτυο εμπορίου; Είναι ένας μεταβατικός προσανατολισμός προς τον κοινωνικό και επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σας ή ένα μοντέλο κοινωνίας επί του οποίου θα επιμείνετε μακροπρόθεσμα; - Αναφορικά με το ρόλο του χρήματος, το σύστημα μισθών και το εμπόριο θα ήθελα να σας πω τα εξής: Το 1970-71, είχαμε ήδη απελευθερώσει το 75-80% της χώρας μας. Εκείνη την εποχή, είχαμε την πολιτική και στρατιωτική εξουσία, αλλά δεν είχαμε την οικονομική εξουσία: η οικονομία ήταν στα χέρια των φεουδαρχών και των καπιταλιστών. Επίσης, οι τελευταίοι συσσώρευαν όλη την παραγωγή γιατί είχαν χρήμα(…). Ενώ εμείς, εμείς δεν είχαμε τίποτα. Ο πληθυσμός είχε πολλές δυσκολίες για τα βασικά αγαθά. Ο στρατός μας επίσης. Αυτές οι δυσκολίες είχαν επίπτωση στον Εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο. Αφού μελετήθηκε η κατάσταση, αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε τους συνεταιρισμούς, προκειμένου αυτοί να κρατάνε στα χέρια τους την οικονομία, την αγροτική παραγωγή στην επαρχία, να ασχολούνται με τη διοίκηση, με τη διανομή, με τον επισιτισμό και με τις ανταλλαγές, από τη μια μεταξύ των συνεταιρισμών και από την άλλη μεταξύ των συνεταιρισμών και του κράτους. Είναι έτσι που μπορέσαμε να πάρουμε στα χέρια μας την αγροτική παραγωγή, να επιλύσουμε τα προβλήματα των συνθηκών διαβίωσης του λαού. Ο λαός ήταν ενθουσιασμένος και έστελνε τα παιδιά του στο στρατό για να πολεμήσουν τον εχθρό. Καθώς οι συνεταιρισμοί αλληλοβοηθούνταν και ανέπτυσσαν μεταξύ τους τις ανταλλαγές των προϊόντων, ο ρόλος του χρήματος σταδιακά ελαττώθηκε. Το 1974, ελαττώθηκε κατά 80%. Πριν την Απελευθέρωση, μόνο το κράτος χρησιμοποιούσε το χρήμα. Το χρησιμοποιούσε για να αγοράσει διάφορα προϊόντα στη ζώνη που δεν είχε ακόμα απελευθερωθεί για τις ανάγκες της ζώνης που είχε τον έλεγχο. Μετά από αυτές τις εμπειρίες, συμβουλευτήκαμε το λαόπου εκτίμησε ότι το χρήμα δεν είχε καμμία χρησιμότητα γιατί οι συνεταιρισμοί είχαν ήδη μπορέσει να προβαίνουν σε ανταλλαγές μεταξύ τους χωρίς να προσφεύγουν στο χρήμα. Έτσι, εκείνη την εποχή, η απελευθερωμένη ζώνη που απλωνόταν στο 90% και πλέον της χώρας με περίπου 6 εκατομμύρια κατοίκων, είχαμε ήδη επιλύσει το πρόβλημα. Όταν ο πληθυσμός των πόλεων μεταφέρθηκε στην επαρχία, μπήκε πλήρως στους συνεταιρισμούς. Αυτή η πρακτική μας οδήγησε να μην κάνουμε χρήση του χρήματος ως τώρα. Τι θα συμβεί στο μέλλον; Αυτό εξαρτάται από το λαό. Αν ο λαός εκτιμά ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί εκ νέου το χρήμα, θα το χρησιμοποιήσουμε. Αλλά αν σκέφτεται πως αυτό δεν είναι αναγκαίο, θα αποφασίσει ανάλογα (…). Αναφορικά με το σύστημα των μισθών, υπάρχουν επίσης συνήθειες που αποκτήθηκαν από το παρελθόν, κατά το επαναστατικό κίνημα, και κυρίως κατά τη διάρκεια του Εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου, είτε για τα στελέχη είτε στο στρατό, δεν υπήρχε μισθός.Αναφορικά με τους κατοίκους, ούτε κι αυτοί είχαν μισθό. Πριν την Απελευθέρωση, στην απελευθερωμένη ζώνη, τα στελέχη, ο στρατός, ο πληθυσμός, δηλαδή σχεδόν 6 εκατομμύρια άνθρωποι, είχαν ήδη συνηθίσει να ζουν χωρίς μισθό. Είχαμε επισημάνει ότι, κατά το παρελθόν, η πλειοψηφία του λαού μας δεν είχε μισθό. Μόνο οιδημόσιοι υπάλληλοι είχαν αμοιβές. Έτσι, με αυτές τις αποκτημένες συνήθειες, ο πληθυσμός των πόλεων ενσωματώθηκε στους συνεταιρισμούς. Τα πολιτικά στελέχη, τα στελέχη, οι μαχητές και οι μαχήτριες του στρατού και οι εργάτες συνέχισαν να ζουν ακολουθώντας το καθεστώς επισιτισμού και εφοδιασμού που ίσχυε κατά τον πόλεμο. Εκτιμούμε ότι αυτό ελαφρύνει από ένα βαρύ φορτίο το λαό και επιτρέπει να αποταμιεύσουμε το ασήμικυρίως για την εθνική άμυνα και ανοικοδόμηση. Τι θα συμβεί στο μέλλον; Αυτό εξαρτάται από τη συγκεκριμένη εκείνη κατάσταση και το λαό. Αναφορικά με το δίκτυο εμπορίου, το κράτος και οι συνεταιρισμοί συνεργάζονται για την οργάνωσή του. Το κράτος συγκεντρώνει τις παραγωγές των συνεταιρισμών για να τις διανείμει σε όλη τη χώρα και να τις εξάγει στο εξωτερικό. Το κράτος εισάγει προϊόντα από το εξωτερικό για να τα διανείμει σε όλη τη χώρα. -Αν καταλάβαμε καλά, η Δημοκρατική Καμπότζη έχει προβλήματα και δυσκολίες κάθε είδους με τις γείτονες χώρες. Τι εκτιμάτε, πώς μπορείτε να επιλύσετε αυτά τα προβλήματα και να ξεπεράσετε τις σημερινές δυσκολίες; -(…) Η κύρια δυσκολία προέρχεται από το γεγονός ότι εμείς υποστηρίζουμε τη θέση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας, του να βασιζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις, και να αποφασίζουμε μόνοι μας την πορεία μας. Σε αυτή τη θέση αντιτίθενται μερικές χώρες, οι επεκτατιστές και οι ιμπεριαλιστές. Αλλά εκτιμούμε πως στεκόμενοι σε αυτή τη θέση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας, του να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις, οι δυσκολίες μας είναι λιγότερο σοβαρές από όσες θα συναντούσαμε αν το έθνος και ο λαός της Καμπότζης ήταν υποταγμένος ή εξαφανιζόταν…
(…) Πώς θα επιλύσουμε τις δυσκολίες αυτές; Αυτό το πρόβλημα εξαρτάται από παράγοντες που έγκεινται ταυτόχρονα στην πλευρά μας και την αντίπαλη πλευρά. Επίσης, έχουμε επιδιώξει να επιλύσουμε αυτό το πρόβλημα μέσω συναντήσεων και διαπραγματεύσεων. Αμέσως μετά την Απελευθέρωση, κατά το μήνα Ιούνη του 1975, εγώ ο ίδιος και άλλοι ηγέτες σύντροφοι, μεταβήκαμε στο Ανόι. Αποφασίσαμε να πάμε και να δηλώσουμε την καλή μας θέληση για την επιδίωξη μιας επίλυσης στα προβλήματα, αλλά υπήρχε ένα, εκείνο των συνόρων, που έπρεπε να συζητήσουμε. Είπαμε ότι η Καμπότζη δεν ζητά παρά να ζει σε ειρήνη, και προκειμένου να διαφυλάξει, να αναπτύξει και να ενδυναμώσει την ειρήνη μεταξύ των δύο χωρών και των δύο λαών, θεωρεί ότι τα σημερινά σύνορα που το Βιετνάμ είχε πομπωδώς αναγνωρίσει το 1966-67 και είναι δεσμευμένο να σέβεται, ως σύνορα κρατικά μεταξύ των δύο χωρών. Δεν διεκδικήσαμε ούτε μια σπιθαμή γης. Οι Βιετναμέζοι απαξίωσαν να μας απαντήσουν γιατί έτρεφαν φιλοδοξίες πιο μεγάλες: να κυριεύσουν ολόκληρη την Καμπότζη υπό τη μορφή μιας «ινδοκινέζικης Ομοσπονδίας», αποστέλλοντας, κάθε χρόνο, πολλές εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια Βιετναμέζων να εγκατασταθούν. Και σε βάθος 30 και πλέον χρόνων, ο λαός της Καμπότζης, να αποτελούσε μια εθνική μειοψηφία. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Το μήνα Μάη του 1976, είχαμε προσκαλέσει τους Βιετναμέζους να έρθουν να διαπραγματευτούν στην Πνομ Πενχ. Στην αρχή, δεν ήθελαν να έρθουν. Όταν έφτασαν, μας είπαν ότι ήρθαν επειδή επιμέναμε. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το Βιετνάμ αμφισβήτησε τα σύνορα που είχε αναγνωρίσει το 1966-67 και ήταν δεσμευμένο να σέβεται. Μας είπε ότι το 1966, συμφωνούσε με την Καμπότζη γιατί εκείνη την εποχή, είχε να πολεμήσει τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές.Έτσι, αυτό είναι μια απάτη. Επιπλέον, πρότεινε μια νέα χάραξη συνόρων η οποία μας αφαιρούσε ένα μεγάλο τμήμα των θαλάσσιων υδάτων. Για εμάς, αυτό είναι επεκτατισμός και επιδίωξη για προσαρτήσεις. Δεν είναι φιλία. Επειδή είμαστε μικροί, ασκεί πιέσεις σε εμάς. Αλλά δεν δεχτήκαμε. Έτσι, οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε κανένα αποτέλεσμα. Παράλληλα με αυτές τις διαπραγματεύσεις, οι Βιετναμέζοι συνέχιζαν να μας επιτίθενται κατά μήκος τον συνόρων, για να μας υποχρεώσει να υποταχθούμε. Αλλά δεν υποχωρήσαμε. Έχοντας παλέψει σκληρά τους ιμπεριαλιστές και τους λακέδες τους, δεν μπορούμε να αποδεχτούμε να γίνουμε σκλάβοι του Βιετνάμ. Ο λαός μας, ο στρατός μας, δεν μπορούν να το αποδεχτούν. Τώρα, πώς να επιλυθεί το πρόβλημα; Θα το επιλύσουμε ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση. Αν το Βιετνάμ σεβαστεί πραγματικά την ανεξαρτησία μας και την κυριαρχία μας, αν τρέφει μια πραγματική φιλία για εμάς, δεν θα υπάρχει δυσκολία για την επίλυση του προβλήματος. Θα μπορούμε να κάνουμε τα πάντα άμεσα. Αλλά αν το Βιετνάμ επιμείνει να θέλει να κατακτήσει την Καμπότζη, θα πρέπει να υπερασπίσουμε την ανεξαρτησία μας, την κυριαρχία μας και την εδαφική μας ακεραιότητα. Αλλά εκτιμούμε ότι οι δυσκολίες μας θα αναπτυχθούν και θα μπορούν να επιλυθούν σταδιακά. -Στον κόσμο, γράφουν πολλοί, με ή χωρίς λόγο, ότι η χώρα σας είναι απομονωτική. Θα είχατε την πρόθεση να ανοιχτείτε περισσότερο σε όλο τον κόσμο, πάνω σε ποιες αρχές και με ποια έννοια; -Από την Απελευθέρωση, υποδεχτήκαμε φίλους σταδιακά. Μετά την Απελευθέρωση, είχαμε πολλά προβλήματα να επιλύσουμε, είχαμε να οργανώσουμε τη χώρα, να επιλύσουμε τα προβλήματα που τίθονταν από τις συνθήκες διαβίωσης του λαού, δηλαδή, είχαμε να τακτοποιήσουμε τη χώρα μας, το σπίτι μας. Είμαστε πεπεισμένοι, ότι στο μέλλον, οι φίλοι που θα έρχονται θα είναι περισσότεροι. (…) Ανοίγουμε τη χώρα μας στους φίλους, Θα προσκαλέσουμε και θα φιλοξενήσουμε όλο και περισσότερους φίλους στο σπίτι μας, στη χώρα μας, και θα αναπτύξουμε και ενισχύσουμε τη φιλία μας με όλους τους λαούς και τις φιλικές χώρες. Όσο για τις διάφορες προσωπικότητες και οργανώσεις που έχουν εκδηλώσει τη φιλία τους και το πνεύμα δικαιοσύνης προς την Καμπότζη, τους έχουμε προσκαλέσει να επισκεφτούν τη χώρα μας και θα προσκαλέσουμε κι άλλους ακόμα. Είμαστε πεπεισμένοι ότι οι φίλοι μας όλο και πιο πολλοί θα έρχονται να επισκέπτονται τη χώρα μας. Αλλά πρέπει επίσης να τακτοποιήσουμε και να ομορφύνουμε την κατοικία μας για να υποδεχτούμε τους προσκεκλημένους μας.
συνέχεια στο :
[athens.indymedia.org]
Περισσότερα... »
ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΤα ζητήματα που αναλύονται σ’ αυτό το βιβλιαράκι είναι σήμερα ακόμα πιο επίκαιρα και ζητούν την επιστημονική τους τοποθέτηση. Ποια είναι η σχέση των συνδικάτων με το αστικό κράτος την εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής; Ποια είναι η σχέση του συνδικαλιστικού κινήματος με το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης και την πάλη για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό; Με την απάντηση αυτών των καίριων ερωτημάτων καταπιάνεται ο Λ. Τρότσκι – όχι σαν σχολιαστής των γεγονότων – αλλά σαν ηγέτης της παγκόσμιας επανάστασης. Η ανάλυση της φύσης και του ρόλου των συνδικάτων στον 21ο αιώνα είναι αναπόσπαστο μέρος της μαρξιστικής ανάλυσης της φύσης της ιμπεριαλιστικής εποχής σαν της περιόδου της θανάσιμης αγωνίας του καπιταλισμού.
ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ
Ολόκληρο το βιβλίο ΕΔΩ:
http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=7323
Περισσότερα... »
Kείμενα για τον ελληνικό εμφύλιο
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΜε αφορμή τα 65 χρόνια από τον Δεκέμβρη του 44 και την έναρξη του ελληνικού εμφυλίου, αναδημοσιεύουμε εδώ τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των κειμένων που κυκλοφόρησαν στην εφημερίδα Εργατική Εξουσία και που σηκώθηκαν στην ηλεκτρονική της σελίδα: [www.ks-ee.org]
Καλαμάτα, Πύργος, Μελιγαλάς: Η πρώτη πράξη του ελληνικού εμφυλίου, Α’ Μέρος
[www.ks-ee.org]
Καλαμάτα, Πύργος, Μελιγαλάς: Η πρώτη πράξη του ελληνικού εμφυλίου, Β’ Μέρος
[www.ks-ee.org]
Ο κόκκινος Δεκέμβρης, Α' μέρος
[www.ks-ee.org]
Ο κόκκινος Δεκέμβρης του 1944, Β' μέρος
[www.ks-ee.org]
Οι τροτσκιστές στα Δεκεμβριανά
[www.ks-ee.org]
[avantgarde.ks-ee.org]
Περισσότερα... »
Το κομμουνιστικό κόμμα είναι κόμμα μιας μόνο τάξης: της εργατικής τάξης
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΓια τους κομμουνιστές και τα πρωτοπόρα στοιχεία του προλεταριάτου, των οποίων το πρωταρχικό καθήκον- στην τωρινή φάση της ταξικής πάλης- είναι η ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κόμματος, είναι θεμελιώδους σημασίας να έχουν ξεκάθαρο ποιον τύπο κόμματος είναι απαραίτητο να ανασυγκροτήσουν.
Και αυτό δεν μπορεί να επέλθει παρά μόνο με μια σκληρή ιδεολογική μάχη ενάντια σε εσφαλμένες αντιλήψεις (ρεφορμιστικές, αυθορμητιστικές, κινηματιστικές και αριστερίστικες) που είναι ευρέως διαδεδομένες εντός του εργατικού κινήματος της χώρας μας: μια μάχη μακρά σε διάρκεια και δύσκολη για την πλήρη επαναφομοίωση της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας για το Κόμμα, εκ μέρους των προλεταριακών πρωτοπορειών.
Για να φτάσουμε άμεσα στον πυρήνα του ζητήματος, μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια διάσημη φράση του Λένιν: «Το βασικό στοιχείο του δόγματος του Καρλ Μαρξ είναι η ερμηνεία του παγκόσμιου ιστορικού ρόλου του προλεταριάτου ως δημιουργού της σοσιαλιστικής κοινωνίας».
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατάλαβαν πως σε καμιά άλλη κοινωνική τάξη δεν μπορούσε να αναγνωριστεί αυτός ο ιστορικός ρόλος, ως συμπέρασμα της επιστημονικής ανάλυσής τους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των σχέσεων μεταξύ των τάξεων που υπάρχουν στην καπιταλιστική κοινωνία: το προλεταριάτο, τις μη προλεταριακές εργαζόμενες μάζες, τη μικροαστική τάξη και την αστική τάξη.
«Η αστική τάξη έχει όχι μόνο κατασκευάσει τα όπλα που της επιφέρουν το θάνατο: έχει, επίσης, δημιουργήσει και τους ανθρώπους που θα χρησιμοποιήσουν αυτά τα όπλα: τους σύγχρονους εργάτες, τους προλετάριους» (Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος). Αυτοί είναι προϊόν της καπιταλιστικής μεγάλης βιομηχανίας: «Η ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας αφαιρεί κάτω από τα πόδια της αστικής τάξης το έδαφος πάνω στο οποίο αυτή παράγει και καρπούται τα προϊόντα. Αυτή παράγει, πρώτα από όλα, τους ίδιους της τους νεκροθάφτες. Η δύση της και η νίκη του προλεταριάτου είναι εξίσου αναπόφευκτες».
Η εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο, είναι ο πιο αποφασισμένος και συνεπής ανταγωνιστής του καπιταλισμού για τουλάχιστον τέσσερις βασικούς λόγους.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι η ανάπτυξη της υλικής βάσης του καπιταλισμού, η μεγάλη βιομηχανία, δεν απειλεί την ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξης, δεν απειλεί, μακροπρόθεσμα, τη θέση που αυτό κατέχει στην κοινωνία (όπως συμβαίνει, αντίθετα, για τις μικροαστικές οικονομικές τάξεις). Αντίθετα, η ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας συντελεί στην αύξηση του αριθμού των εργατών και καθιστά πάντοτε πιο σημαντικό τον οικονομικό και κοινωνικό ρόλο που αυτοί επέχουν ως κύριοι παραγωγοί του υλικού πλούτου της κοινωνίας. Αυτός ο ρόλος του βιομηχανικού προλεταριάτου δεν εξαρτάται από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη συγκέντρωση ή διασκορπισμό του στην επικράτεια, παράγοντας που επιδρά, σίγουρα, στο επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης, μα που δεν τροποποιεί τον αντικειμενικό κοινωνικό της ρόλο. Ακριβώς εξαιτίας μιας ουσιαστικής έλλειψης κατανόησης αυτού του σημαντικού σημείου, είναι διαδεδομένο μεταξύ πολλών τίμιων εργαζομένων και συντρόφων (ως αποτέλεσμα και της κατάλληλης αστικής προπαγάνδας) ένα αίσθημα σαστιμάρας και απαισιοδοξίας απέναντι σε αυτόν τον πολλές φορές αποκαλούμενο «θρυμματισμό», «αποδιάρθρωση» κλπ της εργατικής τάξης, μέχρι σε σημείο να γίνεται πιστευτό ότι αυτό αποτελεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για την ανασυγκρότηση του επαναστατικού κόμματός της.
Εξάλλου, προς αποφυγή ευρέως διαδεδομένων παρερμηνειών, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε πως η μαρξιστική (και η λενινιστική) έννοια που δίνεται στον όρο «μεγάλη βιομηχανία» δεν έχει να κάνει με τις διαστάσεις της επιχείρησης, αλλά με τον τρόπο παραγωγής σε αυτή, διαμέσου της απασχόλησης μηχανών και συστοιχιών μηχανών, των οποίων ο εργάτης γίνεται όλο και πιο πολύ το συμπλήρωμα.
Η καπιταλιστική «Μικρή και Μεσαία Επιχείρηση», για την οποία τόσο πολύ μιλάνε στην Ιταλία, αν παράγει όχι με τις τεχνικές της παλιάς μανιφατούρας μα με τα σύγχρονα μηχανήματα και τις τεχνικές, αποτελεί συστατικό στοιχείο της «μεγάλης βιομηχανίας» με την έννοια που δίνει η μαρξιστική ανάλυση.
Ο δεύτερος λόγος- που αποτελεί έναν λόγο στενά συνδεδεμένο με τον πρώτο- για τον οποίο η εργατική τάξη είναι ασυμφιλίωτα ανταγωνιστική με το κεφάλαιο έγκειται στο γεγονός ότι τα υλικά συμφέροντα της ίδιας τάξης συμπίπτουν με τη θεμελιώδη τάση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (συμπεριλαμβανομένης της επιστήμης και των τεχνικών εφαρμογών της στην παραγωγή): τάση που, στην κορύφωσή της, απαιτεί την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής οικονομίας κεντρικά και συνειδητά, μέσω ενός σχεδίου, κατευθυνόμενης.
Ο ξέφρενος υποκειμενισμός που σήμερα κυριαρχεί στον γαλαξία των διαφόρων κινημάτων μικροαστικής θεώρησης των πραγμάτων, και στις πολιτικές δυνάμεις που έχουν αναλάβει την εκπροσώπησή τους, αγνοεί ή υποτιμά πλήρως αυτή την υλιστική ταξική ανάλυση.
Τρίτον, το βιομηχανικό προλεταριάτο- που δεν κατέχει κανένα μέσο παραγωγής είναι η τάξη που είναι άμεσα εκμεταλλευόμενη από το κεφάλαιο, το οποίο αποσπά από τους εργάτες την υπεραξία από την οποία ζει ολόκληρη η αστική τάξη σε όλες της τις κοινωνικές διακλαδώσεις. Η εργατική τάξη είναι, επομένως, η μοναδική κοινωνική τάξη που έχει μια ανταγωνιστική σχέση με το κεφάλαιο στη σφαίρα ακριβώς της παραγωγικής διαδικασίας. Γι’ αυτό η εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο, είναι η πιο μαχητική τάξη, η μόνη πραγματικά επαναστατική τάξη της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Τέλος, η εργασία στη μεγάλη καπιταλιστική παραγωγή διαπαιδαγωγεί καθημερινά τους εργάτες στην από κοινού διεξαγόμενη εργασία, στην οργάνωση, στην πειθαρχία και στο πνεύμα της συλλογικότητας: αυτό επιτρέπει στο βιομηχανικό προλεταριάτο να αναπτύξει τη δική του ταξική συνείδηση, να αφομοιώσει τις ιδέες του επιστημονικού σοσιαλισμού και να προετοιμαστεί για το επαναστατικό του καθήκον: την επίθεση- επικεφαλής όλων των καταπιεσμένων και όλων των εκμεταλλευομένων- στη πολιτική εξουσία και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. «Γενικά, δεν μπορούμε να επιτύχουμε αυτό το πέρασμα χωρίς την ηγεμονία της μόνης τάξης που διαπαιδαγωγήθηκε από τον καπιταλισμό για την μεγάλη παραγωγή, της μόνης τάξης που βρίσκεται σε ρήξη με τα συμφέροντα του μικροϊδιοκτήτη» (Λένιν).
Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ο μαρξισμός-λενινισμός αποδίδει έναν βασικό επαναστατικό ρόλο στο προλεταριάτο, στην εκμεταλλευόμενη από το κεφάλαιο εργατική τάξη, της οποίας το κομμουνιστικό κόμμα είναι το πρωτοπόρο τμήμα, ακόμα και αν αυτό υπερασπίζεται, πέραν των συμφερόντων της εργατικής τάξης, και τα συμφέροντα όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων εργαζόμενων μαζών.
Στο άρθρο του «Η θέληση των μαζών»(L’Unità, 24 Ιούνη 1925), ο Γκράμσι ξεκαθάριζε με σαφήνεια το ζήτημα:
«Υπάρχει μία βούληση των εργαζομένων μαζών στο σύνολό τους και μπορεί το κομμουνιστικό κόμμα να φτάσει στο σημείο «να υπακούει στη βούληση των μαζών γενικά»; Όχι. Υπάρχουν στο σύνολο των εργαζόμενων μαζών παρόμοιες και διακριτές βουλήσεις: υπάρχει μια κομμουνιστική βούληση, μια ρεφορμιστική βούληση και μια φιλελεύθερη δημοκρατική βούληση. Υπάρχει ακόμα και μια φασιστική βούληση, με μια συγκεκριμένη έννοια και εντός κάποιων συγκεκριμένων ορίων. Για όσο επιβιώνει το αστικό καθεστώς, με το μονοπώλιο του Τύπου στα χέρια του καπιταλισμού και, επομένως, με την δυνατότητα για την κυβέρνηση και για τα αστικά κόμματα να παρουσιάζουν τα πολιτικά ζητήματα κατά πώς τους συμφέρει, δηλαδή ως γενικά συμφέροντα, για όσο παραμένει κατεσταλμένη και περιορισμένη η ελευθερία συνεταιρίζεσθαι και συνέρχεσθαι για την εργατική τάξη ή να μπορούν να διατυπώνονται ατιμώρητα τα πιο χυδαία ψέματα ενάντια στον κομμουνισμό, είναι αναπόφευκτο οι εργαζόμενες τάξεις να παραμένουν αποσυγκροτημένες, δηλαδή να μην έχουν παρόμοιες βουλήσεις. Το κομμουνιστικό κόμμα «εκπροσωπεί» τα συμφέροντα ολόκληρης της εργαζόμενης μάζας, μα «υλοποιεί» τη βούληση μόνο ενός συγκεκριμένου τμήματος των μαζών, του πιο προχωρημένου τμήματος, του τμήματος εκείνου (προλεταριάτου) που επιθυμεί να ανατρέψει το υπάρχον καθεστώς με επαναστατικά μέσα για να θεμελιώσει τον κομμουνισμό».
Το κομμουνιστικό κόμμα που είναι απαραίτητο να ανασυγκροτηθεί, δεν είναι, επομένως, ένα κόμμα «όλων των εργαζομένων» (σύμφωνα με την παλιά παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας), ένα αόριστο Κόμμα της Εργασίας (σύμφωνα με το παλιό «λεϊμποριστικό» αγγλικό) και ακόμα πιο λίγο ένα κόμμα «όλων των πολιτών», ή ένα κόμμα/ κίνημα που εκ των πραγμάτων ταυτίζεται με όλα τα κινήματα που εμφορούνται από έναν περισσότερο ή λιγότερο βίαιο κοινωνικό «ριζοσπαστισμό». Είναι ένα κόμμα μιας μόνο τάξης, της εργατικής τάξης, ένα λενινιστικό κόμμα, ένα κόμμα μπολσεβικικού τύπου.
Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι σε αυτό δεν μπορούν να στρατευτούν και άλλοι εργαζόμενοι που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη (αν αυτοί τοποθετούνται από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και αποδέχονται ολοκληρωτικά τους επαναστατικούς της σκοπούς). Μα σημαίνει ότι το Κόμμα δεν είναι ένα απλό «όργανο» της εργατικής τάξης, ένα «εργαλείο» που χτίζεται από τη σύνθεση ετερογενών στοιχείων: αυτό είναι ένα «τμήμα» της εργατικής τάξης (Στάλιν), το πιο προχωρημένο και συνειδητό τμήμα της. Σύμφωνα με τη μπολσεβικική θεωρία και πρακτική, στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος «μια καθαρή πλειοψηφία πρέπει να αποτελείται από προλετάριους της βιομηχανίας» (Απόφαση του 5ου Συνεδρίου της Τρίτης Διεθνούς, 1924). Και αυτό είναι το υλιστικό θεμέλιο της ταξικής φύσης του κόμματος.
Η αντίθεση αρχών μεταξύ της φύσης του κομουνιστικού κόμματος και εκείνης των σοσιαλδημοκρατικών και ρεφορμιστικών κομμάτων εκφράζεται επίσης και στη διαφορετική τους οργανωτική μορφή. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, των οποίων η ρεφορμιστική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στο πλαίσιο της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, βασίζονται στην οργάνωση χωρικού τύπου, διαρθρωμένη σε κύκλους, τμήματα συνοικιών, ομάδων συζήτησης «θεματικού» χαρακτήρα, κλπ.
Το κομμουνιστικό κόμμα, πρωτοπόρο απόσπασμα της εργατικής τάξης, το οποίο καθοδηγεί τις εργατικές μάζες στους καθημερινούς τους αγώνες και στην επαναστατική πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας, έχει μια οργανωτική διάρθρωση εντελώς διαφορετική, γιατί το βασικό του στήριγμα είναι στο εργοστάσιο. Το κομουνιστικό κόμμα πρέπει να έχει την οργανωτική του βάση εντός των ίδιων των εργατικών μαζών, στο εργοστάσιο και στους χώρους δουλειάς.
Πόσο πιο διαφορετικό μπορεί να είναι από τη μικροαστική σημερινή τάση για δημιουργία «δικτύων», «φόρουμ», «συντονιστικών» διαταξικού και πλάγιου χαρακτήρα..
Η οργάνωση στη βάση των εργοστασιακών πυρήνων επιτρέπει στο Κόμμα να έχει μια μόνιμη και άμεση επαφή με το βιομηχανικό προλεταριάτο: του επιτρέπει να είναι πάντα ενήμερο για τις βασικές ανάγκες και φιλοδοξίες των προλεταριακών μαζών.
Είναι αυτή ακριβώς η οργανωτική διάρθρωση που εξασφαλίζει τη σωστή κοινωνική σύνθεση του Κόμματος και τον προλεταριακό του χαρακτήρα. Η ίδρυση πυρήνων συνοικιακών μπορεί να έχει μόνο έναν βοηθητικό και δευτερεύοντα ρόλο.
Η οργάνωση κατά πυρήνες επιτρέπει την ανάθεση καθηκόντων πρακτικής εργασίας (εμποδίζοντας έτσι το Κόμμα να μετατραπεί σε ένα «όμιλο συζητήσεων») σε κάθε σύντροφο και τον έλεγχο της επιτέλεσης των πολυποίκιλων αλλά συγκεκριμένων καθηκόντων.
Εξάλλου, όπως ακριβώς αναδείκνυαν οι Θέσεις του 3ου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας το 1926, «η οργάνωση κατά πυρήνες επιφέρει το σχηματισμό, εντός του κόμματος, ενός αρκετά ευρύ στρώματος καθοδηγητικών στοιχείων (γραμματέων πυρήνα, μέλλων επιτροπών πυρήνα, κλπ), τα οποία είναι τμήμα της μάζας και παραμένουν σε αυτή παρότι επιτελούν καθοδηγητικές δραστηριότητες, σε αντίθεση με τους γραμματείς περιοχικών τμημάτων οι οποίοι ήταν αναγκαστικά στοιχεία αποσπασμένα από την εργαζόμενη μάζα. Το κόμμα πρέπει να αποδώσει μια συγκεκριμένη προσοχή στη διαπαιδαγώγηση αυτών των συντρόφων που σχηματίζον το συνδετικό ιστό της οργάνωσης και είναι το εργαλείο της σύνδεσης με τις μάζες».
Τέλος, η πιο σημαντική παρατήρηση. «Ο εργοστασιακός πυρήνας έχει όλα τα δικαιώματα της οργάνωσης του κόμματος. Συζητά και παίρνει θέση για όλα τα ζητήματα του κόμματος» (Απόφαση του 5ου Συνεδρίου της Τρίτης Διεθνούς). Είναι ακριβώς διαμέσου της συνεπούς, καθημερινής εργασίας, και διαμέσου της συζήτησης όλων των μελών των πυρήνων, η οποία καθορίζεται από τους κανόνες του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, που σχηματίζεται η πολιτική γραμμή του κομμουνιστικού κόμματος, που συντίθεται- σε ένα πιο υψηλό επίπεδο- από τα κεντρικά καθοδηγητικά όργανα.
Είναι αυτός ο τύπος κόμματος για την ανασυγκρότηση του οποίου εμείς παλεύουμε. Γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε οι μόνοι που το επιθυμούμε. Άλλοι προλετάριοι σύντροφοι στην Ιταλία ασπάζονται τις ίδιες πολιτικές θέσεις και ασκούν κριτική στις εσφαλμένες, μη λενινιστικές θέσεις. Το περιοδικό μας επιθυμεί τη σύσφιξη των πιο άμεσων σχέσεων μαζί τους, και θα εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Teoria & Prassi, τ. 8, Μάρτης 2003
www.piattaformacomunista.com
Περισσότερα... »
Η οργάνωση «Αρχείο του Μαρξισμού»,
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΤο ΚΚ του Νεπάλ αναγνωρίζει τον ρόλο του Τρότσκι
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση«Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού έχει αυξηθεί πολύ περισσότερο σε σχέση με την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας των πληροφοριών έχει μετατρέψει τον πλανήτη σε ένα παγκόσμιο χωριό. Ωστόσο λόγω της ανισομερούς ανάπτυξης η οποία είναι εγγενής στον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό, έχει δημιουργηθεί ανισότητα μεταξύ των διαφόρων εθνών. Σε αυτό το πλαίσιο εξακολουθεί να υπάρχει (κάποια) πιθανότητα επανάστασης σε μία χώρα παρόμοια με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ωστόσο, προκειμένου να διατηρηθεί η επανάσταση, σίγουρα χρειάζεται ένα παγκόσμιο ή τουλάχιστον περιφερειακό κύμα επαναστάσεων σε μερικές χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μαρξιστές επαναστάτες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι ο τροτσκισμός είναι πιο κατάλληλος από τον σταλινισμό την σημερινή εποχή για την προώθηση των συμφερόντων του προλεταριάτου» (Κόκκινη Σπίθα, Ιούλιος 2009, τεύχος 1, σελίδα 10)
Μέχρι σήμερα, η αλήθεια για την ζωή και την συμβολή του Λέον Τρότσκι είχε κρυφθεί. Αυτό ισχύει και για τα ίδια τα στελέχη του κόμματος. Τώρα που ο δρόμος του σταλινισμού και του μαοϊσμού οδεύει προς το αδιέξοδο, και καθώς τα στελέχη του κόμματος ζητούν εξηγήσεις από του ηγέτες τους, οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να πουν την αλήθεια για την επανάσταση που ηγήθηκαν οι Μπολσεβίκοι γενικά, αλλά και ιδιαίτερα για τον Λέον Τρότσκι. Αυτή η αναγνώριση είναι επίσης μία ένδειξη του γεγονότος ότι οι μαοϊκοί προσπαθούν να καταρτίσουν έναν ισολογισμό για την επί δεκαετίες πορεία τους.
Μία από της κύριες διαφορές μεταξύ του Στάλιν και του Τρότσκι ήταν το ζήτημα του «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Από το 1904, ο Τρότσκι ανέπτυξε την ιδέα ότι η ρώσικη επανάσταση ενάντια στο Τσαρικό καθεστώς, δεν θα σταματούσε στα άμεσα έργα της «αστικής-δημοκρατικής» επανάστασης (αγροτική μεταρρύθμιση, κοινοβουλευτική δημοκρατία, δικαιώματα των εθνικών μειοψηφιών κ.α). Δηλαδή η ρώσικη επανάσταση δεν θα σταματούσε στην δημιουργία ενός αστικού δημοκρατικού κράτους. Πράγματι, ο Τρότσκι εξήγησε ότι λόγω της αδυναμίας της ρωσικής αστικής τάξης και της εξάρτησής της από τον τσάρο, ο ηγετικός ρόλος της επανάστασης απαραίτητα θα έπεφτε στο προλεταριάτο. Η υπανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας δεν θα εμπόδιζε την εργατική τάξη να πάρει την εξουσία και να ξεκινήσει την σοσιαλιστική μεταμόρφωση της κοινωνίας. Αλλά συγχρόνως, ο Τρότσκι εξήγησε ότι θα ήταν αδύνατον να καθιερωθεί ένα βιώσιμο σοσιαλιστικό καθεστώς χωρίς την επέκταση της επανάστασης σε πολλές άλλες χώρες, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η προοπτική αυτή εγγράφηκε στην ιστορία του μαρξισμού ως η «θεωρεία της Διαρκούς Επανάστασης».
Μετά το θάνατο του Λένιν το 1924, ο Στάλιν και άλλοι ηγέτες των μπολσεβίκων επιτέθηκαν κατά της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης με την θεωρεία του «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, ήταν δυνατό να χτιστεί ο σοσιαλισμός στην Ρωσία, ανεξάρτητα από το διεθνές πλαίσιο. Έτσι η προοπτική της παγκόσμιας επανάστασης εγκαταλείφθηκε. Αυτή η θεωρία αντικατόπτριζε τον εθνικιστικό γραφειοκρατικό εκφυλισμό του σοβιετικού κράτους, λόγω της παρατεταμένης απομόνωσης της ρωσικής επανάστασης και της οικονομικής και πολιτισμικής καθυστέρησης της χώρας.
Ο Μπαταράι όμως κάνει λάθος σε ένα σημείο. Το 1917, ούτε ο Λένιν, ούτε ο Τρότσκι, ούτε κανένας άλλος ηγέτης των μπολσεβίκων (ούτε ο ίδιος ο Στάλιν!), έκριναν ότι η επανάσταση θα μπορούσε να περιοριστεί σε μία μόνο χώρα. Κανείς δεν ανέφερε καν την ιδέα αυτή πριν αυτή να γίνει το σύνθημα του Στάλιν από το 1924 και μετά. Όμως παρά το λάθος του Μπαταράι, το γεγονός ότι ένας ανώτερος ηγέτης ενός παραδοσιακά σταλινικού κόμματος αναγνωρίζει την εγκυρότητα των ιδεών του Τρότσκι είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη. Αυτό θα προωθήσει μια πολύ χρήσιμη συζήτηση εντός του κομμουνιστικού κινήματος για τις ιστορικές ρίζες του σταλινισμού και τις ιδέες του αυθεντικού μαρξισμού.
Υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την θεωρεία της Διαρκούς Επανάστασης στο Νεπάλ. Το γεγονός ότι ένας ηγέτης των μαοϊκών αναγνώρισε ότι «στο σημερινό πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής κυριαρχίας ο τροτσκισμός έχει γίνει πιο κατάλληλος απ’ τον σταλινισμό» είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Αυτή η εξέλιξη είναι επίσης ένα βήμα προς την οικοδόμηση δεσμών με άλλα κινήματα και οργανώσεις που αγωνίζονται ενάντια στον καπιταλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Πράγματι, είναι καθήκον των απανταχού μαρξιστών να συζητήσουν τη σωστή τακτική και στρατηγική για την παγκόσμια επανάσταση. Για αυτό το λόγο χαιρετίζουμε το άρθρο του Μπαταράι και επιθυμούμε να συνεισφέρουμε στις συζητήσεις μεταξύ των κομμουνιστών του Νεπάλ. Ο αγώνας για τον σοσιαλισμό είναι ένας διεθνής αγώνας, και μία νίκη για τους κομμουνιστές του Νεπάλ θα είναι μία νίκη για τους εργάτες της νότια Ασίας αλλά και όλου του κόσμου.
Το πρωτότυπο κείμενο (γραμμένο στην Αγγλική) βρίσκεται, εδώ : [www.marxist.com]
Communist Party of Nepal recognises role of Leon Trotsky
Απ΄ότι διάβασα σε ένα σχόλιο στο Indymedia, του antigeitonies
φαίνεται πως κάποιοι ψάχνουν για δικαίωση στο Νεπάλ, χωρίς να πολυασχολούνται για το τι πραγματικά διακυβεύεται στη χώρα αυτή, και αυτοί δεν είναι μόνο οι Τροτσκιστές. Πράγματι το απόσπασμα αυτό κυκλοφόρησε κυρίως από διεθνείς ιστοσελίδες τροτσκιστικής αναφοράς. Δημιούργησε, όπως είναι φυσικό, πολλές συζητήσεις και ερμηνείες.
Αυτό που θέτει το άρθρο, είναι ένας προβληματισμός σε σχέση με το διεθνές περιβάλλον και τώρα αλλά πολύ περισσότερο και στη περίπτωση της κατάκτησης της εξουσίας.
Βάζει για συζήτηση την αναγκαιότητα, όχι της ντε και καλά επανάστασης και σε άλλες χώρες, αλλά της ανάπτυξης ενός ισχυρού κινήματος προλεταριακού διεθνισμού στους Νεπαλέζους, στο οποίο θα μπορούν να στηριχτούν σε οποιαδήποτε έκβαση του αγώνα τους. Δυστυχώς τέτοιο κίνημα δεν έχει υπάρξει έως τώρα, - όπως γράφει - ούτε για το Νεπάλ ούτε για την Ινδία, σε αντίθεση με την υποστήριξη που τυγχάνουν "επαναστατικά" κινήματα τύπου Τσάβες.
Δεν είναι κακό να μας προβληματίζει για το τι γίνεται στο Νεπάλ ή οπουδήποτε αλλού. Άλλωστε και στο ίδιο το ΕΚΚΝ (μαοϊκό) (και όχι το ανύπαρκτο ΚΚ Νεπάλ που αναφέρεται στη αρχή του κειμένου που μας μεταφέρεται) υπάρχει διαπάλη απόψεων πολλές φορές ιδιαίτερα έντονη. Οι ίδιοι το θεωρούν θετικό και φυσιολογικό κάτι τέτοιο.
Για όσους ενδιαφέρονται δύο πολύ καλά blog ενημέρωσης, χωρίς λιβανίσματα, για το Νεπάλ και όχι μόνο είναι το Kasama [mikeely.wordpress.com] και το Democracy and Class Struggle [democracyandclasstruggle.blogspot.com] για όσους γνωρίζουν αγγλικά.
Δείτε συνέντευξη του Μπαταράι στο Κasama στις (31 Oκτώβρη) όπου φαίνονται οι πραγματικές του απόψεις.
[mikeely.wordpress.com]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΗΧΟΣ
http://politikokafeneio.com/Forum/viewtopic.php?p=160249#160249
Δημήτρης Γάλλος
Περισσότερα... »
Τι είναι και τι θέλει η μαρξιστική κριτική της οικονομικής θεωρίας
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΦεβρουάριος–Μάρτιος 2007
Ημέρα 1η: Διαβάζοντας τον Μαρξ ανάποδα. Τι είναι και τι θέλει η οικονομική θεωρία
Ημέρα 2η: Τι είναι και τι θέλει η μαρξιστική κριτική της οικονομικής θεωρίας. Η έννοια του οικονομικού νόμου
Ημέρα 3η: (α) Aπό την εργασιακή διαδικασία στη διαδικασία παραγωγής (β) Αξία του προϊόντος και αξία της εργασιακής δύναμης Παράρτημα: Η οικιακή εργασία
Ημέρα 4η: (α) Αγορά και πώληση της εργασιακής δύναμης. (β) Η απόλυτη υπεραξία
Ημέρα 5η: Η σχετική υπεραξία
Ημέρα 6η: Από το καπιταλισμό της απόλυτης υπεραξίας στον καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας
Ημέρα 7η: Οργάνωση της παραγωγής και συλλογικός εργάτης
Ημέρα 8η: Οι κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος
[www.ioakimoglou.net]
Περισσότερα... »
Λούκατς : “Η σκέψη του Λένιν” + “Ο Λούκατς και ο σταλινισμός”
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
ε στα ελληνικά από τις εκδ.Σ.Εποχή σε μια περίοδο προβληματισμών, αυταπατών και μιας ιδιότυπης αναζήτησης (1990) που σύντομα θα υποχωρήσει προς χάριν του σταλινικού “μεσαίωνα” και των εκδόσεων του κ.Μάρτενς.Περισσότερα... »
Tο Κομμουνιστικό Μανιφέστο Σε Cartoon
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωσηχαριτωμένο και καλοφτιαγμένο
σε καλή ανάλυση χωρίς υπότιτλους
[www.youtube.com]
σε χειρότερη ανάλυση με αλληνικούς υπότιτλους όμως
[www.greektube.org]
Περισσότερα... »
Καπιταλισμός, νεωτερικότητα και μεταμοντέρνο
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΠοια φιλοσοφία της ιστορίας;
Περισσότερα... »
Έναρξη κύκλου σεμιναρίων στο Κεφάλαιο του Μαρξ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΑπό αυτή τη Δευτέρα 12 Οκτώβρη και για τις επόμενες 13 Δευτέρες στις 14:30 θα πραγματοποιηθεί σεμινάριο στο Κεφάλαιο του Μαρξ από το Γ.Μηλιό
http://indy.gr/calendar/enarksi-kykloy-seminarion-sto-kefalaio-toy-marks
Περισσότερα... »
Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΡΧΕΙΟΜΑΡΞΙΣΤΩΝ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ: ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ –1920
ΦΡ. ΤΖΟΥΛΑΤΗ – ΔΗΜ. ΛΙΓΔΟΠΟΥΛΟΣ – ΣΠ. ΚΟΜΙΩΤΗΣ – Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ
Ο «Κομμουνισμός» δεν είναι ιδιωτική επιχείρησις. Μερικοί σύντροφοι λαβόντες υπ’ όψιν των ότι στην Ελλάδα η Σοσιαλιστική μόρφωσις καθυστερεί πολύ απεφάσισαν με μεγάλες οικονομικές θυσίες να προβούν στην έκδοση του «Κομμουνισμού». Ο «Κομμουνισμός» θα είναι εντελώς θεωρητικό και μορφωτικό φύλλο. Σκοπός του είναι να δώση όσο το δυνατό περισσότερα στοιχεία σε όσους θέλουν να μάθουν τι είναι ο Σοσιαλισμός και σε όσους θέλουν να καταρτισθούν Σοσιαλιστικά. Αι ανάγκαι στην Ελλάδα είναι πολλαί. Ούτε τα κλασσικά έργα έχουν εκδοθή ούτε τα νεώτερα. Επίσης υπάρχει ανάγκη απλών βιβλίων για τις μάζες και πλέον θεωρητικών δια τους προχωρημένους στο Σοσιαλισμό. Ο «Κομμουνισμός» θα προσπαθήση να πληρώση όλες αυτές τις ανάγκες. ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ
ΔΙΕΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΔΩ:
Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΡΧΕΙΟΜΑΡΞΙΣΤΩΝ
- Κώστας Παλούκης, "Η οργάνωση «Αρχείο του Μαρξισμού», όψεις και τάσεις της ιδεολογίας, της πολιτικής και των δομών χειραφέτησης της ελληνικής εργατικής τάξης στον μεσοπόλεμο, διπλωματική εργασία, διδ. Χατζηιωσήφ Χρήστος, Πανεπιστήμιο Κρήτης
- Κώστας Παλούκης, «Το αρχείο Νίκου Σύριγγα και οι αρχειομαρξιστές»; Δημήτρης Κατσορίδας: «Οι αρχειομαρξιστές».
- Κώστας Παλούκης, "Συνδικαλιστικές πρακτικές και πολιτική οργάνωση των εργατικών στρωμάτων την περίοδο 1927 - 1934, η περίπτωση των Αρχειομαρξιστών", ανακοίνωση στον Μνήμωνα, Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009
Περισσότερα... »
ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΣΥΝΔΕΣΗ ΘΕΩΡΙΑΣ ΜΕ ΠΡΑΞΗ
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
Κλεισμένοι στον εαυτό μας, αποκομμένοι από τα ιδεολογικά πολιτιστικά ρεύματα της εποχής μας ζούμε σ’ έναν ιδεολογικό κόσμο. Κάνουμε όμως τους έξυπνους. Επίθεση στους άλλους, από «επαναστατικές θέσεις» και ειρωνεία. Όμως η στάση μας αυτή δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά ανεπάρκειας… Άνοιγμα στην κοινωνία και άνοιγμα προς τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Αλλ’ αυτό προϋποθέτει στρατηγική και η στρατηγική προϋποθέτει θεωρία. Επειδή η πολιτική πάντα προϋποθέτει τη φιλοσοφία και αναδραστικά ασκεί μια φιλοσοφική λειτουργία. Παραθέτω δύο «τσιτάτα». «Η φιλοσοφία είναι εις το έπακρον εχθρική στο αφηρημένο και επιστρέφει στο συγκεκριμένο. Η φιλοσοφία μέσα στη γενικότητά της εγκλείει όλον τον πλούτο του ειδικού» (Ιδεαλιστής Χέγκελ, στον οποίο αφιερώνει στο καινούργιο τεύχος της η Ουτοπία). «Η νόηση προχωρεί από το ατομικό στο ειδικό και στο γενικό, και από εκεί επιστρέφει στο συγκεκριμένο, κατακτώντας το ως νοημένο συγκεκριμένο» (Μαρξ). Θα καταφέρουμε να ενώσουμε διαλεκτικά τη θεωρία με την πράξη, τη στρατηγική με την τακτική; Διαβάστε ακόμα: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΕΥΤΥΧΗΣ ΜΠΙΤΣΑΚΗΣ Επαναστατικοφανής βερμπαλισμός
ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΕΚΛΟΓΩΝ
Έγιναν και οι εκλογές! Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συγκέντρωσε έναν αριθμό ψήφων ελαφρώς κατώτερο από το άθροισμα των συνιστωσών της. Γιατί λοιπόν ο λόγος της δεν βρήκε σημαντική ανταπόκριση στις πιο ευαίσθητες έστω δυνάμεις της κοινωνίας; Η συζήτηση άρχισε και το γεγονός αυτό είναι θετικό. Ποιο είναι όμως το κύριο χαρακτηριστικό των περισσότερων ως τώρα παρεμβάσεων; Συχνά σωστές διαπιστώσεις στα επιμέρους, κριτική «από αριστερά» και στο τι πρέπει να γίνει και ο συνήθης επαναστατικοφανής βερμπαλισμός. Στις περισσότερες περιπτώσεις στις οποίες αναφέρομαι, αναπαράγεται η διαχρονική αντίφαση της αριστερής πολιτικής σκέψης στη χώρα μας, σκέψη που κινείται σε δυο μη τεμνόμενα επίπεδα: στο εμπειρικό, και σε ένα αφηρημένο, γενικόλογο, και στην περίπτωσή μας επαναστατικοφανή «θεωρητικό» λόγο. Αλλά, παραφράζοντας τον Καντ, θα επαναλάμβανα το γνωστό: η πράξη χωρίς τη θεωρία είναι τυφλή. Η θεωρία χωρίς την πράξη, είναι κενή! Ποια είναι η βασική αιτία της πολυδιάσπασης και της καχεξίας και των τριών συνιστωσών της ελληνικής Αριστεράς; Η έλλειψη στρατηγικής.
Η διάρρηξη της διαλεκτικής ενότητας στρατηγικής και τακτικής. Το ΚΚΕ, αντί να αντιμετωπίσει τη σημερινή πραγματικότητα, γύρισε πίσω 70 χρόνια. Ο ΣΥΝ, ιδιόμορφο αριστερό – ριζοσπαστικό κόμμα, είναι στην ουσία άθροισμα δυο τάσεων, εκ των οποίων η μία, έστω και αν δεν το ομολογεί ρητά, αποβλέπει στη συγκυβέρνηση με το σοσιαλδημοκρατικό – νεοφιλελεύθερο ΠΑΣΟΚ. Οι αριστερές συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρούν να υπερβούν τη συγκρουσιακή κατάσταση, χωρίς μέχρι αυτή τη στιγμή να φαίνεται ορατή η στροφή προς τα αριστερά. Και το ΝΑΡ; (Δεν θα αναφερθώ στις υπόλοιπες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς για ευνόητους λόγους). Λοιπόν το ΝΑΡ: μια άγχρωμη, άοσμη, άτολμη απόφαση της Πολιτικής Επιτροπής, που δεν έθεσε καν τα βασικά ερωτήματα που θα αφορούσαν στο γεγονός της στασιμότητάς του. Το γεγονός ότι το ΝΑΡ διέψευσε τις ελπίδες που είχε γεννήσει πριν 20 χρόνια η πρώτη, από αριστερά, μεγάλη διάσπαση του ΚΚΕ. Λοιπόν, ανεπαρκής η απόφαση του καθοδηγητικού οργάνου. Ορισμένες θετικές, κριτικές παρεμβάσεις. Και προπαντός: η επανεμφάνιση ενός αριστερού σεκταρισμού, που βλέπει σαν δεξιά μετατόπιση οποιαδήποτε απόπειρα κοινής δράσης και συνεργασίας της κατακερματισμένης σε πλήθος οργανώσεων και «γκρουπούσκουλων» εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Σύμφωνα με την εκτίμηση οκτώ μελών της ΠΕ (βλ. [www.politikokafeneio.com] ) «η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έγινε το όχημα μιας συνολικής μετατόπισης της πολιτικής και της φυσιογνωμίας του ΝΑΡ, εγκατάλειψη των πιο προωθημένων πολιτικών και θεωρητικών στοιχείων που μας ξεχώρισαν» κλπ. Στο ίδιο κλίμα κινείται και το κείμενο παραίτησης των τεσσάρων μελών του γραφείου της ΠΕ. Κατά τους υπογράφοντες, «το ζητούμενο δεν είναι να ενωθούν τα θραύσματα της υπάρχουσας Αριστεράς», αλλά να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό ρεύμα κλπ. Στόχος η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΣΥΝΔΕΣΗ ΘΕΩΡΙΑΣ ΜΕ ΠΡΑΞΗ
Αθεμελίωτες επικρίσεις περί «παναριστεράς» (ποιος το ΝΑΡ έχει μιλήσει υπέρ μιας παναριστεράς;), η οποία προβάλλεται ως θετικό, με αποτέλεσμα «η συζήτηση για την ενότητα της Αριστεράς να έχει αντικαταστήσει την ενότητα της τάξης». Μεγάλα λόγια, κούφιος βερμπαλισμός. Αλλά ποιος μιλάει για ενότητα; Το πρόβλημα είναι η κοινή δράση, η συνεργασία με βάση επιμέρους θέσεις απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, και προοπτικά, μέσα από την κοινή δράση, τις συνεργασίες, τις θεωρητικές συγκλίσεις, να υπάρξει η υπέρβαση με την αυτοδιάλυση και τη δημιουργία ενός κόμματος επαναστατικού και δημοκρατικού.
Έπρεπε λοιπόν να μη συγκροτηθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Και το ΝΑΡ, άσπιλο μέσα στην επαναστατική του καθαρότητα, θα συνέπαιρνε τις μάζες! Που ζούμε; Έστω! Τι προτείνουν λοιπόν οι εξ αριστερών επικριτές; «Είναι ώρα για μια πραγματική επαναστατική απάντηση στην κρίση (…) η ώρα της εξέγερσης και της πράξης» κλπ. Ζούμε λοιπόν σε προεπαναστατική περίοδο και δεν το πήραμε είδηση; Θα περίμενε κανείς κάποια συγκεκριμένη ανάλυση «της συγκεκριμένης κατάστασης» που θα συνέβαλε στο άνοιγμα της συζήτησης για την ανύπαρκτη στρατηγική του ΝΑΡ. Αντί γι’ αυτό, ο πάγιος βερμπαλισμός, κατανοητός για τους δεκαοκτάρηδες, αλλά θλιβερός όταν καλύπτει το χώρο της αναιμικής επαναστατικής θεωρίας.
Υποστήριξα λοιπόν ότι το ΝΑΡ, όπως και οι άλλες συνιστώσες της Αριστεράς, δεν έχει επεξεργαστεί μια στρατηγική διεξόδου, υπέρβασης και πορείας προς το σοσιαλισμό (ας αφήσουμε για την ώρα τον κομμουνισμό, ας μην είμαστε τόσο βιαστικοί). Τι έπρεπε λοιπόν να έχει κάνει αυτά τα 20 χρόνια το ΝΑΡ, ή έστω να έχει επιχειρήσει να κάνει, με αφετηρία δύο θέσεις: ότι ο καπιταλισμός απειλεί πλέον την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας και ότι, κατά συνέπεια, ο σοσιαλισμός αποτελεί όρο για την επιβίωσή της.
Πρώτον, να επιχειρήσει μια ερμηνεία της κατάρρευσης του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Έγινε μια πρώτη προσπάθεια σε σωστή κατεύθυνση με αφορμή το 2ο Συνέδριο. Έκτοτε το θέμα εγκαταλείφθηκε. Ουσιαστικά αγνοήθηκαν και δεν αξιοποιήθηκαν κείμενα της Διαλεκτικής, της Ουτοπίας, βιβλία όπως του Κάππου, του Ρούση, το δικό μου Φάντασμα κλπ. Αλλά η Αριστερά δεν έχει μέλλον αν δεν ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με το παρελθόν. Και το «ξεκαθάρισμα» δεν θα αφορά μόνο πρακτικά προβλήματα και κομματικές διατριβές. Το πρόβλημα πρέπει να τεθεί και στο φιλοσοφικό – ανθρωπολογικό επίπεδο. Δηλαδή, πρέπει να αντιμετωπισθεί το ερώτημα αν η ανθρώπινη φύση είναι συμβατή με το σοσιαλισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι στο πρώτο τεύχος της Ουτοπίας, πριν 17 χρόνια, υπάρχει άρθρο με αυτό τον τίτλο. Ποιος ασχολήθηκε με αυτό το θέμα, που από άλλες πλευρές αντιμετωπίστηκε στα Γονίδια του Μέλλοντος, βιβλίο που επίσης αγνοήθηκε από τις οργανώσεις όχι όμως και από το αναγνωστικό κοινό;
Δεύτερο, συγκεκριμένη μελέτη του χαρακτήρα, της δυναμικής και της καταστροφικής πορείας του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Έγινε μια πρώτη απόπειρα, προτάθηκε η έννοια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, και μείναμε με την έννοια, την οποία επαναλαμβάνουμε χωρίς να τη συγκεκριμενοποιούμε.
Τρίτο, η κατάσταση της εργατικής τάξης, του εργατικού και του κομμουνιστικού κινήματος. Θεωρούμε τους εαυτούς μας περίπου εκπρόσωπους της εργατικής τάξης, την οποίαν δεν γνωρίζουμε: τις συνθήκες εργασίας, τον τρόπο ζωής, την ιδεολογία, την κουλτούρα, τη διαδικασία ενσωμάτωσης, την τάση άρσης της ιδεολογικής αλλοτρίωσής της κλπ. Πότε απασχόλησαν αυτά τα ερωτήματα το ΝΑΡ, στα σοβαρά; Προφανώς υπάρχουν επιμέρους επεξεργασίες, αλλά αυτό αρκεί;
Τέταρτο, συνολικά η ελληνική κοινωνία γίνεται όλο και περισσότερο συντηρητική; Το ερώτημα είναι μονοδιάστατο, και οι οικονομίστικες ερμηνείες δεν αρκούν. Εκτός από την τάση μικροαστικοποίησης σημαντικού μέρους των κατοίκων των πόλεων και της αγροτιάς, ποιος είναι ο ρόλος του σύμφυτου με την αστική κοινωνία χυδαίου υλισμού και ατομισμού, ο ρόλος της διάρρηξης των κοινωνικών σχέσεων, ο αποχαυνωτικός ρόλος των ΜΜΕ κλπ.; Ο Μαρξ αποκαλούσε τους συμπατριώτες του «λαό προβάτων». Εμείς προς τα πού οδεύουμε; Και τι κάνουμε;
Πέμπτο, τι είδους σοσιαλισμό σκιαγραφούμε; Όχι «αυτόν που γνωρίσαμε»! Σύμφωνοι! Αλλά μέσα από ποιους δρόμους; Και: εργατική δημοκρατία ή δικτατορία του προλεταριάτου; Και πώς θα επιτευχθεί η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, και η διαλεκτική κεντρικού σχεδιασμού και αποκέντρωσης; Και πώς το κόμμα και το κράτος δεν θα αυτονομηθούν για μια ακόμη φορά από την κοινωνία, με τις γνωστές συνέπειες; Και τέλος: τι θα γίνει με την περίφημη «απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων;». Οι φυσικοί πόροι εξαντλούνται. Πώς θα υπάρξει λοιπόν η δυνατότητα για ένα βιώσιμο μεταβολισμό ανθρώπου – φύσης; Αυτά τα κεφαλαιώδη ερωτήματα πόσο μας έχουν απασχολήσει; Το πολύ ως «οικολογικά»!
Εκτο και, κατ’ ανάγκην τελευταίο, έχουμε συγκεκριμένη στρατηγική απάντηση στο πρόβλημα της ΕΕ; Το σύνθημα: «Ευρώπη των Λαών», είναι αφηρημένο. Δεν συγκεκριμενοποιεί τους δρόμους μέσα από τους οποίους η «Ευρώπη των πολυεθνικών» θα μετασχηματισθεί σε «Ευρώπη των Λαών». Το ΝΑΡ (όπως και το ΚΚΕ) υποστηρίζει τη θέση: Έξω από την ΕΕ. Η θέση φαίνεται επαναστατική, αλλά δεν πείθει: πώς μπορεί μια χώρα να είναι βιώσιμη έξω από το μόρφωμα της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής Ευρώπης; Μήπως στο γεγονός της ενωμένης Ευρώπης του κεφαλαίου, πρέπει να αντιπαρατεθεί η προοπτική της διεθνοποίησης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος με στρατηγικό στόχο τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ευρώπης; Όσο επαναλαμβάνουμε: έξω από την ΕΕ, δεν πείθουμε. Ιδού λοιπόν άλλο ένα ερώτημα ανοικτό. Ιδού η Ρόδος!
Επιχείρησα ως εδώ να επισημάνω ορισμένες από τις αδυναμίες του ΝΑΡ. Το ΝΑΡ όπως σημείωσα, δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που είχε γεννήσει η δημιουργία του. Όμως, σε καταστροφικούς καιρούς, το ΝΑΡ επιβίωσε, και θα μπορέσει να παίξει θετικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στο βαθμό που θα πραγματοποιήσει μια εσωτερική υπέρβαση προς δυο κατευθύνσεις: τη θεωρητική ανεπάρκεια και την οργανωτική χαλαρότητα αφενός, και αφετέρου το ξεπέρασμα του επαναστατικοφανούς αριστερισμού.
Σημειώνω ορισμένες από τις αιτίες της σημερινής κατάστασης του ΝΑΡ. Γιατί φύγαμε από το ΚΚΕ; Οι περισσότεροι λόγω διαφωνίας με τη δεξιά στροφή του. Ωστόσο, διαπαιδαγωγημένοι στο πλέγμα σεκταρισμού – οπορτουνισμού, διατήρησαν λιγότερο ή περισσότερο την πρώτη πλευρά της αντίφασης.
Με τη δημιουργία του ΝΑΡ δεν άνοιξε μια πλατιά, δημοκρατική συζήτηση για τις αιτίες της αποχώρησης και για το μέλλον του εγχειρήματος. Οι διαφορές και οι αντιθέσεις δεν δημοσιοποιήθηκαν και δεν συζητήθηκαν. Συνέπεια: αποχωρήσεις, απογοητεύσεις, διαδικασία συρρίκνωσης αντί για ανάπτυξη. Η εκλογική στασιμότητα είναι ένας δείκτης της κατάστασης.
Οργανωτική χαλαρότητα: τα προβλήματα ελάχιστα συζητήθηκαν, όπως και οι πρακτικοί στόχοι, το περιεχόμενο της οργάνωσης. Οργανωτικός απολογισμός και απολογισμός δραστηριότητας κατά κανόνα δεν υπήρξαν. Προχωρούσαμε χωρίς απολογισμό: χωρίς συνολικά να ξέρουμε πόσοι είμαστε, τι κάνουμε και που πηγαίνουμε.
Η έλλειψη στρατηγικής, η θεωρητική ένδεια και η απουσία εσωτερικής ιδεολογικής ζωής, μαζί με την οργανωτική χαλαρότητα, διευκόλυναν την εμφάνιση ενός ιδεολογικού χάους όπου το «μοντέρνο» και το μετα-μοντέρνο θεωρήθηκαν, λόγω της θεωρητικής ανεπάρκειας, ως το αντίδοτο στην έκπτωτη μορφή του μαρξισμού, που τα μέλη του ΝΑΡ είχαν βιώσει στο ΚΚΕ. Ο αριστερισμός ήταν ένας από τους στείρους καρπούς αυτής της διαδικασίας.
Απόρριψη, από πολλούς, του μαρξισμού, του ζωντανού μαζί με το νεκρό μέρος του. Αναζήτηση διεξόδου στα μικροαστικά δήθεν αριστερά ιδεολογήματα. Άνοιγμα χωρίς μέλλον, από τη μία. Κλείσιμο ιδεολογικό από την άλλη. Και η συνακόλουθη ανεπάρκεια ταυτίζεται και ταυτίστηκε από πολλούς είτε με την επαναστατική καθαρότητα, είτε με τη δήθεν ανανέωση της θεωρίας.
Αδιαφορία για τη θεωρία και τον πολιτισμό
ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΕ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Ας δούμε τι έγινε πρακτικά επί 20 χρόνια στο χώρο της θεωρίας. Με μια λέξη θα έλεγα, παρά τις άφθονες θεωρητικούρες: αδιαφορία για τη θεωρία και τον πολιτισμό. Πάρτε το ΠΡΙΝ: πολλά χρήσιμα και ενδιαφέροντα άρθρα σχολιασμού και κριτικής της τρέχουσας πραγματικότητας. Θεωρία, περίπου μηδέν! Πολιτισμός ισχνός και αναιμικός. Και όμως το Πριν θα μπορούσε να είναι μια ωραία εφημερίδα, αν είχε επιχειρήσει να ανοιχτεί στον κόσμο των ανθρώπων της θεωρίας και του πολιτισμού. Υπάρχει, επί 17 χρόνια, ένα περιοδικό «θεωρίας και πολιτισμού» η Ουτοπία. Πόσα μέλη του ΝΑΡ τη διαβάζουν; Δεν μπορώ να ξέρω, ξέρω όμως ότι από τους γνωστούς μου μόνον 24 είναι συνδρομητές, από τους οποίους μόνον ο Δ. Δεσύλλας είχε πληρώσει φέτος τη συνδρομή του.
Υπάρχουν ή υπήρχαν και άλλα περιοδικά της Αριστεράς: Αντί, Πολίτης, Διάπλους κλπ. Πόσοι του ΝΑΡ τα παρακολουθούσαν; Κατά τον αείμνηστο Φαράκο, «όποιος διαβάζει Αντί δεν πάει καλά» (έτσι με αντιμετώπισε μπροστά στον Φλωράκη, πριν «ανανεωθεί»). Μήπως το πνεύμα του Φαράκου επιζεί στις γραμμές μας; Η Ουτοπία έχει πραγματοποιήσει αυτά τα χρόνια από 50 διεθνή και πανελλήνια συνέδρια. Παρουσία των γνωστών μου Ναραίων: μηδενική. Στο Συμπόσιο για τον Βάρναλη ήταν παρών ο Ρίζος και στη μεγάλη συγκέντρωση εναντίον των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας είδα με ευχάριστη έκπληξη τρία γνωστά στελέχη του ΝΑΡ: είχαν έρθει να με πείσουν να μετάσχω στο ψηφοδέλτιο για τις τότε εκλογές!
Στην Αθήνα γίνονται πλήθος ενδιαφέρουσες πολιτικές, επιστημονικές, θεωρητικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Τις παρακολουθώ όποτε μπορώ. Παρουσία του ΝΑΡ: μηδέν. Επί χρόνια γίνονταν τα Σεμινάρια της Ουτοπίας. Τα λαλίστατα (και συμπαθή) φυντάνια της νεολαίας μας δεν καταδέχτηκαν να πάρουν μέρος. Φαίνεται ότι οι λέξεις, ρήξη, ανατροπή, επανάσταση, γενικά η πολιτικολογία αποτελεί το επαρκές ιδεολογικό οπλοστάσιο. Γιατί όμως οι νέοι μας γενικά δεν ενδιαφέρονται για τη θεωρία; Τι έκανε αυτά τα χρόνια η «καθοδήγηση» για να ανοίξει ο θεωρητικός διάλογος; Η υπόγεια αίθουσα της οδού Πατησίων μπορούσε να είχε αποτελέσει κυψέλη πολιτισμού. Ήταν πάντα σκοτεινή και αραχνιασμένη. Κάποτε η καθοδήγηση σκέφτηκε να περάσει από το μηδέν στο άπειρο: να φτιάξει σχολή. Αντέδρασαν οι μετανεωτερικοί, ανανεωτικοί, δογματικοί εν τω αντιδογματισμώ και τη σύγχυσή τους. Δεν έγινε τίποτα!
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ – ΤΑΚΤΙΚΗ
Άνοιγμα σε κοινωνία και Αριστερά
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ
Κλεισμένοι στον εαυτό μας, αποκομμένοι από τα ιδεολογικά πολιτιστικά ρεύματα της εποχής μας ζούμε σ’ έναν ιδεολογικό κόσμο. Κάνουμε όμως τους έξυπνους. Επίθεση στους άλλους, από «επαναστατικές θέσεις» και ειρωνεία. Όμως η στάση μας αυτή δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά ανεπάρκειας. Τρία παραδείγματα από την κριτική στον ΣΥΝ – ΣΥΡΙΖΑ, από το Πριν:»Ο ΣΥΝ παραπέμπει σε εικόνα ποδοσφαιρικής ομάδας», «ΣΥΡΙΖΑ, τετέλεσται»! «Όποιος πατάει σε δυο βάρκες, βουλιάζει» (τίτλοι άρθρων του Πριν). Και μετά τις προφητείες, η διαστρέβλωση: «Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάποιες προγραμματικές θέσεις που αν τις αποδεχόταν το ΠΑΣΟΚ ευχαρίστως θα συνεργαζόμασταν μαζί του». Αυτά υποτίθεται τα δήλωσε στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. Αν όμως θέλετε να δείτε τι δήλωσε, διαβάστε το στην Αριστερά (19 Ιουνίου). Από πού πήρε τις πληροφορίες του ο συντάκτης του άρθρου; Από το Ριζοσπάστη; Και ένα παράδειγμα από το χώρο της «θεωρίας». Έκανα προ καιρού μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, προσκαλεσμένος από τη νεολαία του ΝΑΡ. Διαβάστε στο Πριν την ανταπόκριση και πέστε μου αν καταλάβατε για ποιο πράγμα μίλησα και τι είπα.
Ας τελειώνουμε (επιτέλους!). Το ΝΑΡ επιβίωσε σε χαλεπούς καιρούς. Αλλά ακόμα στο χώρο του «οι νεκροί βαραίνουν σαν βραχνάς στα μυαλά των ζωντανών» (Μαρξ). Αλλά αν το ΝΑΡ κατορθώσει να υπερβεί τον εαυτό του, τόσο την αρνητική κληρονομιά της ΚΝΕ (κλειστή παρέα, έπαρση, σεκταρισμό), όσο και τις σημερινές τάσεις «ανανέωσης» τότε θα μπορέσει να παίξει ένα θετικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της κατακερματισμένης εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Και όταν, με τον καιρό ο χώρος αυτός αποκτήσει μετρήσιμο πολιτικό βάρος, θα μπορεί να συνεργάζεται με άλλους χώρους της Αριστεράς χωρίς να κινδυνεύει να χάσει την «επαναστατική καθαρότητα». Ας θυμίσω για τους «σκληρούς, τρία «τσιτάτα». «Να υποστηρίξετε τους φιλελεύθερους και να ετοιμάζετε το σκοινί για να τους κρεμάσετε» (Μαρξ, πολύ άγριος ο γενειοφόρος πρόγονος). «Να συνεργαστούμε σε ένα, σε δύο σημεία, με ανθρώπους που θα μας αφήσουν στην πορεία» (Λένιν, οπορτουνιστής, οπαδός της επάρατης Παναριστεράς). «Να συνεργαστούμε με τους ρεφορμιστές» (Γκράμσι, ορθώς δεν τον χωνεύει η ηγεσία του ΚΚΕ).
Άνοιγμα στην κοινωνία και άνοιγμα προς τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Αλλ’ αυτό προϋποθέτει στρατηγική και η στρατηγική προϋποθέτει θεωρία. Επειδή η πολιτική πάντα προϋποθέτει τη φιλοσοφία και αναδραστικά ασκεί μια φιλοσοφική λειτουργία. Θα τελειώσω λοιπόν με δύο ακόμα «τσιτάτα». «Η φιλοσοφία είναι εις το έπακρον εχθρική στο αφηρημένο και επιστρέφει στο συγκεκριμένο. Η φιλοσοφία μέσα στη γενικότητά της εγκλείει όλον τον πλούτο του ειδικού» (Ιδεαλιστής Χέγκελ, στον οποίο αφιερώνει στο καινούργιο τεύχος της η Ουτοπία). «Η νόηση προχωρεί από το ατομικό στο ειδικό και στο γενικό, και από εκεί επιστρέφει στο συγκεκριμένο, κατακτώντας το ως νοημένο συγκεκριμένο» (Μαρξ). Θα καταφέρουμε να ενώσουμε διαλεκτικά τη θεωρία με την πράξη, τη στρατηγική με την τακτική;
Περισσότερα... »
Slavoj Zizek: Πώς να αρχίσουμε από την αρχή.
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
Normal 0
Στο καταπληκτικό μικρό του κείμενο ‘Σημειώσεις ενός Αρθρογράφου’ –γραμμένου τον Φλεβάρη του 1922, όταν οι Μπολσεβίκοι μετά τη νίκη τους στον Εμφύλιο Πόλεμο, παρά όλες τις αντιξοότητες, είχαν υποχρεωθεί να υποχωρήσουν στο πλαίσιο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, επιτρέποντας ένα πολύ ευρύτερο πεδίο αποδοχής της οικονομίας της αγοράς και της ιδιωτικής περιουσίας– ο Λένιν χρησιμοποιεί το μεταφορικό σχήμα του αναρριχητή, ο οποίος πρέπει να υποχωρήσει μετά την πρώτη του προσπάθεια να φθάσει στην κορυφή ενός νέου βουνού, για να περιγράψει τη σημαίνει η υπαναχώρηση στην επαναστατική διαδικασία και πώς μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την οπορτουνιστική εγκατάλειψη της υπόθεσης:
Ας φαντασθούμε έναν άνθρωπο, που αναρριχάται πάνω σ’ ένα ψηλό, απότομο κι ως τότε άβατο βουνό. Ας υποθέσουμε ότι έχει ξεπεράσει πρωτόγνωρες δυσκολίες και κίνδυνους κι ότι έχει πετύχει να φθάσει ψηλότερα από όσο οποιοσδήποτε άλλος ως τότε, αλλά ακόμη δεν έχει φθάσει στην κορυφή. Βρίσκεται σε μια θέση, που όχι μόνο είναι δύσκολο κι επικίνδυνο να προχωρήσει στην κατεύθυνση και κατά μήκος της διαδρομής που επέλεξε, αλλά χωρίς αμφιβολία είναι κι αδύνατο. [1]
Κάτω απ’ αυτές τις περιπτώσεις, γράφει ο Λένιν:
Ο αναρριχητής αναγκάζεται να γυρίσει πίσω, να κατέβει προς τα κάτω, να αναζητήσει έναν άλλο δρόμο, ίσως μακρύτερο, αλλά ένα δρόμο που θα του επιτρέψει να φθάσει στην κορυφή. Η κάθοδος από τα ύψη, όπου δεν έχει φθάσει κανείς άλλος πιο πριν, ίσως να αποδεικνύεται πιο επικίνδυνη και δύσκολη από την άνοδο, για τον φανταστικό ορειβάτη μας –τώρα είναι πιο εύκολο να γλιστρήσει, δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει τα πατήματα, δεν υπάρχει εκείνος ο ενθουσιασμός, που αισθάνεται κανείς, όταν πρωτο-ανεβαίνει προς τα πάνω, καθώς κατευθύνεται απευθείας προς το στόχο κ.λπ. Πρέπει να τυλιχθεί στο σχοινί, να ξοδέψει χρόνο σκάβοντας με την ορειβατική σκαπάνη, για να ανοίξει πατήματα ή για να βρει προεξοχές, όπου θα δέσει στέρεα το σχοινί, πρέπει να κινείται στο ρυθμό του σαλιγκαριού, προχωρώντας προς τα κάτω, μακριά από το σκοπό του, χωρίς να γνωρίζει πού αυτή η εξαιρετικά επικίνδυνη κι επώδυνη κατάβαση θα τελειώσει ή κι αν τυχόν υπάρχει μια κάπως ασφαλέστερη παράκαμψη, από την οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να ανέβει πιο θαρραλέα, πιο γρήγορα, πιο απευθείας στην κορυφή.
Το μόνο φυσιολογικό για τον αναρριχητή, που θα βρισκόταν σε μια τέτοια κατάσταση, θα ήταν να βιώσει ‘στιγμές απελπισίας.’ Το πιθανότερο, οι στιγμές αυτές θα ήταν περισσότερες και πιο ανυπόφορες, αν θα μπορούσε να ακούσει της φωνές εκείνων από κάτω, που ‘παρακολουθούν την επικίνδυνη κατάβαση με τηλεσκόπιο κι από μια ασφαλή απόσταση’: ‘Οι φωνές από κάτω αντηχούν με μια μοχθηρή χαρά. Δεν την κρύβουν. Κρυφογελούν χαιρέκακα και φωνάζουν: “Θα πέσει σ’ ένα λεπτό! Περιποιηθείτε τον καλά, τον τρελό!”.’ Άλλοι προσπαθούν να κρύψουν τη μοχθηρή χαιρεκακία τους, συμπεριφερόμενοι ‘περισσότερο σαν τον Ιούδα Γκολόβλυοφ,’ τον διαβόητο υποκριτή γαιοκτήμονα στο μυθιστόρημα του Σάλτυκοφ-Σέντριν, Η Οικογένεια Γκολόβλυοφ:
Στενάζουν κι υψώνουν με λύπη τα μάτια τους στον ουρανό, σαν να έλεγαν: “Μας θλίβει και μόνο το γεγονός να βλέπουμε ότι οι φόβοι μας δικαιολογούνται! Αλλά εμείς, που ξοδέψαμε όλη τη ζωή μας εκπονώντας ένα συνετό σχέδιο για την αναρρίχηση σ’ αυτό το βουνό, δεν σας είχαμε ζητήσει να αναβληθεί η άνοδος μέχρις ότου να ολοκληρωνόταν το σχέδιο μας; Και τόσο σθεναρά είχαμε διαμαρτυρηθεί να μην πάρουμε αυτόν τον δρόμο, που τώρα ο τρελός αυτός εγκαταλείπει (κοιτάξτε, κοιτάξτε, τα έχει μαζέψει! Κατεβαίνει! Ένα μόνο βήμα του παίρνει ώρες προετοιμασίας! Κι όμως μας βρίζατε χύμα, όταν επανειλημμένα ζητούσαμε αυτοσυγκράτηση και προσοχή!), κι όταν τόσο θερμά επιπλήτταμε τον τρελό αυτό και προειδοποιούσαμε τους πάντες να μην τον μιμούνται και να μην τον βοηθούν, το κάναμε εξ ολοκλήρου λόγω της αφοσίωσής μας στο μεγάλο σχέδιο της αναρρίχησης πάνω στο βουνό και για να αποτρέψουμε τη γενική ανυποληψία για το μεγάλο σχέδιο αυτό!’
Ευτυχώς, συνεχίζει ο Λένιν, ο φανταστικός ορειβάτης μας δεν μπορεί να ακούσει τις φωνές αυτών των ανθρώπων, που είναι οι ‘αληθινοί φίλοι’ της ιδέας της ανόδου. Αν το έκανε, ‘το πιθανότερο είναι ότι θα του προκαλούσαν ναυτία’ –‘κι η ναυτία, λέγεται, δεν βοηθά κανένα να έχει το μυαλό του καθαρό και τον βηματισμό του σταθερό, ιδίως στα μεγάλα ύψη.’
Φυσικά, μια μεταφορά δεν ισοδυναμεί με μια απόδειξη: ‘όλες οι αναλογίες είναι αστείες.’ Κι ο Λένιν προχωρεί στην ανάλυση της πραγματικής κατάστασης, που αντιμετωπίζει η νεογέννητη Σοβιετική Δημοκρατία:
Το προλεταριάτο της Ρωσίας ανέβηκε σ’ ένα γιγαντιαίο ύψος με την επανάστασή του, σε σύγκριση με το 1789 και το 1793, αλλά κι επίσης και το 1871. Πρέπει να αποτιμήσουμε ό,τι έχουμε ή δεν έχουμε κάνει όσο το δυνατόν πιο νηφάλια, πιο ξεκάθαρα και πιο συγκεκριμένα. Αν το κάνουμε αυτό, θα μπορέσουμε να κρατούμε το νου μας σε διαύγεια. Και δεν θα υποφέρουμε από ναυτία, αυταπάτες ή απελπισία.
Αφού πρώτα απαριθμήσει τα επιτεύγματα του Σοβιετικού κράτους ως το 1922, ο Λένιν εξηγεί τι δεν έχει γίνει:
Δεν έχουμε όμως ακόμη τελειώσει την οικοδόμηση των θεμελίων της σοσιαλιστικής οικονομίας κι οι εχθρικές δυνάμεις του ετοιμοθάνατου καπιταλισμού μπορούν ακόμη να μας το στερήσουν κι αυτό. Πρέπει να το εκτιμήσουμε με σαφήνεια και να το παραδεχθούμε μ’ ειλικρίνεια. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από τις αυταπάτες (και τον ίλιγγο, ιδιαίτερα στα μεγάλα ύψη). Και δεν υπάρχει τίποτε απολύτως φοβερό, τίποτε που να νομιμοποιεί και τον ελάχιστο βαθμό της απελπισίας, αν παραδεχθούμε την πικρή αυτή αλήθεια. Γιατί πάντα παροτρύναμε για κι επαναλαμβάναμε τη στοιχειώδη αλήθεια του Μαρξισμού –ότι για τη νίκη του σοσιαλισμού χρειάζονται οι κοινές προσπάθειες των εργατών από διάφορες προηγμένες χώρες. Είμαστε ακόμη μόνοι σε μια καθυστερημένη χώρα, μια χώρα που καταστράφηκε περισσότερο απ’ άλλες, παρότι κατορθώσαμε πολλά ως τώρα.
Πέρα απ’ αυτά, παρατηρεί ο Λένιν ‘έχουμε κρατήσει άθικτο το στρατό των επαναστατικών προλεταριακών δυνάμεων. Έχουμε διατηρήσει την ικανότητά του να ελίσσεται. Έχουμε κρατήσει το νου μας καθαρό και μπορούμε να υπολογίζουμε με νηφαλιότητα πού, πότε και μέχρι ποιου σημείου μπορούμε να υποχωρήσουμε (για να ξαναπεταχθούμε και πάλι πιο μπροστά). Πού, πότε και πώς να στρωθούμε στη δουλειά, για να αλλάξουμε αυτό που παραμένει ατελείωτο.’ Και συμπεραίνει:
Είναι καταδικασμένοι εκείνοι οι κομμουνιστές, οι οποίοι φαντάζονται ότι είναι δυνατό να φέρουν σε πέρας ένα τέτοιο κοσμοϊστορικό έργο, όπως είναι η αποπεράτωση των θεμελίων της σοσιαλιστικής οικονομίας (ιδιαίτερα σε μια μικρή αγροτική χώρα), χωρίς να κάνουν λάθη, χωρίς υπαναχωρήσεις, χωρίς πολυάριθμες τροποποιήσεις σε σχέση μ’ ό,τι παραμένει απεράτωτο ή έχει γίνει λανθασμένα. Οι κομμουνιστές που δεν έχουν αυταπάτες, που δεν αφήνονται στην απελπισία και που κρατούν τη δύναμή τους και την ευελιξία τους ‘να αρχίζουν από την αρχή,’ ξανά και ξανά, καθώς διερευνούν ένα εξαιρετικά δύσκολο καθήκον, είναι αυτοί που δεν είναι καταδικασμένοι (και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα χαθούν).
Απότυχε καλύτερα
Εδώ, μπορούμε να δούμε τον Λένιν στις καλύτερες Μπεκετιανές στιγμές του να προμηνύει το στίχο του Γουέρστγουορντ Χο: ‘Δοκίμασε πάλι. Απότυχε πάλι. Απότυχε καλύτερα.’ [2] Το συμπέρασμά του –να αρχίσουμε από την αρχή– κάνει σαφές ότι δεν μιλά απλώς για την επιβράδυνση και την ενδυνάμωση αυτών που έχουν επιτευχθεί, αλλά για την επιστροφή προς τα πίσω στο εναρκτήριο σημείο: πρέπει να αρχίσουμε από την αρχή, όχι από εκεί όπου πετύχαμε να φθάσουμε στην προηγούμενη προσπάθειά μας. Με τους όρους του Κίρκεγκωρ, η επαναστατική διαδικασία δεν είναι μια σταδιακή διαδικασία, αλλά μια επαναληπτική κίνηση, μια κίνηση επανάληψης της αρχής, ξανά και ξανά.
Ο Γκέοργκ Λούκατς τελείωνε το προ-Μαρξιστικό αριστούργημά του Η Θεωρία του Μυθιστορήματος με μια περίφημη φράση: ‘Το ταξίδι τέλειωσε, το ταξίδι αρχίζει.’ Να τι συμβαίνει τη στιγμή της ήττας: το ταξίδι μιας ιδιαίτερης επαναστατικής εμπειρίας τελειώνει, αλλά τότε το αληθινό ταξίδι, το έργο της επανέναρξης από την αρχή, αρχίζει. Όμως αυτή η προθυμία για υπαναχώρηση, με καμία έννοια, δεν συνεπάγεται ένα μη δογματικό άνοιγμα προς τους άλλους, μια ομολογία προς τους πολιτικούς ανταγωνιστές. ‘Κάναμε λάθος, είχατε δίκιο, και τώρα ας συνενώσουμε τις δυνάμεις μας.’ Αντίθετα, επιμένει ο Λένιν ότι σε τέτοιες στιγμές είναι που χρειάζεται η μέγιστη πειθαρχία. Απευθυνόμενος στην Ενδέκατη Σύνοδο του Κόμματος των Μπολσεβίκων, λίγους μήνες αργότερα, υποστήριζε:
Όταν ένας ολόκληρος στρατός (μιλώ μεταφορικά) βρίσκεται σ’ υποχώρηση, δεν μπορεί να έχει το ίδιο ηθικό με όταν προελαύνει. Σε κάθε βήμα του, υπάρχει το αίσθημα της θλίψης.. Εκεί βρίσκεται ο σοβαρός κίνδυνος. Είναι φοβερά δύσκολη η υποχώρηση μετά από μια μεγάλη νικηφόρα προέλαση, γιατί οι σχέσεις είναι εντελώς διαφορετικές. Κατά τη διάρκεια μιας νικηφόρας προέλασης, ακόμη κι αν χαλαρώσει η πειθαρχία, ο καθένας εφορμά προς τα μπρος με τον τρόπο του. Όμως, κατά τη διάρκεια μιας υποχώρησης, η πειθαρχία πρέπει να γίνει περισσότερο συνειδητή κι είναι χιλιάδες φορές πιο επιτακτική, γιατί, όταν όλος ο στρατός υποχωρεί, κανείς δεν γνωρίζει ούτε βλέπει πού πρέπει να σταματήσει. Βλέπει μόνο την υποχώρηση. Και σε τέτοιες περιστάσεις, αρκούν κάποιες λίγες φωνές πανικού, για να προκαλέσουν μια μαζική πανικόβλητη φυγή. Ο κίνδυνος τότε είναι τεράστιος. Όταν ένας πραγματικός στρατός βρίσκεται σ’ υποχώρηση, τα πολυβόλα κρατούνται σ’ ετοιμότητα, κι όταν μια διατεταγμένη υποχώρηση εκφυλίζεται σ’ άτακτη φυγή, δίνεται η εντολή να πυροβολούμε και μάλιστα πολύ σωστά.
Οι συνέπειες αυτής της θέσης ήσαν σαφέστατες για τον Λένιν. Απαντώντας ‘στα κηρύγματα’ των Μενσεβίκων και των Σοσιαλιστών Επαναστατών για τη ΝΟΠ –‘Η επανάσταση έχει πάει πολύ μακριά. Αυτά που λέτε τώρα, εμείς τα λέγαμε συνέχεια, επιτρέψτε μας λοιπόν να τα ξαναλέμε’– έλεγε στην Ενδέκατη Σύνοδο του Κόμματος:
Τους απαντάμε: ‘Ας σας στήσουμε τότε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, αφού λέτε τέτοια πράγματα. Είτε αποφεύγετε να εκφράζετε τις απόψεις σας ή, αν επιμένετε να εκφράζετε δημόσια τις πολιτικές σας απόψεις στις παρούσες περιστάσεις, όπου η θέση μας είναι πολύ δυσκολότερη από όταν οι λευκοφρουροί μας επιτίθονταν απευθείας, τότε θα έχετε να ρίξετε το φταίξιμο μόνο στους εαυτούς σας, αν σας μεταχειρισθούμε σαν τα χειρότερα και τα πιο ολέθρια στοιχεία των λευκοφρουρών. [3]
Όμως, αυτός ο ‘κόκκινος τρόμος’ πρέπει να διακριθεί από τον Σταλινικό ‘ολοκληρωτισμό.’ Στα απομνημονεύματά του, ο Sándor Márai έδωσε έναν ακριβή ορισμό της διαφοράς. [4] Ακόμη και στις πιο βίαιες φάσεις της δικτατορίας του Λένιν, όταν όσοι αντιτάσσονταν στην επανάσταση στερούνταν βάναυσα το δικαίωμά τους στο (δημόσιο ελεύθερο) λόγο, δεν συνέβαινε όμως να στερηθούν του δικαιώματός τους να σιωπούν: τους επέτρεπαν να αποτραβηχτούν σε μια εσώψυχη εξορία. Είναι εδώ ενδεικτικό ένα επεισόδιο από το φθινόπωρο του 1922, όταν με παρακίνηση του Λένιν, οι Μπολσεβίκοι είχαν διοργανώσει τον απόπλου του διαβόητου ‘Ατμόπλοιου των Φιλοσόφων.’ Όταν έμαθε ότι μέσα στον κατάλογο αυτών που θα εξορίζονταν βρισκόταν και το όνομα ενός γέρου Μενσεβίκου ιστορικού, ο οποίος όμως είχε ήδη απομονωθεί στην ιδιωτική του ζωή και περίμενε τον θάνατο λόγω βαριάς ασθένειας, τότε ο Λένιν όχι μόνο τον έβγαλε από τον κατάλογο, αλλά και διέταξε να του δοθούν επιπλέον κουπόνια για τρόφιμα. Μόλις ο εχθρός παραιτήθηκε από τον πολιτικό αγώνα, σταμάτησε κι η εναντίον του εχθρότητα, που αισθανόταν ο Λένιν.
Όμως, για τον Σταλινισμό, ακόμη και μια τέτοια σιωπή ηχούσε ενοχλητικά. Όχι μόνο υπήρχε η απαίτηση από μεγάλες μάζες ανθρώπων να δείχνουν έμπρακτα την υποστήριξή τους λαμβάνοντας μέρος σε μεγάλα δημόσια συλλαλητήρια, ενώ επίσης οι καλλιτέχνες κι οι επιστήμονες όφειλαν να συμβιβάζονται κι αυτοί με τις συμμετοχές τους σε μεγάλες δράσεις, όπως με την προσθήκη των υπογραφών τους στις επίσημες διακηρύξεις ή με τις δημόσιες ομολογίες της αφοσίωσής τους στον Στάλιν και τον επίσημο Μαρξισμό. Αν, στη δικτατορία του Λένιν, μπορούσε κανείς να εκτελεσθεί γι’ αυτά που έλεγε, στο Σταλινισμό μπορούσε κανείς να εκτελεσθεί γι’ αυτά που δεν έλεγε. Αυτό ακριβώς γινόταν ως το τελευταίο όριο: η ίδια η αυτοκτονία, η υπέρτατη απεγνωσμένη απόσυρση μέσα στη σιωπή, καταδικάζονταν από τον Στάλιν σαν η ύστατη κι η βαρύτερη ενέργεια προδοσίας εναντίον του Κόμματος. Η διαφορά αυτή μεταξύ Λενινισμού και Σταλινισμού αντανακλά τη γενικότερή τους στάση απέναντι στην κοινωνία: για τον πρώτο, η κοινωνία είναι το πεδίο του ανελέητου αγώνα για την εξουσία, ενός αγώνα, που ήταν ανοιχτά αποδεχτός. Για το δεύτερο, η σύγκρουση επανα-ορίζεται, μερικές φορές σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν η σύγκρουση μιας υγιούς κοινωνίας εναντίον εκείνων που αποκλείονται απ’ αυτή –των παρασίτων, των εντόμων, των προδοτών, όλων αυτών που είναι λιγότερο ανθρώπινοι.
Ένας Σοβιετικός διαχωρισμός εξουσιών;
Ήταν αναγκαίο το πέρασμα από τον Λένιν στον Στάλιν; Η Χεγκελιανή απάντηση θα επικαλούταν την αναδρομική αναγκαιότητα: αφού αυτό το πέρασμα είχε συμβεί, αφού ο Στάλιν είχε κερδίσει, ήταν αναγκαίο. Το καθήκον του διαλεκτικού ιστορικού είναι να μπορεί να το συλλαμβάνει ‘στο γίγνεσθαί’ του, φανερώνοντας όλη την ενδεχομενικότητα της πάλης, που θα ήταν δυνατό να είχε τελειώσει και διαφορετικά, με τον τρόπο που προσπάθησε να κάνει ο Μοσέ Λεβίν στην Τελευταία Μάχη του Λένιν. Ο Λεβίν υπογραμμίζει, πρώτα, την επιμονή του Λένιν για μια πλήρη κυριαρχία των εθνικών οντοτήτων, που συνέθεταν το Σοβιετικό κράτος –και δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, σε μια επιστολή του προς το Πολιτικό Γραφείο στις 22 Σεπτεμβρίου 1922, ο Στάλιν κατηγορούσε ανοιχτά τον Λένιν για ‘εθνικό φιλελευθερισμό.’ Δεύτερο, εξαίρει ο Λέβιν την έμφαση που έδινε ο Λένιν για τη μετριοπάθεια των στόχων: όχι σοσιαλισμό, αλλά πολιτισμό, καθολική παιδεία, αποτελεσματικότητα, τεχνοκρατία, συνεταιριστικές κοινωνίες, που θα επιτρέπουν στους αγρότες να γίνουν ‘πολιτισμένοι έμποροι’ μέσα στο πλαίσιο της ΝΕΠ. Προφανώς, αυτή ήταν μια πολύ διαφορετική άποψη από εκείνη του ‘σοσιαλισμού σε μια χώρα.’ Μερικές φορές, προκαλεί έκπληξη πόσο απερίφραστη ήταν η μετριοπάθειά του: ο Λένιν κοροϊδεύει όλες τις προσπάθειες για την ‘οικοδόμηση του σοσιαλισμού,’ αναφέρει συνέχεια το θέμα των κομματικών ελλειμμάτων κι επιμένει για μια Σοβιετική πολιτική αυτοσχεδιαστικής φύσης, συχνά παραθέτοντας την φράση του Ναπολέοντα ‘On s’engage.. et puis on voit’ (‘Ασχολούμαστε.. και μετά βλέπουμε’).
Είναι γνωστή η τελευταία μάχη του Λένιν ενάντια στην κρατική γραφειοκρατία. Εκείνο όμως που είναι λιγότερο γνωστό, όπως παρατηρεί ο Λεβίν με μεγάλη σαφήνεια, είναι το γεγονός ότι ο Λένιν προσπαθούσε να τετραγωνίσει τον κύκλο της δημοκρατίας και της δικτατορίας του κόμματος-κράτους μέσω της πρότασής του για ένα νέο ηγετικό σώμα, την Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου. Ενώ αποδεχόταν πλήρως τη δικτατορική φύση του Σοβιετικού καθεστώτος, προσπαθούσε να εγκαταστήσει στην κορυφή του μια ισορροπία μεταξύ διάφορων στοιχείων, ένα ‘σύστημα αμοιβαίων ελέγχων, που θα μπορούσε να υπηρετήσει την ίδια λειτουργία –η σύγκριση δεν είναι παρά προσεγγιστική– όπως γίνεται με το διαχωρισμό εξουσιών σ’ ένα δημοκρατικό καθεστώς.’ Μια διευρυμένη Κεντρική Επιτροπή θα μπορούσε να θεσπίζει τις γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής και να εποπτεύει όλο τον κομματικό μηχανισμό. Μέσω αυτού του οργάνου, η Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου θα μπορούσε: να δρα ελέγχοντας την Κεντρική Επιτροπή και τα ποικίλα παρακλάδια της –το Πολιτικό Γραφείο, τη Γραμματεία, το Οργανωτικό Γραφείο κ.λπ. Η ανεξαρτησία της θα εξασφαλιζόταν από την απευθείας σύνδεσή της με τη Σύνοδο του Κόμματος, χωρίς τη διαμεσολάβηση του Πολιτικού Γραφείου και των διοικητικών οργάνων του ή της Κεντρικής Επιτροπής. [5]
Έλεγχοι κι ισορροπίες, διαχωρισμός εξουσιών, αμοιβαίοι έλεγχοι –αυτή ήταν η απεγνωσμένη απάντηση του Λένιν στο ερώτημα: ποιος ελέγχει τους ελεγκτές; Υπάρχει κάτι το ονειρώδες, εντελώς φαντασμαγορικό, στην ιδέα αυτή της Επιτροπής Κεντρικού Ελέγχου: ένα ανεξάρτητο, παιδαγωγικό, ελεγκτικό σώμα με ‘απολιτικά’ μέλη, αποτελούμενο από τους καλύτερους δάσκαλους και τεχνοκράτες, για να μπορεί να ασκεί έλεγχο στην ‘πολιτικοποιημένη’ Κεντρική Επιτροπή και τα όργανά της –κοντολογίς, μια προσπάθεια των ουδέτερων ειδικών να κρατούν συντεταγμένα τα κομματικά στελέχη. Όμως, όλα αυτά στηρίζονται στην πραγματική ανεξαρτησία της Συνόδου του Κόμματος –η οποία εκ των πραγμάτων ήδη υποθάλπεται από την απαγόρευση των φραξιών, που επέτρεπε τον κορυφαίο κομματικό μηχανισμό να ελέγχει τη Σύνοδο και να διώχνει τους επικριτές του σαν φραξιονιστές. Η αφέλεια της εμπιστοσύνης του Λένιν προς τους ειδικούς προκαλεί όλο και μεγαλύτερη εντύπωση, αν αναλογιστούμε ότι προερχόταν από έναν ηγέτη, ο οποίος ήταν συνειδητοποιημένος για την καθολική διεισδυτικότητα του πολιτικού αγώνα, που δεν επέτρεπε καμία ουδέτερη τοποθέτηση.
Η κατεύθυνση, προς την οποία ήδη φυσούσε ο άνεμος, είναι ολοφάνερη στην πρόταση του Στάλιν το 1922 απλώς για την ανακήρυξη της κυβέρνησης της Ρωσικής Σοβιετικής Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, που επίσης θα γινόταν κυβέρνηση των Δημοκρατιών της Ουκρανίας, του Μπελαρούς, του Αζερμπαϊστάν, της Αρμενίας και της Γεωργίας:
Αν η απόφαση αυτή επικυρωθεί από την Κεντρική Επιτροπή του ΡΚΚ, δεν θα δημοσιοποιηθεί, αλλά θα μεταφερθεί στις Κεντρικές Επιτροπές των Δημοκρατιών, για να κυκλοφορήσει μεταξύ των Σοβιετικών οργάνων, των Κεντρικών Εκτελεστικών Επιτροπών ή των Συνόδων των Σοβιέτ στις εν λόγω Δημοκρατίες, πριν από τη σύγκληση της Πανρωσικής Συνόδου των Σοβιέτ, όπου θα δηλωθεί ως επιθυμία των Δημοκρατιών αυτών. [6]
Η αλληλεπίδραση της ανώτερης εξουσίας με τη βάση της όχι μόνο καταργείται –έτσι ώστε η ανώτερη εξουσία απλώς να επιβάλλει τη βούλησή της– αλλά, προσθέτοντας και την ύβρη στην προκαλούμενη βλάβη, ξαναπαρουσιάζεται σαν το αντίθετό της: η ΚΕ αποφασίζει ποια επιθυμία της βάσης θα τεθεί υπόψη της ανώτερης εξουσίας σαν δική της.
Διακριτικότητα και τρόμος
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της τελευταίας μάχης του Λένιν, στο οποίο ο Λεβίν εφιστά την προσοχή μας, είναι η αναπάντεχη εστίαση στην ευγένεια και την προσήνεια. Ο Λένιν είχε αναστατωθεί πολύ από δυο περιστατικά: σε μια πολιτική συζήτηση, ο αντιπρόσωπος της Μόσχας στην Γεωργία, Σέργκο Ορντζονικίντζε, χτύπησε σωματικά ένα μέλος της Γεωργιανής ΚΕ. Κι ο ίδιος ο Στάλιν ύβρισε λεκτικά την Κρούπσκαγια (έχοντας ανακαλύψει ότι αυτή έδωσε στον Τρότσκυ την επιστολή του Λένιν, στον οποίο πρότεινε μια συμφωνία εναντίον του Στάλιν). Το τελευταίο περιστατικό προέτρεψε τον Λένιν να γράψει την περίφημη έκκλησή του:
Ο Στάλιν είναι πολύ άγριος και το ελάττωμα αυτό, μολονότι κάπως ανεκτό μεταξύ μας και στις σχέσεις μεταξύ μας ως Κομμουνιστών, γίνεται απαράδεκτο για έναν Γενικό Γραμματέα. Γι’ αυτό, προτείνω οι σύντροφοι να σκεφτούν κάποιο τρόπο, για να απομακρύνουν τον Στάλιν από τη θέση αυτή και να αναθέσουν τα καθήκοντά του σε κάποιον άλλον άνθρωπο, ο οποίος, από κάθε πλευρά, να διαφέρει και να είναι ανώτερος από τον Σύντροφο Στάλιν, δηλαδή, να είναι πιο ανεκτικός, πιο αφοσιωμένος, πιο ευγενικός και πιο διακριτικός απέναντι στους συντρόφους, λιγότερο ιδιότροπος. [7]
Οι προτάσεις του Λένιν για την Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου κι η έγνοιά του για τη διατήρηση της προσήνειας, οπωσδήποτε, δεν δείχνουν κάποια φιλελεύθερη άμβλυνση. Σε μια επιστολή στον Καμένεφ, την ίδια περίοδο, δηλώνει ξεκάθαρα: ‘Είναι μεγάλο λάθος να θεωρούμε ότι η ΝΟΠ έβαλε τέλος στον τρόμο. Πάλι χρειάζεται να καταφύγουμε στον τρόμο και στον οικονομικό τρόμο.’ Εντούτοις, ο τρόμος αυτός, που θα έσωζε τη σχεδιαζόμενη περιστολή του κρατικού μηχανισμού και της Cheka, θα ήταν περισσότερο μια απειλή παρά μια πραγματικότητα: όπως αφηγείται ο Λεβίν, ο Λένιν αναζητούσε έναν τρόπο, ‘με τον οποίον σ’ όλους εκείνους, που θα ήθελαν τώρα [κάτω από τη ΝΟΠ] να υπερβούν τα όρια, που έβαζε το κράτος στους επιχειρηματίες, θα έπρεπε να τους θυμίσουν “διακριτικά κι ευγενικά” την ύπαρξη αυτού του ύστατου όπλου.’ [8] Ο Λένιν είχε δίκιο εδώ: η δικτατορία αναφέρεται στο συγκροτησιακό πλεονασμό της (κρατικής) εξουσίας και, στο επίπεδο αυτό, δεν υπάρχει καμιά ουδετερότητα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: πλεονασμός, που ανήκει σε ποιον; Αν δεν είναι δικός μας, είναι δικός τους.
Ονειρευόμενος, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του έκφραση, τον τρόπο λειτουργίας της ΕΚΕ στο τελικό κείμενό-του του 1923, ‘Καλύτερα Λιγότερα, Αλλά Καλύτερα,’ ο Λένιν προτείνει όπως το σώμα αυτό θα έπρεπε να καταφεύγει σε:
κάποιο μισο-αστείο τέχνασμα, ένα πονηρό κόλπο, έναν τρόπο εξαπάτησης ή κάτι τέτοιο. Γνωρίζω ότι στα σοβαρά κι ενθουσιώδη κράτη της Δυτικής Ευρώπης μια τέτοια ιδέα θα τρομοκρατούσε τους ανθρώπους κι ότι δεν θα υπήρχε ούτε ένας αξιοπρεπής αξιωματούχος, που θα τη δεχόταν. Όμως, ελπίζω ότι δεν έχουμε ακόμη γίνει τόσο γραφειοκράτες όσο όλοι αυτοί κι ότι μεταξύ μας η συζήτηση πάνω στην ιδέα αυτή δεν θα προξενήσει τίποτε περισσότερο από τη διασκέδαση.
Αλήθεια, γιατί να μη συνδυάζουμε την ευχαρίστηση με την ωφελιμότητα; Γιατί να μην καταφεύγουμε σε κάποιο αστείο ή μισο-αστείο τέχνασμα, για να εκθέσουμε κάτι γελοίο, κάτι βλαβερό, κάτι μισο-αστείο, μισο-βλαβερό κ.λπ.; [9]
Δεν είναι αυτός σχεδόν ένας αισχρός διπλασιασμός της ‘βαριάς’ εκτελεστικής εξουσίας, που βρίσκεται συγκεντρωμένη στα χέρια της ΚΕ και του Πολιτικού Γραφείου; Τεχνάσματα, πονηρά κόλπα –ένα υπέροχο όνειρο, αλλά, παρόλα αυτά, και μια ουτοπία. Η αδυναμία του Λένιν, ισχυρίζεται ο Λεβίν, ήταν ότι, ενώ είδε το πρόβλημα της γραφειοκρατικοποίησης, υποτίμησε τη βαρύτητά της και τις πραγματικές διαστάσεις της: ‘η κοινωνική ανάλυσή του ήταν βασισμένη πάνω σε μόνο τρεις κοινωνικές τάξεις –τους εργάτες, τους αγρότες και την μπουρζουαζία– χωρίς να παίρνει υπόψη του τον κρατικό μηχανισμό σε μια χώρα, που είχε εθνικοποιήσει τους κύριους τομείς της οικονομίας.’ [10]
Οι Μπολσεβίκοι συνειδητοποίησαν γρήγορα ότι η πολιτική τους εξουσία στερούταν μιας διακριτής κοινωνικής βάσης: το μεγαλύτερο τμήμα της εργατικής τάξης, εκ μέρους της οποίας ασκούσαν την εξουσία τους, είχε εξαφανιστεί στον Εμφύλιο Πόλεμο και, γι’ αυτό, με κάποιο τρόπο, κυβερνούσαν πάνω σ’ ένα κενό κοινωνικής αντιπροσώπευσης. Όμως, φανταζόμενοι τους εαυτούς τους σαν μια καθαρή πολιτική εξουσία, που επέβαλε τη βούλησή της πάνω στην κοινωνία, παρέβλεπαν να δουν πώς –αφού, εκ των πραγμάτων, αυτοί ήταν ο ιδιοκτήτης, ή δρούσαν σαν το διαχειριστή στη θέση του απόντος ιδιοκτήτη, των παραγωγικών δυνάμεων– η κρατική γραφειοκρατία ‘θα μπορούσε να γίνει η πραγματική κοινωνική βάση της εξουσίας’:
Δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο σαν την ‘καθαρή’ πολιτική εξουσία χωρίς τα οποιαδήποτε κοινωνικά θεμέλια. Ένα καθεστώς πρέπει να βρει κάποια άλλη κοινωνική βάση, διαφορετική από τον ίδιο το δικό του κατασταλτικό μηχανισμό. Το ‘κενό,’ στο οποίο το Σοβιετικό καθεστώς φαινόταν να αιωρείται, γρήγορα γέμισε, αν κι οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι δεν το έβλεπαν ή δεν ήθελαν να το δουν. [11]
Είναι συζητήσιμο κατά πόσο αυτή η βάση θα μπλόκαρε το σχέδιο του Λένιν για την ΕΚΕ. Είναι αλήθεια ότι, ταυτόχρονα μ’ έναν αντι-οικομικίστικο κι αιτιοκρατικό τρόπο, ο Λένιν επιμένει για την αυτονομία του πολιτικού, αλλά αυτό που αποτυγχάνει να δει, όπως το επεσήμανε ο Μπαντιού, δεν είναι πώς κάθε πολιτική δύναμη αντιπροσωπεύει κάποια κοινωνική δύναμη ή τάξη, αλλά πώς αυτή η πολιτική δύναμη της συγκεκριμένης αντιπροσώπευσης εγγράφεται απευθείας μέσα στο ίδιο το επίπεδο των αντιπροσωπεύσεων σαν η πολιτική δύναμη, που αντιπροσωπεύει τον ίδιο τον εαυτό της. Η τελευταία μάχη του Λένιν ενάντια στον Στάλιν έχει, επομένως, όλα τα χαρακτηριστικά μιας γνήσιας τραγωδίας: δεν ήταν ένα μελόδραμα, όπου ο καλός μάχεται με τον κακό, αλλά μια τραγωδία, στην οποία ο ήρωας φθάνει στο σημείο να συνειδητοποιήσει ότι μάχεται εναντίον των ιδίων των επιγόνων του κι ότι ήδη είναι πολύ αργά για να σταματήσει το μοιραίο ξετύλιγμα των δικών του λανθασμένων αποφάσεων του παρελθόντος.
Ένας διαφορετικός δρόμος
Επομένως, πού είμαστε σήμερα μετά τη ‘σκοτεινή καταστροφή’ (désastre obscure) του 1989; Όπως το 1922, οι φωνές από πίσω ηχούν με χαιρεκακία παντού γύρω μας: ‘Θα περιποιηθούμε καλά τους τρελούς, που ήθελαν να επιβάλουν το ολοκληρωτικό τους όραμα στην κοινωνία!’ Άλλοι, προσπαθώντας να κρύψουν την κακεντρεχή χαρά τους, στενάζουν κι υψώνουν με λύπη τα μάτια τους στον ουρανό, σαν να έλεγαν: ‘Μας θρηνεί μόνο που βλέπουμε τους φόβους μας να επαληθεύονται! Πόσο ευγενικό ήταν το όραμά σας να δημιουργήσετε μια δίκαια κοινωνία! Η καρδιά μας χτυπούσε μαζί σας, αλλά η λογική μας έλεγε ότι τα σχέδιά σας θα τέλειωναν μόνο μέσα στη μιζέρια και με νέες στερήσεις ελευθεριών!’ Ενώ απορρίπτουμε κάθε συμβιβασμό μ’ αυτές τις σαγηνευτικές φωνές, πρέπει οπωσδήποτε να αρχίσουμε από την αρχή –να μην συνεχίζουμε να πορευόμαστε κι άλλο πάνω στα ίχνη των θεμελίων της επαναστατικής εποχής του 20ου αιώνα ή, ακριβέστερα, του 1968– αλλά να γυρίσουμε πίσω στο εναρκτήριο σημείο και να διαλέξουμε έναν άλλο δρόμο.
Αλλά πώς; Το καθοριστικό πρόβλημα του Δυτικού Μαρξισμού ήταν η ανυπαρξία του επαναστατικού υποκειμένου: γιατί η εργατική τάξη δεν μπορεί να ολοκληρώσει το πέρασμα από το μέσα-στον-εαυτό-της στο για-τον-εαυτό-της και να αυτο-συγκροτηθεί σαν ένας επαναστατικός παράγοντας; Το ερώτημα αυτό απετέλεσε τον κύριο λόγο ύπαρξης (το raison d’être) για την αναφορά του Δυτικού Μαρξισμού στη ψυχανάλυση, η οποία κλήθηκε να εξηγήσει τους ασυνείδητους μηχανισμούς του λίμπιντο, που εμποδίζουν την ανύψωση της ταξικής συνείδησης, η οποία είναι εγγεγραμμένη μέσα στην ίδια την ύπαρξη ή την κοινωνική κατάσταση της εργατικής τάξης. Με τον τρόπο αυτό, σωζόταν η αλήθεια της Μαρξιστικής κοινωνικο-οικονομικής ανάλυσης: δεν υπήρχε κανένας λόγος, που θα δικαιολογούσε τις ρεβιζιονιστικές θεωρίες για την άνοδο των μεσαίων τάξεων. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ο Δυτικός Μαρξισμός είχε επίσης αναλάβει μια διαρκή αναζήτηση του Άλλου, που θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του επαναστατικού παράγοντα, ως του αντικαταστάτη, που θα αναπλήρωνε την απρόθυμη εργατική τάξη: των αγροτών του Τρίτου Κόσμου, των φοιτητών και των διανοούμενων, των αποκλεισμένων. Αλλά όμως, είναι το ίδιο πιθανό αυτή η απεγνωσμένη αναζήτηση του επαναστατικού παράγοντα να αποτελεί τη μορφή της εμφάνισης του ακριβώς αντίθετού της: του φόβου της εύρεσής του, του φόβου να δούμε ότι και πού ήδη αυτό υπάρχει. Το να περιμένουμε από κάποιον άλλο να κάνει τη δουλειά αντί για μας, είναι ένας τρόπος να εξορθολογίζουμε την αδράνειά μας.
Είναι απέναντι σ’ αυτό το πλαίσιο που ο Αλαίν Μπαντιού πρότεινε ότι πρέπει να επαναβεβαιώσουμε την κομμουνιστική υπόθεση. Γράφει:
Αν πρέπει να εγκαταλείψουμε την υπόθεση αυτή, τότε δεν αξίζει πια να κάνουμε τίποτε άλλο στο πεδίο της συλλογικής δράσης. Χωρίς τον ορίζοντα του κομμουνισμού, χωρίς την Ιδέα, τίποτε στο ιστορικό και το πολιτικό γίγνεσθαι δεν έχει ενδιαφέρον για τους φιλόσοφους.
Όμως, συνεχίζει ο Μπαντιού:
το να επιμένουμε στην Ιδέα αυτή, στην ύπαρξη της υπόθεσης, δεν σημαίνει ότι η πρώτη μορφή της παρουσίασής της, που ήταν εστιασμένη πάνω στην ιδιοκτησία και το κράτος, πρέπει επίσης να διατηρηθεί ακριβώς όπως ήταν. Στην πραγματικότητα, αυτό που μας αντιστοιχεί σαν φιλοσοφικό καθήκον, ακόμη και σαν υποχρέωση, είναι να βοηθήσουμε να αναδυθεί ένας νέος τύπος ύπαρξης της υπόθεσης αυτής. [12]
Θα πρέπει να προσέξει κανείς να μη διαβάσει τις παραπάνω γραμμές με τον Καντιανό τρόπο, αντιλαμβανόμενος τον κομμουνισμό σαν μια ρυθμιστική Ιδέα κι, έτσι, ανασταίνοντας το φάντασμα του ‘ηθικού σοσιαλισμού,’ με την ισότητα ως τον a priori κανόνα ή αξίωμά του. Αντίθετα, θα πρέπει να διατηρήσει κανείς τις ακριβείς αναφορές στο σύνολο των κοινωνικών ανταγωνισμών, που γεννούν την ανάγκη για τον κομμουνισμό, δηλαδή, την παλιά καλή Μαρξιστική έννοια του κομμουνισμού, όχι σαν ιδανικό, αλλά σαν κίνημα, που αντιδρά απέναντι στις υπάρχουσες αντιφάσεις. Το να αντιμετωπίζουμε τον κομμουνισμό σαν μια αιώνια Ιδέα συνεπάγεται ότι η κατάσταση, που τον γεννά, δεν είναι λιγότερο αιώνια, ότι οι ανταγωνισμοί, αντίδραση στους οποίους αποτελεί ο κομμουνισμός, βρίσκονται πάντα εδώ και παντού. Από όπου απέχει μόνο ένα βήμα η αποδομητική ανάγνωση του κομμουνισμού σαν όνειρο της πραγματικότητας, σαν κατάργηση όλων των αλλοτριωτικών αναπαραστάσεων, σαν ένα όνειρο, που ευδοκιμεί πάνω στο ίδιο το δικό του το αδύνατο.
Μολονότι είναι εύκολο να ειρωνευτούμε την έννοια του Τέλους της Ιστορίας του Φουκουγιάμα, οι πλειονότητα των ανθρώπων σήμερα είναι Φουκουγιαμιστές. Ο φιλελεύθερος δημοκρατικός καπιταλισμός έχει γίνει αποδεκτός ως ο τελικά ανευρεθείς τύπος της καλύτερης δυνατής κοινωνίας. Το μόνο που μένει κανείς να κάνει είναι να τον καταστήσει πιο δίκαιο, πιο ανεκτικό κ.ο.κ. Ένα απλό συναφές ερώτημα εγείρεται τότε: αν ο φιλελεύθερος-δημοκρατικός καπιταλισμός είναι, αν όχι ο καλύτερος, αλλά η λιγότερο χειρότερη μορφή της κοινωνίας, γιατί τότε να μην απλώς παραιτηθούμε, από οποιαδήποτε άλλη αναζήτηση και, δείχνοντας ωριμότητα, να τον αποδεχθούμε ολόψυχα; Γιατί να επιμένουμε στην κομμουνιστική υπόθεση, παρόλες τις περί του αντιθέτου ενδείξεις;
Κοινωνικές τάξεις και κοινοί χώροι
Δεν αρκεί να μένουμε πιστοί στην κομμουνιστική υπόθεση: πρέπει επίσης να μπορούμε να εντοπίζουμε τους ανταγωνισμούς μέσα στην ιστορική πραγματικότητα, κάτι το οποίο κάνει, στην πράξη, επιτακτική την ανάγκη της κομμουνιστικής υπόθεσης. Σήμερα, το μόνο αληθινό ερώτημα είναι: περιέχει ο παγκόσμιος καπιταλισμός τους ανταγωνισμούς, που έχουν αρκετό δυναμισμό, για να αποτρέψουν την απεριόριστη αναπαραγωγή του; Απ’ αυτήν την άποψη, βλέπουμε να παρουσιάζονται σήμερα τέσσερις τέτοιοι ανταγωνισμοί: η προδιαγραφόμενη απειλή της οικολογικής καταστροφής, η ακαταλληλότητα της μορφής της ιδιωτικής περιουσίας για την περίπτωση των πνευματικών δικαιωμάτων, οι κοινωνικο-ηθικές επιπτώσεις των νέων τεχνολογικο-επιστημονικών εξελίξεων, ιδιαίτερα στην εμβιογενετική, και, τέλος αλλά εξίσου σημαντικές, οι νέες μορφές των κοινωνικών διακρίσεων, του απαρτχάιντ, των νέων τειχών, των νέων φτωχογειτονιών και παραγκουπόλεων. Ας παρατηρήσουμε ότι υπάρχει μια ποιοτική διαφορά μεταξύ του τελευταίου τύπου, ο οποίος βασίζεται στο χάσμα, που διαχωρίζει τους αποκλεισμένους από τους ενσωματωμένους, και των άλλων τριών τύπων, οι οποίοι καταδεικνύουν τις περιοχές, αυτές που οι Χαρντ και Νέγκρι ονομάζουν ‘κοινούς χώρους’ (commons), που συνιστούν τη διαμοιρασμένη, την κοινή, υπόσταση της κοινωνικής μας ύπαρξης, των οποίων η ιδιωτικοποίηση αποτελεί μια βίαιη πράξη κι απέναντι στην οποία θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί, αν χρειασθεί, ακόμη και μια βίαιη αντίσταση.
Πρώτα, υπάρχουν οι κοινοί χώροι της κουλτούρας, οι απευθείας κοινωνικοποιημένες μορφές του γνωσιακού κεφάλαιου: πρωταρχικά, της γλώσσας, των μέσων της επικοινωνίας και της εκπαίδευσης, αλλά επίσης και των κοινών δημόσιων υποδομών, όπως των δημόσιων μεταφορών, του ηλεκτρισμού, του ταχυδρομείου κ.λπ. Αν επιτρεπόταν το μονοπώλιο του Μπιλ Γκέιτς, θα φθάναμε στην παράλογη κατάσταση, στην οποία ένας ιδιώτης θα κατείχε ολόκληρο τον ιστό του λογισμικού των βασικού δικτύου των παγκόσμιων επικοινωνιών. Δεύτερο, υπάρχουν οι κοινοί χώροι της εξωτερικής φύσης, που απειλούνται από την ρύπανση και την εκμετάλλευση –από το πετρέλαιο ως τα δάση κι ως το ίδιο το φυσικό περιβάλλον– και, τρίτο, οι κοινοί χώροι της εσωτερικής φύσης, η εμβιογενετική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Εκείνο που όλοι αυτοί οι αγώνες διαμοιράζονται, εκείνο που όλοι έχουν κοινό, είναι η συνειδητοποίηση του καταστροφικού δυναμικού –που φθάνει ως τον αυτο-αφανισμό της ίδιας της ανθρωπότητας– όταν αφήνεται η καπιταλιστική λογική του εγκλεισμού τους μέσα στα πλαίσια της φιλελεύθερης διαχείρισης. Είναι ακριβώς η αναφορά αυτή στους ‘κοινούς χώρους,’ το γεγονός που επιτρέπει σήμερα την ανάσταση της έννοιας του κομμουνισμού: μας καθιστά ικανούς να δούμε τον προοδευτικό εγκλεισμό τους σαν μια διαδικασία προλεταριοποίησης όλων εκείνων, που, έτσι, βρίσκονται αποκλεισμένοι από την ίδια την ύπαρξή τους, σαν μια διαδικασία, που επίσης στοχεύει προς την εκμετάλλευση. Σήμερα, το καθήκον μας είναι να συμβάλουμε σε μια ανανέωση της πολιτικής οικονομίας της εκμετάλλευσης –για παράδειγμα, στην περίπτωση των ανώνυμων ‘εργατών της γνώσης,’ που τους εκμεταλλεύονται οι εταιρίες τους.
Παρόλα αυτά, είναι μόνο ο τέταρτος ανταγωνισμός, η αναφορά στους αποκλεισμένους, το γεγονός που δικαιολογεί την έννοια του κομμουνισμού. Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο ιδιωτικό από μια κρατική κοινότητα, η οποία αντιλαμβάνεται τους αποκλεισμένους σαν απειλή και μοχθεί να τους κρατήσει σε μια κατάλληλη απόσταση. Μ’ άλλα λόγια, μεταξύ των τεσσάρων ανταγωνισμών, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ενσωματωμένων και των αποκλεισμένων είναι ο πιο κρίσιμος: χωρίς αυτόν, όλοι οι άλλοι χάνουν την ανατρεπτική τους αξία. Η οικολογία μετατρέπεται σ’ ένα πρόβλημα βιώσιμης ανάπτυξης, τα πνευματικά δικαιώματα σε μια πολύπλοκη νομική διεκδίκηση, η εμβιογενετική σ’ ένα ηθικό ζήτημα. Μπορεί κανείς να μάχεται αληθινά για το περιβάλλον, να υπερασπίζεται μια ευρύτερη έννοια των πνευματικών δικαιωμάτων, να αντιτάσσεται στην κατοχύρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας των γονιδίων, χωρίς όμως να λαμβάνει υπόψη του τον ανταγωνισμό μεταξύ των ενσωματωμένων και των αποκλεισμένων. Ακόμη περισσότερο, μπορεί κανείς να εκφράζει κάποιους από τους αγώνες αυτούς μέσω των κινδύνων, που αντιμετωπίζουν οι ενσωματωμένοι, να μολυνθούν από τους αποκλεισμένους. Με τον τρόπο αυτό, δεν φθάνουμε σε καμιά αληθινή καθολικότητα, αλλά έχουμε μόνο κάποιες ‘ιδιωτικές’ έγνοιες με την Καντιανή έννοια. Εταιρίες, όπως η Whole Foods κι η Starbucks, εξακολουθούν να χαίρουν κάποιας εκτίμησης από πλευράς φιλελεύθερων, μολονότι κι οι δυο τους επιδίδονται σε αντι-συνδικαλιστικές δραστηριότητες. Το κόλπο είναι ότι πουλούν προϊόντα με μια προοδευτική χροιά: καφέ από καρπούς, που αγοράζονται στις αγορές του ‘τίμιου εμπορίου,’ ακριβά υβριδικά οχήματα κ.λπ. Κοντολογίς, χωρίς τον ανταγωνισμό μεταξύ των ενσωματωμένων και των αποκλεισμένων, βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο, στον οποίον ο Μπιλ Γκέιτς είναι ο μεγαλύτερος ανθρωπιστής, που μάχεται την φτώχεια και τις αρρώστιες, κι ο Ρούπερτ Μέρντοκ είναι ο μεγαλύτερος περιβαλλοντιστής, που κινητοποιεί εκατοντάδες εκατομμυρίων για ηθικούς σκοπούς μέσα στην αυτοκρατορία του των μήντια.
Αυτό που πρέπει να προσθέσουμε εδώ, αν θέλουμε να κινηθούμε πέρα από τον Καντ, είναι ότι υπάρχουν κοινωνικές ομάδες, οι οποίες, εξ αιτίας της στέρησής τους να κατέχουν μια καθορισμένη θέση μέσα στην ‘ιδιωτική’ τάξη της κοινωνικής ιεραρχίας, στέκονται απευθείας υπέρ της καθολικότητας: αποτελούν αυτό που ο Ζακ Ρανσιέρ ονομάζει το ‘μέρος των χωρίς μέρος’ του κοινωνικού σώματος. Η οποιαδήποτε χειραφετική πολιτική γεννάται από το βραχυκύκλωμα μεταξύ της καθολικότητας της δημόσιας χρήσης του λόγου και της καθολικότητας του ‘μέρους των χωρίς μέρος.’ Αυτό ήδη αποτελούσε το κομμουνιστικό όνειρο του νεαρού Μαρξ –να φέρει μαζί την καθολικότητα της φιλοσοφίας με την καθολικότητα του προλεταριάτου. Από την Αρχαία Ελλάδα, έχουμε ένα όνομα για την παρείσφρηση των αποκλεισμένων μέσα στον κοινωνικο-πολιτικό χώρο: το όνομα της δημοκρατίας.
Αλλά κι η κυρίαρχη φιλελεύθερη έννοια της δημοκρατίας ασχολείται επίσης με τους αποκλεισμένους, όμως μ’ έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο: εστιάζεται πάνω στην ενσωμάτωσή τους, σαν να ήταν φωνές μιας μειονότητας. Όλες οι θέσεις πρέπει να ακούγονται, όλα τα συμφέροντα πρέπει να ικανοποιούνται, τα ανθρώπινα δικαιώματα των πάντων πρέπει να είναι εγγυημένα, όλοι οι τρόποι ζωής, κουλτούρας κι όλες οι πρακτικές πρέπει να γίνονται σεβαστές κ.ο.κ. Η έμμονη ιδέα μιας τέτοιας δημοκρατίας είναι να προστατεύει όλα τα είδη των μειονοτήτων: πολιτιστικές, θρησκευτικές, σεξουαλικές κ.λπ. Εδώ, ο τύπος της δημοκρατίας συνίσταται σε υπομονετικές διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς. Αυτό που χάνεται σε μ
Περισσότερα... »
ΤΟ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΟ ΔΙΑΔΥΚΤΙΟ
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση[karlmarxkefalaio.wordpress.com]
ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΒΑΘΙΑ ΜΕΛΕΤΗ
Περισσότερα... »
Θα πέσει η γάτα που είναι πάνω από τον γκρεμό;
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΜτφ: Μωϋσή Μπουντουρίδη
Όταν ένα αυταρχικό καθεστώς πλησιάζει την τελική κρίση του, ο κανόνας είναι η διάλυσή του να ακολουθεί δυο στάδια. Πριν την πραγματική κατάρρευσή του, λαμβάνει χώρα μια μυστηριώδης ρήξη: εντελώς ξαφνικά, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι το παιχνίδι τέλειωσε και δεν φοβούνται πια. Δεν είναι μόνο ότι το καθεστώς χάνει τη νομιμοποίησή του, η άσκηση της ίδιας της εξουσίας του γίνεται αντιληπτή σαν μια ασθενής αντίδραση πανικού. Όλοι μας γνωρίζουμε την κλασική σκηνή από τις ταινίες κινούμενων σχεδίων: η γάτα είναι πάνω από τον γκρεμό, αλλά συνεχίζει να βαδίζει, αγνοώντας το γεγονός ότι δεν υπάρχει έδαφος κάτω από τις πατούσες της. Αρχίζει να πέφτει, μόνον όταν κοιτάξει προς τα κάτω και παρατηρήσει την άβυσσο. Όταν χάνει την εξουσία του, το καθεστώς είναι σαν την γάτα, που είναι πάνω από τον γκρεμό: για να πέσει, χρειάζεται μόνο να του θυμίσουν να κοιτάξει προς τα κάτω.. Στην περίπτωση του Σάχη, σύμφωνα με μια κλασική ερμηνεία της επανάστασης του Χομεϊνί, ο Ryszard Kapuscinski εντόπιζε την ακριβή στιγμή αυτής της ρήξης μ’ αυτόν τον τρόπο: σ’ ένα σταυροδρόμι της Τεχεράνης, ένας μεμονωμένος διαδηλωτής αρνήθηκε να σαλέψει, όταν ένας αστυνομικός του φώναξε να κινηθεί, κι ο σαστισμένος αστυνομικός απλώς αποτραβήχτηκε. Σε λίγες ώρες, όλη η Τεχεράνη γνώριζε για το περιστατικό αυτό και, μολονότι υπήρχαν οδομαχίες, που συνεχίζονταν για βδομάδες, όλοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι το παιχνίδι τέλειωσε. Συμβαίνει σήμερα κάτι παρόμοιο; Υπάρχουν πολλές εκδοχές των συμβάντων στην Τεχεράνη. Κάποιοι βλέπουν στις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας την αποκορύφωση του φιλο-Δυτικού “κινήματος μεταρρύθμισης” παρόμοια με τις “πορτοκαλί” επαναστάσεις στην Ουκρανία, τη Γεωργία κ.λπ. –μια κοσμική αντίδραση στην επανάσταση του Χομεϊνί. Υποστηρίζουν τις διαμαρτυρίες σαν το πρώτο βήμα προς ένα νεο φιλελεύθερο-δημοκρατικό κοσμικό Ιράν απελευθερωμένο από τον Ισλαμικό φουνταμενταλισμό. Από την άλλη μεριά είναι οι σκεπτικιστές, που θεωρούν ότι ο Αχμαντινετζάντ στην πραγματικότητα κέρδισε: αυτός είναι η φωνή της πλειοψηφίας, ενώ η υποστήριξη του Μουζαβί έρχεται από τις μεσαίες τάξεις και την χρυσωμένη νεολαία τους. Με λίγα λόγια: ας αφήσουμε την πλάνη κι ας αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι, με τον Αχμαντινετζάντ, το Ιράν έχει έναν πρόεδρο, που αξίζει. Μετά, υπάρχουν εκείνοι, που απορρίπτουν τον Μουζαβί σαν μέρος του ιερατικού κατεστημένου με μόνο επιφανειακές διαφορές από τον Αχμαντινετζάντ: ο Μουζαβί επίσης επιθυμεί να συνεχίσει το πρόγραμμα της πυρηνικής ενέργειας, είναι αντίθετος στην αναγνώριση του Ισραήλ, συν το ότι έχαιρε της πλήρους υποστήριξης του Χομεϊνί ως πρωθυπουργός τα χρόνια του πόλεμου με το Ιράκ. Τελικά, οι πιο θλιβεροί είναι οι αριστεροί υποστηρικτές του Αχμαντινετζάντ: το πραγματικό διακύβευμα γι’ αυτούς είναι η Ιρανική ανεξαρτησία. Ο Αχμαντινετζάντ κέρδισε, επειδή στεκόταν υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας του, εξέθεσε τη διαφθορά των ελίτ και χρησιμοποίησε τον πλούτο από τα πετρέλαια, για να ενισχύσει τα έσοδα της φτωχής πλειοψηφίας –αυτός είναι, όπως μας λένε, ο αληθινός Αχμαντινετζάντ πίσω από τη εικόνα των μήντια της Δύσης ενός φανατικού αρνητού του ολοκαυτώματος. Σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη, αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει τώρα στο Ιράν είναι μια επανάληψη της ανατροπής του Μοσαντέχ το 1953 –ενός πραξικοπήματος, που χρηματοδοτήθηκε από τη Δύση, εναντίον του τότε νόμιμου πρόεδρου. Η άποψη αυτή όχι μόνον αγνοεί τα γεγονότα: η ψηλή εκλογική συμμετοχή –που από το σύνηθες 55% έφθασε στο 85%– μπορεί μόνο να εξηγηθεί ως ψήφος διαμαρτυρίας. Δείχνει όμως επίσης και την εθελοτυφλία τους να δουν μια γνήσια δημοκρατική εκδήλωση της λαϊκής βούλησης, υποθέτοντας με προστατευτικό τρόπο ότι, για τους καθυστερημένους Ιρανούς, ο Αχμαντινετζάντ είναι αρκετά καλός –δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμοι οι Ιρανοί να κυβερνώνται από μια κοσμική Αριστερά. Μέσα στις αντιθέσεις τους, όλες οι εκδοχές διαβάζουν τις Ιρανικές διαμαρτυρίες κάτω από την οπτική γωνία της σύγκρουσης μεταξύ Ισλαμιστών σκληροπυρηνικών υποστηρικτών και φιλο-Δυτικών φιλελεύθερων μεταρρυθμιστών, και γι’ αυτό τους είναι δύσκολο να τοποθετήσουν τον Μουζαβί: είναι ένας φιλο-Δυτικός μεταρρυθμιστής, που επιθυμεί περισσότερη προσωπική ελευθερία και οικονομία της αγοράς, ή μέλος του ιερατικού κατεστημένου, του οποίου η τελική νίκη δεν θα επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη φύση του καθεστώτος; Τέτοιες ακραίες ταλαντεύσεις δείχνουν ότι όλοι αποτυγχάνουν να κατανοήσουν την αληθινή φύση των διαμαρτυριών. Το πράσινο χρώμα, που υιοθέτησαν οι υποστηρικτές του Μουζαβί, οι κραυγές του “Αλάχ ακμπάρ!” που αντηχούν στις στέγες της Τεχεράνης μέσα στα σκοτάδια της νύχτας, δείχνουν ξεκάθαρα ότι μπορεί να δει κανείς τις δραστηριότητες αυτές σαν μια επανάληψη της επανάστασης του 1979 του Χομεϊνί, σαν την επιστροφή στις ρίζες, σαν το ξήλωμα της ύστερης διαφθοράς της επανάστασης. Η επιστροφή αυτή στις ρίζες δεν είναι μόνο προγραμματική. Αφορά ακόμη περισσότερο τον τρόπο δράσης του πλήθους: η εμφατική ενότητα του λαού, η καθολικά περιεκτική αλληλεγγύη, η δημιουργική αυτο-οργάνωση, οι αυτοσχεδιασμοί των τρόπων διάρθρωσης των διαμαρτυριών, η μοναδική ανάμειξη του αυθόρμητου και της πειθαρχίας, σαν μια δυσοίωνη πορεία χιλιάδων ατόμων σε πλήρη σιωπή. Έχουμε να κάνουμε με έναν γνήσιο λαϊκό ξεσηκωμό των εξαπατημένων αγωνιστών της επανάστασης του Χομεϊνί.
Υπάρχουν κάποιες κρίσιμες συνέπειες, που μπορούν να εξαχθούν από αυτές τις σκέψεις. Πρώτα, ο Αχμαντινετζάντ δεν είναι ο ήρωας των Ισλαμιστών φτωχών, αλλά ένας γνήσιος Ισλαμο-Φασίστας λαϊκιστής, ένα είδος ενός Ιρανού Μπερλουσκόνι, του οποίου το μείγμα της καραγκιοζίστικης στάσης με την ανελέετη εξουσιαστική πολιτική προκαλεί ανησυχία ακόμη και στους περισσότερους αγιατολάχ. Το δημαγωγικό μοίρασμα ψίχουλων στους φτωχούς δεν πρέπει να μας απατά: πίσω του δεν βρίσκονται μόνο τα όργανα της αστυνομικής καταστολής κι ένας πολύ δυτικοποιημένος μηχανισμός δημοσίων σχέσεων, αλλά επίσης και μια ισχυρή τάξη των νεόπλουτων, το αποτέλεσμα της διαφθοράς του καθεστώτος (η Επαναστατική Φρουρά του Ιράν δεν είναι η πολιτοφυλακή της εργατικής τάξης, αλλά μια μεγάλη εταιρία, το ισχυρότερο κέντρο πλούτου στην χώρα).
Δεύτερο, θα πρέπει να χαραχθεί με σαφή τρόπο η διαφορά μεταξύ των δυο κύριων υποψηφίων, που αντιπαρατίθενται στον Αχμαντινετζάντ, του Μεχντί Καρουμπί και του Μουζαβί. Ο Καρουμπί στην πραγματικότητα είναι ένας μεταρρυθμιστής, ο οποίος βασικά προτείνει μια Ιρανική εκδοχή της ταυτοτικής πολιτικής, υποσχόμενος χάρες σ’ όλες τις ιδιαίτερες ομάδες. Ο Μουζαβί είναι κάτι εντελώς το διαφορετικό: το όνομά του στέκεται για μια γνήσια ανάσταση του λαϊκού όνειρου, που συντήρησε την επανάσταση του Χομεϊνί. Ακόμη κι αν αυτό το όνειρο ήταν μια ουτοπία, θα έπρεπε να αναγνωριστεί σ’ αυτό η γνήσια ουτοπία της ίδιας της επανάστασης. Αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση του Χομεϊνί του 1979 δεν μπορεί να αναχθεί σε μια σκληροπυρηνική Ισλαμιστική ανακατάληψη της εξουσίας –είναι κάτι πολύ περισσότερο. Τώρα είναι ο καιρός να θυμηθούμε τον απίστευτο αναβρασμό του πρώτου έτους μετά την επανάσταση, με τη συναρπαστική έκρηξη της πολιτικής και της κοινωνικής δημιουργικότητας, τα οργανωσιακά πειράματα και τις συζητήσεις μεταξύ φοιτητών κι απλών ανθρώπων. Το ίδιο το γεγονός ότι η έκρηξη αυτή έπρεπε να καταπνιγεί αποδεικνύει ότι η επανάσταση του Χομεϊνί ήταν ένα αυθεντικό πολιτικό συμβάν, ένα μνημειώδες άνοιγμα, που απελευθέρωσε ανήκουστες δυνάμεις κοινωνικού μετασχηματισμού, μια στιγμή που “όλα φαινόντουσαν δυνατά.” Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα βαθμιαίο κλείσιμο με την κατάληψη του πολιτικού έλεγχου από το Ισλαμικό κατεστημένο. Για να το θέσουμε με Φροϋντικούς όρους, το σημερινό κίνημα διαμαρτυρίας είναι η “επιστροφή του απωθημένου” της επανάστασης του Χομεϊνί.
Και, τελικά αλλά το ίδιο σημαντικά, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα γνήσιο απελευθερωτικό δυναμικό στο Ισλάμ –για να βρούμε ένα “καλό” Ισλάμ, δεν χρειάζεται να πάμε πίσω στον 10ο αιώνα, το έχουμε εδώ και τώρα, μπροστά στα μάτια μας.
Το μέλλον είναι αβέβαιο –το πιθανότερο είναι ότι οι κρατούντες θα καταστείλουν την λαϊκή έκρηξη κι η γάτα δεν θα πέσει κάτω στον γκρεμό, αλλά θα ανακτήσει το έδαφος. Όμως, δεν θα είναι πια το ίδιο καθεστώς, αλλά μόνο μια διεφθαρμένη αυταρχική εξουσία μέσα σε τόσες άλλες. Οποιοδήποτε κι αν είναι το αποτέλεσμα, είναι ζωτικής σημασίας να σκεφτούμε ότι γινόμαστε μάρτυρες ενός μεγάλου χειραφετικού συμβάντος, που δεν ταιριάζει μέσα στο πλαίσιο της διαμάχης μεταξύ φιλο-Δυτικών φιλελεύθερων κι αντι-Δυτικών φουνταμενταλιστών. Αν ο κυνικός πραγματισμός μας κάνει να χάσουμε τη δυνατότητα αναγνώρισης αυτής της χειραφετικής διάστασης, τότε εμείς στη Δύση μπαίνουμε, στην πραγματικότητα, μέσα σε μια μετα-δημοκρατική περίοδο, προετοιμαζόμενοι για τους δικούς μας Αχμαντινετζάντ. Οι Ιταλόι ήδη γνωρίζουν το όνομά του: Μπερλουσκόνι. Οι άλλοι περιμένουν στη σειρά.
Περισσότερα... »
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ (727 σελίδες με έργα του Μαρξ)
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση(727 σελίδες με έργα του Μαρξ)
Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα: ο πάπας και ο τσάρος, ο Μέτερνιχ κι ο Γκιζό, γάλλοι ριζοσπάστες και γερμανοί αστυνομικοί. Ποιο κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έχει κατηγορηθεί σαν κομμουνιστικό από τους αντιπάλους του που κυβερνούν, ποιο κόμμα της αντιπολίτευσης δεν αντέκρουσε με την κατηγορία του κομμουνισμού τους πιο προοδευτικούς αντιπολιτευόμενους, καθώς και τους αντιδραστικούς αντιπάλους του; Δυο πράγματα βγαίνουν απ’ το γεγονός αυτό: Ο κομμουνισμός αναγνωρίζεται πια απ’ όλες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις σαν μια δύναμη. Είναι καιρός πια οι κομμουνιστές να εκθέσουν ανοιχτά μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τις αντιλήψεις τους, τους σκοπούς τους, τις επιδιώξεις τους και ν’ αντιπαραθέσουν στο παραμύθι του κομμουνιστικού φαντάσματος ένα Μανιφέστο του ίδιου του κόμματος. ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ Διαβάστε ολόκληρο το (ΑΦΙΕΡΩΜΑ: KAΡΛ ΜΑΡΞ), πατώντας το παρακάτω link. Βάλτε τον Κωδικό που σας δίνει και ανοίχτε το doc http://rapid-share.gr/download.php?file=226AFIERWMA_KARL_MARKS.doc ΜΑΡΞ ΚΑΡΛ
· Η Αδιαφορία για την πολιτική
· Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής
· «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση»
· Η πάλη ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και τ' αποτελέσματά της
· Η ιστορική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης
· Από τον επίλογο στη δεύτερη γερμανική έκδοση του Α' τόμου του «Κεφαλαίου»
· Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας
· Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση
· ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ
"...Το δικό μας καθήκον είναι να κάνουμε την επανάσταση Διαρκή, μέχρις ότου λίγο-πολύ όλες οι ιδιοχτήτριες τάξεις απαλλοτριωθούν, μέχρις ότου το προλεταριάτο καταχτήσει την εξουσία και όχι μονάχα σε μια χώρα, αλλά σε όλες τις σημαντικές χώρες του κόσμου...". (Κ. Μαρξ - Φ. Εγκελς: "Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία"). Ο Τρότσκι, λίγο πριν, στη διάρκεια, κι αμέσως μετά την Ρώσικη Επανάσταση του 1905, ανέπτυξε δημιουργικά την αντίληψη του Μάρξ στις νέες παγκόσμιες συνθήκες. Βασισμένος σε μια διαλεκτική ανάλυση της διεθνούς κατάστασης - των παγκόσμιων ιστορικών όρων της ιμπεριαλιστικής εποχής - και των ταξικών σχέσεων στη Ρωσία, διατύπωσε την μεγαλοφυή του πρόγνωση: τα άλυτα αστικοδημοκρατικά προβλήματα της Ρώσικης Επανάστασης θα ΄φερναν στην εξουσία, με τη βοήθεια της φτωχής αγροτιάς, το ρώσικο προλεταριάτο, που δε θα σταματούσε στη δημοκρατική ολοκλήρωση αλλά, χωρίς διακοπή, θα ΄παιρνε μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα. Η δημοκρατική επανάσταση, κάτω από τη δικτατορία του προλεταριάτου, θα μετεξελισσόταν σε σοσιαλιστική, θα γινόταν ΔΙΑΡΚΗΣ. Η σοσιαλιστική οικοδόμηση θα άρχιζε στην καθυστερημένη Ρωσία. Θα ολοκληρωνόταν, όμως, και θα έλυνε τις εσωτερικές της αντιφάσεις μόνο σε διεθνή κλίμακα, με την επέκταση και τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.
ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΤΟ ΜΑΡΤΗ ΤΟΥ 1850
Η κεντρική Επιτροπή προς την Ένωση
Αδέλφια! Στα δυο χρόνια της επανάστασης του 1848-49 η Ένωση των Κομμουνιστών ανταποκρίθηκε διπλά στη δοκιμασία. Πρώτα, γιατί σ΄ όλα τα μέρη, τα μέλη της πήραν ενεργό μέρος στο κίνημα, γιατί στον τύπο, στα οδοφράγματα και στα πεδία της μάχης στάθηκαν στις πρώτες γραμμές της μόνης αποφασιστικής επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου. Η Ένωση ανταποκρίθηκε ακόμα γιατί η αντίληψή της για το κίνημα, όπως διατυπώθηκε στις εγκυκλίους των Συνεδρίων και της Κεντρικής Επιτροπής του 1847 και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, αποδείχτηκε η μόνη σωστή αντίληψη, γιατί εκπληρώθηκαν πέρα για πέρα οι προσδοκίες που εκφράστηκαν
σε κείνα τα ντοκουμέντα, και γιατί η αντίληψη για το σημερινό κοινωνικό καθεστώς, που παλιά προπαγανδιζόταν μονάχα στα κρυφά από την Ένωση, βρίσκεται τώρα στο στόμα των λαών και κηρύσσεται δημόσια στις πλατείες. Ταυτόχρονα χαλαρώθηκε σημαντικά η πριν σφιχτοδεμένη οργάνωση της Ένωσης. Ένα μεγάλος μέρος των μελών, που είχε πάρει άμεσα μέρος στο επαναστατικό κίνημα θεώρησε ότι πέρασε η εποχή των μυστικών εταιριών και ότι φτάνει μονάχα η ανοιχτή δράση. Οι ξεχωριστές περιφέρειες και κοινότητες άφησαν ν΄ ατονήσει και σιγά - σιγά να σβήσει η σύνδεση με την Κεντρική Επιτροπή. Τη στιγμή λοιπόν που στη Γερμανία το δημοκρατικό κόμμα, το κόμμα των μικροαστών, οργανώνονταν ολοένα και περισσότερο, το εργατικό κόμμα έχανε το μόνο στέρεο στήριγμά του, έμενε το πολύ - πολύ οργανωμένο σε ξεχωριστά μέρη για τοπικούς σκοπούς και έπεφτε έτσι μέσα στο γενικό κίνημα ολότελα κάτω από την κυριαρχία και την καθοδήγηση των μικροαστών δημοκρατών. Πρέπει να δοθεί τέλος σ΄ αυτή την κατάσταση, πρέπει ν΄ αποκατασταθεί η ανεξαρτησία των εργατών. Η Κεντρική Επιτροπή αντιλήφθηκε αυτή την ανάγκη και γι΄ αυτό, το χειμώνα κιόλας του 1848-49, έστειλε στη Γερμανία έναν επίτροπο, το Γιόζεφ Μολ, για την αναδιοργάνωση της Ένωσης. Η αποστολή του Μολ, ωστόσο, έμεινε χωρίς μόνιμο αποτέλεσμα, εν μέρει γιατί οι γερμανοί εργάτες δεν είχαν τότε ακόμα συγκεντρώσει αρκετή πείρα και εν μέρει γιατί η εξέγερση του περασμένου Μάη διέκοψε την αποστολή αυτή. Ο ίδιος ο Μολ πήρε το ντουφέκι, κατατάχθηκε στο στρατό του Μπάντεν - Παλατινάτου κι έπεσε στις 19 του Ιούλη στη μάχη του Μουργκ. Η Ένωση έχασε στο πρόσωπό του ένα από τα πιο παλιά, τα πιο δραστήρια και τα πιο έμπιστα μέλη της, που έδρασε σ΄ όλα τα συνέδρια και τις Κεντρικές Επιτροπές και που παλιότερα ακόμα είχε εκπληρώσει μ΄ επιτυχία μια σειρά από ταξίδια-αποστολές. Ύστερα από την ήττα των επαναστατικών κομμάτων της Γερμανίας και της Γαλλίας τον Ιούλη του 1849 συγκεντρώθηκαν ξανά στο Λονδίνο σχεδόν όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, συμπληρώθηκαν με νέες επαναστατικές δυνάμεις κι άρχισαν με ανανεωμένο ζήλο την αναδιοργάνωση της Ένωσης.
Η αναδιοργάνωση μπορεί να γίνει μονάχα με έναν επίτροπο και η Κεντρική Επιτροπή θεωρεί εξαιρετικά σπουδαίο ζήτημα ν΄ αναχωρήσει ο επίτροπος ακριβώς αυτή τη στιγμή που έρχεται μια νέα επανάσταση όπου το εργατικό κόμμα πρέπει να εμφανιστεί όσο το δυνατό πιο ομόφωνο, όσο το δυνατό πιο αυτοτελές, αν δεν θέλει ξανά να το εκμεταλλευτεί η αστική τάξη και να το σύρει από πίσω της. Από το 1848 κιόλας, αδέλφια, σας είπαμε ότι οι γερμανοί φιλελεύθεροι αστοί θάρχονταν σε λίγο στην εξουσία και ότι τη νεοκαταχτημένη εξουσία τους θα την έστρεφαν αμέσως ενάντια στους εργάτες. Είδατε πως εκπληρώθηκε αυτό. Πραγματικά ήταν οι αστοί, που ύστερα από το κίνημα του Μάρτη του 1848, κατέλαβαν αμέσως την κρατική εξουσία και χρησιμοποίησαν αυτή την εξουσία για ν΄ απωθήσουν αμέσως τους εργάτες, τους συμμάχους τους στον αγώνα, πίσω στην προηγούμενη κατάσταση καταπίεσης. Αν και η αστική τάξη δε μπορούσε να το πετύχει αυτό, χωρίς νάχει συνδεθεί με το φεουδαρχικό κόμμα που είχε παραμεριστεί το Μάρτη κι ακόμα χωρίς τελικά νάχει παραχωρήσει ξανά στο φεουδαρχικό αυτό απολυταρχικό κόμμα την εξουσία, ωστόσο εξασφάλισε για τον εαυτό της όρους που, χάρη στις οικονομικές δυσκολίες της κυβέρνησης, θα της παράδιναν την εξουσία μόνιμα και θα εξασφάλιζαν όλα της τα συμφέροντα, στην περίπτωση που θα μπορούσε από τώρα κιόλας το επαναστατικό κίνημα ν΄ ακολουθήσει μια λεγόμενη ειρηνική εξέλιξη. H αστική τάξη, για να εξασφαλίσει την κυριαρχία της, δε θα χρειαζόταν καν να γίνει μισητή με τη χρησιμοποίηση μέτρων βίας ενάντια στο λαό, γιατί όλα αυτά τα μέτρα βίας τα έχει πάρει κιόλας η φεουδαρχική αντεπανάσταση. Η εξέλιξη όμως δε θ΄ ακολουθήσει αυτή την ειρηνική πορεία. Αντίθετα, έρχεται η επανάσταση που θα την επιταχύνει, η επανάσταση που είτε θα προκληθεί από μια ανεξάρτητη εξέγερση του γαλλικού προλεταριάτου,, είτε από την εισβολή της Ιερής Συμμαχίας στην επαναστατική Βαβέλ 1.
Και το ρόλο που έπαιξαν απέναντι στο λαό οι Γερμανοί φιλελεύθεροι αστοί το 1848, αυτό τον τόσο προδοτικό ρόλο, θα τον αναλάβουν στην επερχόμενη επανάσταση οι δημοκράτες μικροαστοί, που σήμερα παίρνουν στην αντιπολίτευση την ίδια θέση που έπαιρναν οι φιλελεύθεροι αστοί πριν από το 1848. Αυτό το κόμμα, το δημοκρατικό, που είναι πολύ πιο επικίνδυνο στους εργάτες από το προηγούμενο, το φιλελεύθερο κόμμα, αποτελείται από τα τρία στοιχεία:
1. Από τα προοδευτικά τμήματα της μεγάλης αστικής τάξης, που βάζουν για σκοπό το άμεσο ολοκληρωτικό γκρέμισμα της φεουδαρχίας και της απολυταρχίας. Η ομάδα αυτή εκπροσωπείται από τους πρώην βερολινέζους συμβιβαστές, από τους αρνητές των φόρων.
2. Από τους δημοκράτες - συνταγματικούς μικροαστούς, που ο κύριος τους σκοπός στο ως τα τώρα κίνημα ήταν η αποκατάσταση ενός λίγο-πολύ δημοκρατικού ομοσπονδιακού κράτους όπως το επιδίωκαν οι εκπρόσωποί τους, οι αριστεροί της Συνέλευσης της Φρανκφούρτης και αργότερα η βουλή της Στουτγάρδης και αυτοί οι ίδιοι στην εκστρατεία για το σύνταγμα του Ράϊχ.
3. Από τους ρεπουμπλικάνους μικροαστούς, που το ιδεώδες τους είναι μια γερμανική ομόσπονδη δημοκρατία του είδους της Ελβετίας, και που ονομάζουν σήμερα τον εαυτό τους κόκκινο και σοσιαλδημοκράτη, γιατί τρέφουν τον ευσεβή πόθο να καταργήσουν την πίεση του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στο μικρό του μεγάλου αστού πάνω στο μικροαστό. ΟΙ εκπρόσωποι αυτής της ομάδας ήταν τα μέλη των δημοκρατικών συνεδρίων και επιτροπών, οι καθοδηγητές των δημοκρατικών συλλόγων, οι συντάχτες των δημοκρατικών εφημερίδων.
Όλες αυτές οι ομάδες, ύστερα από την ήττα τους, ονομάζουν τώρα τον εαυτό τους ρεπουμπλικάνο ή κόκκινο, ακριβώς όπως στη Γαλλία οι ρεπουμπλικάνοι μικροαστοί ονομάζουν τους εαυτούς τους σοσιαλιστές. Οπου βρίσκουν ακόμα ευκαιρία να επιδιώκουν την πραγματοποίηση των σκοπών τους με το συνταγματικό δρόμο, όπως στη Βυρτεμβέργη, στη Βαυαρία κλπ, πιάνονται από την ευκαιρία για να διατηρήσουν τις παλιές τους φράσεις και για ν΄ αποδείξουν με την πράξη, ότι δεν άλλαξαν ούτε στο παραμικρό. Κατά τα άλλα είναι αυτονόητο ότι η αλλαγή του ονόματος αυτού του κόμματος δεν αλλάζει σε τίποτα τη στάση του απέναντι στους εργάτες, μα αποδείχνει μονάχα ότι τώρα το κόμμα αυτό πρέπει ν΄ αντιπαραταχτεί ενάντια στην αστική τάξη που είναι ενωμένη με την απολυταρχία και ότι πρέπει να στηριχτεί στο προλεταριάτο.
Το μικροαστικό-δημοκρατικό κόμμα στη Γερμανία είναι πολύ δυνατό, δεν αγκαλιάζει μονάχα τη μεγάλη πλειοψηφία των αστών κατοίκων των πόλεων, τους μικρούς βιομήχανους εμπόρους και τους βιοτέχνες-μαστόρους, αριθμεί στην ακολουθία του τους αγρότες και το προλεταριάτο της υπαίθρου, εφόσον αυτό το τελευταίο δε βρήκε ακόμα ένα στήριγμα στο αυτοτελές προλεταριάτο των πόλεων. Η σχέση του επαναστατικού εργατικού κόμματος προς τη μικροαστική δημοκρατία είναι αυτή: πάει μαζί της ενάντια στην ομάδα που το επαναστατικό εργατικό κόμμα επιδιώκει την ανατροπή της, αντιτάσσεται στη μικροαστική δημοκρατία σ΄ όλα εκείνα με τα οποία η μικροαστική δημοκρατία θέλει να στεριώσει τη θέση της.
Οι δημοκράτες μικροαστοί που καθόλου δε θέλουν να ανατρέψουν ολόκληρη την κοινωνία προς το συμφέρον των επαναστατών προλετάριων, επιδιώκουν μιαν αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, έτσι που η κοινωνία που υπάρχει να τους γίνει όσο το δυνατό πιο υποφερτή και βολική. Γι΄ αυτό ζητούν πριν απ΄ όλα τη μείωση των κρατικών εξόδων με τον περιορισμό της γραφειοκρατίας και με τη μετατόπιση των κύριων φόρων στους γαιοχτήμονες και στους αστούς. Ζητούν ακόμα να παραμεριστεί η πίεση του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στο μικρό με τη δημιουργία δημόσιων πιστωτικών ιδρυμάτων και με νόμους ενάντια στην τοκογλυφία, έτσι που να δοθεί σ΄ αυτούς και στους αγρότες η δυνατότητα να παίρνουν με ευνοϊκούς όρους προκαταβολές από το κράτος, αντί από τους καπιταλιστές. Ζητούν ακόμα την εφαρμογή των αστικών σχέσεων ιδιοχτησίας στην ύπαιθρο με την ολοκληρωτική κατάργηση του φεουδαρχισμού. Για να τα εφαρμόσουν όλα αυτά, χρειάζονται μια δημοκρατική, συνταγματική ή ρεπουμπλικάνικη κρατική συγκρότηση, που θα δίνει την πλειοψηφία σ΄ αυτού και στους συμμάχους τους, τους αγρότες, και ένα δημοκρατικό καταστατικό των δήμων και των κοινοτήτων, που θα δίνει στα χέρια τους τον άμεσο έλεγχο στην κοινοτική ιδιοχτησία και μια σειρά άλλες λειτουργίες που τις εξασκούν σήμερα οι γραφειοκράτες.
Στην κυριαρχία και στη γρήγορη αύξηση του κεφαλαίου πρόκειται ν΄ αντιδράσουν, εν μέρει με τον περιορισμό του κληρονομικού δικαιώματος, εν μέρει με την ανάθεση όσο το δυνατό πιο πολλών εργασιών στο κράτος. Οσο για τους εργάτες είναι πριν απ΄ όλα βέβαιο ότι πρόκειται να παραμείνουν μισθωτοί εργάτες, όπως και πριν, μόνο που οι δημοκράτες μικροαστοί εύχονται στους εργάτες καλύτερο μισθό και μια πιο ασφαλισμένη ζωή και ελπίζουν να το πετύχουν αυτό με τη μερική απασχόλησή τους από το κράτος και με μέτρα φιλανθρωπίας, με δυο λόγια ελπίζουν να εξαγοράσουν τους εργάτες με λίγο-πολύ σκεπασμένες ελεημοσύνες και να σπάσουν την επαναστατική τους δύναμη κάνοντας προσωρινά υποφερτή την κατάστασή τους. Τις διεκδικήσεις της μικροαστικής δημοκρατίας, που συνοψίζονται εδώ, δεν τις εκπροσωπούν ταυτόχρονα όλες οι ομάδες της και μονάχα σ΄ ένα πολύ μικρό κύκλο ανθρώπων προβάλλονται συνολικά σαν καθορισμένος σκοπός. Όσο πιο μπροστά πάνε μερικοί άνθρωποι ή ομάδες ανθρώπων, τόσο μεγαλύτερο αριθμό από τις διεκδικήσεις αυτές θα υιοθετούν, και οι λίγοι που βλέπουν το πρόγραμμά τους σ΄ αυτά που αναφέραμε θα πίστευαν ότι διεκδίκησαν έτσι το ανώτατο που μπορεί να ζητήσει κανείς από την επανάσταση. Οι διεκδικήσεις αυτές όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να είναι αρκετές για το κόμμα του προλεταριάτου. Ενώ οι δημοκράτες μικροαστοί θέλουν ν΄ αποτελειώσουν την επανάσταση όσο το δυνατό πιο γρήγορα και με την πραγματοποίηση το πολύ - πολύ των παραπάνω διεκδικήσεων, συμφέρον δικό μας και καθήκον δικό μας είναι να κάνουμε την επανάσταση διαρκή, ώσπου όλες οι λίγο - πολύ ιδιοχτήτριες τάξεις νάχουν απωθηθεί από την εξουσία, ώσπου νάχει καταχτηθεί η κρατική εξουσία από το προλεταριάτο, κι ώσπου η συνένωση των προλετάριων, όχι μονάχα σε μια χώρα, αλλά σ΄ όλες τις κυρίαρχες χώρες του κόσμου, να έχει προχωρήσει τόσο, που νάχει σταματήσει ο συναγωνισμός ανάμεσα στους προλετάριους αυτών των χωρών και ώσπου να συγκεντρωθούν στα χέρια των προλετάριων τουλάχιστον οι αποφασιστικές παραγωγικές δυνάμεις. Εμείς δε μπορεί ν΄ αποβλέπουμε στην αλλαγή της ατομικής ιδιοχτησίας, αλλά μονάχα στην εκμηδένισή της, δεν μπορεί ν΄ αποβλέπουμε στην απόκρυψη των ταξικών αντιθέσεων, μα στην κατάργηση των τάξεων, δε μπορεί ν΄ αποβλέπουμε στην καλυτέρευση της σημερινής κοινωνίας, μα στην ίδρυση μιας νέας κοινωνίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μικροαστική δημοκρατία στην παραπέρα εξέλιξη της επανάστασης θ΄ αποχτήσει στη Γερμανία για μια στιγμή την επικρατέστερη επιροή. Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα, ποια θα είναι η στάση του προλεταριάτου και ειδικά της Ενωσης απέναντί της:
1. Όσο θα συνεχίζονται οι σημερινές συνθήκες όπου καταπιέζονται επίσης και οι μικροαστοί δημοκράτες.
2. Στον επερχόμενο επαναστατικό αγώνα που θα τους σώσει την υπεροχή.
3. Yστερα απ΄ αυτόν τον αγώνα, στο διάστημα της υπεροχής τους πάνω στις τάξεις που ανατράπηκαν και πάνω στο προλεταριάτο.
1. Στη σημερινή στιγμή, οι δημοκράτες μικροαστοί, που καταπιέζονται παντού, κηρύσσουν γενικά στο προλεταριάτο τη συνένωση και τη συμφιλίωση, του προσφέρουν το χέρι και τείνουν προς τη δημιουργία ενός μεγάλου κόμματος της αντιπολίτευσης που θ΄ αγκαλιάζει όλες τις αποχρώσεις στο δημοκρατικό κόμμα, δηλ. τείνουν να μπλέξουν τους εργάτες σε μια κομματική οργάνωση, όπου θα επικρατούν οι γενικές σοσιαλδημοκρατικές φράσεις που πίσω τους κρύβονται τα ιδιαίτερα συμφέροντα των δημοκρατών μικροαστών και όπου, για χατίρι της ποθητής ειρήνης, δε θα επιτρέπεται να προβάλλονται οι ιδιαίτερες διεκδικήσεις του προλεταριάτου. Μια τέτοια συνένωση θα κατέληγε μονάχα προς όφελός τους και θάταν ολότελα σε βάρος του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο θα έχανε όλη την αυτοτελή και με κόπο εξαγορασμένη θέση του και θα ξανάπεφτε σε κατάσταση εξαρτήματος της επίσημης αστικής δημοκρατίας. Αυτή η συνένωση λοιπόν πρέπει να αποκρουστεί με τον πιο αποφασιστικό τρόπο. Αντί να ξεπέσουν ξανά τόσο χαμηλά, που να υπηρετούν τους αστούς δημοκράτες σαν κόρο κλακαδόρων, πρέπει οι εργάτες, και πρώτα απ΄ όλα η Ένωση, να επιδιώξουν να δημιουργήσουν, πλάι στους επίσημους δημοκράτες, μιαν ανεξάρτητη μυστική και ανοιχτή οργάνωση του εργατικού κόμματος. Πρέπει ακόμα την κάθε κοινότητα να τη μετατρέψουν σε κέντρο και πυρήνα εργατικών ενώσεων όπου η θέση και τα συμφέροντα του προλεταριάτου θα συζητιούνται ανεξάρτητα από τις αστικές επιδράσεις. Πόσο λίγο παίρνουν στα σοβαρά οι αστοί δημοκράτες μια συμμαχία, μέσα στην οποία οι προλετάριοι θα στέκονται στο πλάι τους με την ίδια εξουσία και με ίσα δικαιώματα, το δείχνουν λ.χ., οι δημοκράτες του Μπρεσλάου, που στο όργανό τους, τη "Νέα Εφημερίδα του Οντερ" 1 κατατρέχουν με τη μεγαλύτερη λύσσα τους ανεξάρτητα οργανωμένους εργάτες που τους τιτλοφορούν σοσιαλιστές. Για την περίπτωση της πάλης ενάντια σ΄ έναν κοινό αντίπαλο δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη συνένωση. Οταν χρειαστεί να καταπολεμηθεί άμεσα ένας τέτοιος αντίπαλος, συμπίπτουν τα συμφέροντα και των δυο κομμάτων για τη στιγμή αυτή, κι όπως γινόταν ως τώρα θ΄ αποκατασταθεί και στο μέλλον αυτή η σύνδεση που είναι υπολογισμένη μονάχα για τη στιγμή αυτή. Είναι αυτονόητο ότι στις μελλοντικές αιματηρές συγκρούσεις, καθώς και μόλις τις προηγούμενες, κυρίως οι εργάτες θα υποχρεωθούν να καταχτήσουν τη νίκη με το θάρρος τους, με την αποφασιστικότητά τους και με την αυτοθυσία τους. Κι όπως γινόταν ως τα τώρα, και στον αγώνα αυτόν οι μικροαστοί σα μάζα θα αφεθούν για όσο μπορεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα δισταχτικά, αναποφάσιστα, παθητικά, για να σφετεριστούν ύστερα, μόλις θάχει κριθεί ο αγώνας, τη νίκη, για να ζητήσουν από τους εργάτες να ησυχάσουν και να γυρίσουν στα σπίτια τους, στη δουλειά τους, για να προλάβουν τις λεγόμενες ακρότητες και για ν΄ αποκλείσουν το προλεταριάτο από τους καρπούς της νίκης. Δεν είναι στο χέρι των εργατών να εμποδίσουν τους μικροαστούς δημοκράτες να το κάνουν αυτό, είναι όμως στο χέρι τους να τους δυσκολέψουν την επικράτηση πάνω στο ένοπλο προλεταριάτο και να τους υπαγορεύσουν τέτοιους όρους, που η κυριαρχία των αστών δημοκρατών να περικλείνει από τα πριν το σπέρμα του αφανισμού της και να διευκολύνει σημαντικά τον παραμερισμό της κυριαρχίας των αστών δημοκρατών από την κυριαρχία του προλεταριάτου.
1. (σ. σ. Με την έκφραση "επαναστατική Βαβέλ" εννοούσαν το Παρίσι, που από τον καιρό της γαλλικής αστικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα θεωρούνταν εστία της επανάστασης.
1. Εφημερίδα που έβγαινε στο Μπρέσλαου στα 1849-1855.
Διαβάστε ολόκληρο το (ΑΦΙΕΡΩΜΑ: KAΡΛ ΜΑΡΞ), πατώντας το παρακάτω link. Βάλτε τον Κωδικό που σας δίνει και ανοίχτε το doc
http://rapid-share.gr/download.php?file=226AFIERWMA_KARL_MARKS.doc
Περισσότερα... »
ΝΕΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΠαρ' όλες τις αλληλοσυγκρουόμενες εξαγγελίες ανύψωσης του ηθικού της αγοράς από μέρους των κάθε λογής μεγαλόσχημων οικονομικών παραγόντων και των διεθνών οργανισμών οι ενδείξεις σταδιακής ανάκαμψης από την κρίση παραμένουν εξαιρετικά πενιχρές. Απ' την άλλη μεριά αυξάνονται ειδικά για την Ευρωπαϊκή οικονομία και την Ιαπωνία οι προβλέψεις συρρίκνωσης κοντά στο "πλην" 5% και στο "πλην" 7% αντίστοιχα για το 2009, γεγονός που δείχνει το βάθεμα της κρίσης στην "πραγματική οικονομία" όπως εκφράζεται κυρίως σ' αυτές τις κατ' εξοχήν περιοχές βιομηχανικής παραγωγής και εξαγωγής, πράγμα που επιδρά ιδιαίτερα στις ιδιομορφίες της δικής μας χώρας που φτάνουν μέχρι και σε απειλή χρεοκοπίας και ενός είδους Αργεντινοποίησης. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι οι όποιες τάσεις ανάκαμψης θα 'ναι "αργές και εύθραυστες" με παράλληλη εκτίναξη της ανεργίας τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία σε εφιαλτικά επίπεδα.
Εν τω μεταξύ το βάθεμα της κρίσης στην πραγματική οικονομία διαμορφώνει συνθήκες νέας φούσκας στον χρηματοπιστωτικό τομέα με αποτέλεσμα την εξοργιστική κλιμάκωση των ενέσεων ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα ειδικά στον Ευρωπαϊκό χώρο. Η προσπάθεια "μετασχηματισμού" της κρίσης από χρηματοπιστωτική και παραγωγική σε "κυρίως δημοσιονομική", με βάση τα ελλείμματα απ' τις τεράστιες παροχές στο κεφάλαιο, σφραγίζει την αστική στρατηγική για μια δεκάχρονη τουλάχιστον περίοδο απότομης και απόλυτης επιδείνωσης και εξαθλίωσης των εργατικών αμοιβών και των συνθηκών ζωής των καταπιεζομένων σε παγκόσμια κλίμακα.
Η σημερινή κρίση αποτελεί μια πρώτη μόνο εκδήλωση ενός ανώτερου κύκλου ιστορικής ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, κλονισμού του ρόλου της "ανταλλακτικής αξίας" και του χρήματος, της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Είναι κρίση δυνητικής δομικής αποσταθεροποίησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων, της αστικής πολιτικής ηγεμονίας και κυριαρχίας που δεν "χωράνε" την εκτίναξη των κατακτήσεων του κοινωνικού πολιτισμού, την ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη της σύγχρονης εργατικής τάξης, τις ανώτερες, εν δυνάμει, πολιτικές και πολιτιστικές ανάγκες και δυνατότητές της.
Ανεξάρτητα από τις πολλαπλές σκοπιμότητες των αστικών εξαγγελιών η κρίση με την σημερινή έκφρασή της σταδιακά, αργά η γρήγορα, πρόκειται να "ξεπερασθεί" μόνο και μόνο για να "επιστρέψει" με νέες μορφές και με μεγαλύτερη ένταση στα πλαίσια αυτού του νέου ιστορικού κύκλου.
Ωστόσο οι τάσεις αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής ανάπτυξης της εργατικής αντίστασης και πάλης δεν εξαρτώνται αυτόματα από την βασική οικονομική πλευρά της κρίσης, αλλά συνδέονται διαλεκτικά με τις πολλαπλές εκφράσεις και διακυμάνσεις του συνολικού ιστορικού χαρακτήρα της, με την εξέλιξη της ταξικής πάλης και την συνειδητή παρέμβαση του επαναστατικού υποκειμενικού παράγοντα. Άλλωστε όπως έχει παρατηρηθεί ιστορικά και όπως εμφανίζεται και στην πρώτη φάση της σημερινής συγκυρίας, είναι οι κληρονομημένοι συσχετισμοί, το "πάγωμα", ο κοινωνικός φόβος και η αγωνία της απότομης επιδείνωσης που βαραίνουν συνήθως σε πρώτο επίπεδο, μέχρις ότου διαμορφωθούν οι συνθήκες "του δεν πάει άλλο" που σφραγίζουν κατά κανόνα τα "μακρά κύματα" των οικονομικών και δομικών κλονισμών σαν κι αυτό που ξετυλίγεται μπροστά στα έκθαμβα μάτια της σύγχρονης κοινωνίας.
Απέναντι σ' αυτή την προοπτική το βασικό για τον καπιταλισμό και την αστική στρατηγική δεν είναι μόνο ή κυρίως η όσο το δυνατόν "ανώδυνη" κοινωνικά και πολιτικά διέξοδος από τη σημερινή πρωτοφανή υφεσιακή συγκυρία. Το βασικό για τον καπιταλισμό είναι να διαμορφώσει παραγωγικές κοινωνικοπολιτικές και γεωστρατηγικές προϋποθέσεις για να μπορέσει να κατακτήσει μια νέα και ανώτερη αν είναι δυνατόν μακρά περίοδο δυναμικής άνθησης και ανάπτυξης της κερδοφορίας και "διαιώνισης" της αναπαραγωγής του. Ας σημειωθεί ότι τέτοιες σχετικά μακρόχρονες ανοδικές περιόδους ο καπιταλισμός γνώρισε ιστορικά μόνο δύο. Την πρώτη του περίοδο στο αρχικό του στάδιο μέχρι την αντιδραστική τομή και την κρίση του τέλους του 19ου αιώνα και την δεύτερη στην "χρυσή εποχή" μετά τις τεράστιες καταστροφές και το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου, μια περίοδος που παρατάθηκε "πολιτικά" παρά την κρίση του 1973 μέχρι περίπου το 1997 με βάση την καπιταλιστική ανασυγκρότηση και την στρατηγική ήττα του εκφυλισμένου πλέον εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.
Μια τέτοια όμως προοπτική με βάση τη σημερινή ποιοτική όλων των θεμελιακών του αντιφάσεων είναι καθαρά ουτοπική.
Ο καπιταλισμός ωστόσο θα κυνηγήσει ως το τέλος το νέο καπιταλιστικό όνειρο οργανώνοντας πρωτοφανείς στρατηγικές αναδιαρθρώσεις στο τεχνολογικό και παραγωγικό του μοντέλο, στην παραπέρα καθήλωση και διαστρέβλωση των παραγωγικών δυνάμεων, στην ανασυγκρότηση όλων των κοινωνικών και εργασιακών σχέσεων και βασικά στο δομικό κατακερματισμό και στην διάσπαση της εργατικής τάξης, στο συνολικό πολιτικό εποικοδόμημα και στις διεθνείς γεωστρατηγικές σχέσεις που εγκυμονούν εφιαλτικές καταστροφές για την εργατική τάξη και τους λαούς. Σ' αυτά τα πλαίσια ωριμάζει μια κορυφαία καμπή στην ιστορία των ταξικών αγώνων μια ιστορική αναμέτρηση ανοιχτή σε πολλαπλές και απρόβλεπτες διαφοροποιήσεις και παραλλαγές αλλεπάλληλα αγωνιστικά επεισόδια και μεταστροφές βίαιες καπιταλιστικές επιθέσεις και ενδιάμεσες ανακωχές που θα περιστρέφονται αμείλικτα γύρω από δύο βασικά, αντίθετα και ασυμφιλίωτα ενδεχόμενα. Είτε μια νέα εργατική επανάσταση προς το κομμουνισμό που θα ξεπερνάει και θα ολοκληρώνει όλες τις μέχρι τώρα επαναστάσεις, είτε μια αδύνατον να υπολογισθεί σήμερα καταστροφική πορεία της ανθρωπότητας και του κοινωνικού ανθρώπου που θα "ξεπερνάει" όλες τις μέχρι τώρα καταστροφές και όλες τις ήττες.
Μπροστά σ' αυτήν την προοπτική η Αριστερά και ειδικά οι επαναστατικές της δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να επανατοποθετήσουν σε νέες αφετηρίες μια διπλή αλληλένδετη προσπάθεια σύνδεσης της επαναστατικής κομμουνιστικής στρατηγικής με την αντικαπιταλιστική τακτική. Η προσπάθεια αυτή αφορά πρώτον μια πιο συγκεκριμένη πολιτική αποσαφήνιση του άμεσου αντικαπιταλιστικού προγράμματος που θα επιδιώκει υλικά τακτικά ρήγματα στην συνέχεια των βασικών νόμων της καπιταλιστικής κυριαρχίας και ειδικά στο νόμο της σχετικής (και απόλυτης σήμερα) εξαθλίωσης των εργαζομένων και της νεολαίας, στο νόμο της αστικής πολιτικής ηγεμονίας απέναντι στον ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο του μαζικού κινήματος και στο νόμο του συνδυασμού των εθνικών και διεθνών πλευρών της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που θα μπορεί να προωθεί την πιο πλατεία αγωνιστική ενότητα, να αποσπά νίκες και κατακτήσεις προς όφελος των εργαζομένων, να κλονίζει την καπιταλιστική στρατηγική και να προωθεί έμπρακτα με την ίδια την πείρα των εργαζομένων την επαναστατική αναγκαιότητα και δυνατότητα προς τον κομμουνισμό. Στην παραπάνω βάση η πολιτική μάχη θα δοθεί σε τέσσερις βασικούς άξονες: στο κοινωνικό ζήτημα, στα πεδία της αντικαπιταλιστικής αναδιανομής του εισοδήματος (με την απότομη μείωση των κερδών απέναντι στην μείωση των αμοιβών), γενικότερα στα ζητήματα της εργασίας, των απολύσεων της ανεργίας, της ασφάλισης, των ιδιωτικοποιήσεων, της περιβαλλοντικής αναβάθμισης, της παιδείας. της υγείας κλπ. Στο ζήτημα της Δημοκρατία; και των ελευθεριών που απαιτεί η εποχή μας με βασικό μέτωπο την πολιτική συγκρότηση του ανεξάρτητου μαζικού κινήματος των εργαζομένων και την ντε φάκτο επιβολή του υπέρτατου "δίκαιου του αγώνα". Στο ζήτημα της ΕΕ, του πολέμου, της αποδέσμευσης από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Στο ζήτημα του γενικότερου πολιτισμικού πολέμου απέναντι στην σκοταδιστική εκστρατεία του κεφαλαίου, στην αναγέννηση ενός νέου εργατικού διαφωτισμού, στην τομή όσον αφορά τον ενωτικό πολιτισμό του ταξικού και επαναστατικού αγώνα, της εργατικής, επαναστατικής και κομμουνιστικής οργάνωσης.
Η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει παράλληλα μια όσο το δυνατόν πιο άμεση τομή στην προγραμματική στρατηγική και πολιτική φυσιογνωμία και συσπείρωση των κομμουνιστικών δυνάμεων της εποχής μας, όλων των ρευμάτων όλων των γενιών και "όλων των όπλων". Υπάρχει αναγκαιότητα και δυνατότητα, μέσα από μεγάλες αμοιβαίες προσπάθειες των ανεξάρτητων πρωτοπόρων κομμουνιστών όλων των ρευμάτων και όλων των κομμάτων και ειδικά της επαναστατικής Αριστεράς που επιδιώκουν να προωθήσουν μια τομή στο πρόγραμμα του κομμουνισμού και της επαναστατικής πάλης της εποχής μας, να συμβάλλουν στην συγκέντρωση των δυνάμεων ενός νέου κόμματος του επαναστατικού κομμουνισμού και της εργατικής χειραφέτησης από κάθε καταπίεση. Να συμβάλουν έτσι στην άμεση υλική προβολή της αναγκαιότητας και της δυνατότητας των λύσεων της επανάστασης προς τον κομμουνισμό στα κρίσιμα πολιτικά μέτωπα της σημερινής αναμέτρησης και στη γονιμοποίηση της σχετικά αυτοτελούς αντικαπιταλιστικής πολιτικής γραμμής.
Το καθοριστικό και άμεσο καθήκον
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ, ΑΝΩΤΕΡΗ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ
Το πιο καθοριστικό και ταυτόχρονα το πιο άμεσο καθήκον των επαναστατών, ιδιαίτερα στην κατάσταση της εμφανιζόμενης νέας ιστορικής κρίσης του συστήματος, είναι να υπερασπίζονται την δυνατότητα και την προοπτική μιας νέας και ανώτερης από κάθε άλλη φορά, επανάστασης προς τον κομμουνισμό. Μιας επανάστασης που θα στηρίζεται στις ποιοτικά προωθημένες απαιτήσεις, τις ιστορικές εμπειρίες και τις κατακτήσεις του κοινωνικού και εργατικού πολιτισμού της εποχής μας. Αυτό το καθήκον δεν σημαίνει ότι ευτελίζεις την επανάσταση σε ζήτημα άμεσης επιβολής, σε προγραμματικό ελιξήριο "για όλες τις χρήσεις", όταν δεν υπάρχουν ακόμα οι επαναστατικές συνθήκες και οι συσχετισμοί, όταν κορυφώνεται, όπως συμβαίνει σήμερα, η αντίθεση ανάμεσα στις νέες αντικειμενικές αναγκαιότητες - δυνατότητες και στην ανετοιμότητα και στην καθήλωση του υποκειμενικού παράγοντα και του συνολικού εργατικού κινήματος. Αντίθετα σημαίνει ότι η μετασχηματισμένη στρατηγική της επανάστασης γίνεται οδηγός για δράση, "παίκτης - προπονητής", για το σχετικά αυτοτελές άμεσο πολιτικό πρόγραμμα, για την ενωτική αντικαπιταλιστική πάλη και την ανατροπή της εξοντωτικής επίθεσης του κεφαλαίου, για την επιβίωση και τις ελευθερίες των εργαζομένων. Αυτό το καθήκον σημαίνει συμβολή στη προσπάθεια κατάκτησης του δικού τους εργατικού "επαναστατικού δρόμου" με την αγωνιστική εμπειρία και με την σκέψη τους. Σημαίνει σε κάθε περίπτωση αυτοτελής αντικαπιταλιστική πολιτική γραμμή και πάλη σε περιεχόμενο και μορφή, γύρω απ' όλα τα μεγάλα προβλήματα της επιβίωσης της ελευθερίας και της συνολικής χειραφέτησης σε αντιπαράθεση με τα σύγχρονα δόγματα, την στρατηγική, τις κυβερνήσεις, τους θεσμούς και την ηγεμονία της αστικής πολιτικής και των μορφών της. Σημαίνει διαπάλη για ηγεμονία της αντικαπιταλιστικής πολιτικής "μέσα απ' την αγωνιστική ενότητα" σ' ένα μετασχηματιζόμενο μαζικό πολιτικό κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας, και όχι το αντίστροφο. Σημαίνει πάλη για την συγκρότηση της νέας ευρύτερης εργατικής κομμουνιστικής πρωτοπορείας με βάση τις γνώσεις και τις δυνατότητες της εποχής μας για τον ριζικό ματασχηματισμό και την ενιαία δράση του πολιτικού μαζικού εργατικού κινήματος. Σημαίνει Κόμμα για το εργατικό κίνημα και όχι εργατικό κίνημα για το κόμμα. Σημαίνει πάλη για υλικές - πολιτικές κατακτήσεις , για μικρές και μεγάλες νίκες, για φωτεινά μονοπάτια στην εμπειρία των εργαζομένων, που να μπορούν να μετατρέπουν και τις ήττες σε ανώτερη σκέψη και πράξη. Σημαίνει μέτωπο απέναντι στον πολιτισμό της ατομικής ιδιοκτησίας των ιδεών, της πολιτικής και των κοινωνικών ανθρώπων μέσα στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Η ελπιδοφόρα προσπάθεια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι ευρύτερες δυνάμεις της κομμουνιστικής και επαναστατικής Αριστεράς και της αντικαπιταλιστικής πάλης θα συμβάλλουν καταλυτικά και στην συγκρότηση του πόλου της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και στην συγκέντρωση των δυνάμεων του νέου προγράμματος και του επαναστατικού κόμματος και στην οικοδόμηση του αυτοτελούς πολιτικού μετώπου του μαζικού κινήματος.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΙΑΝΤΖΗΣ
ΠΡΙΝ 28/06/2009
Περισσότερα... »
κομμουνιστική προοπτική: πέρα απο την ουτοπία...
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
(ομιλία στην διημερίδα των ομίλων επαναστατικής θεωρίας 11-12/4/2009)
«ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σε αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την σημερινή κατάσταση πραγμάτων»[1].
Ο Μαρξ είχε πει κάπου ότι δεν του αρέσει να μαγειρεύει φαγητά για τις κουζίνες του μέλλοντος, αλλά είχε προδιαγράψει μερικά χαρακτηριστικά[2] όπως μπορούσε κατά την γνώμη του να τα προβλέψει από την όλη κίνηση του καπιταλισμού, και γενικά της ιστορικής εξέλιξης. Φυσικά δεν είναι μόνο η απόσταση του χρόνου που επιβάλλει την επανεξέταση τους. Είναι κυρίως η εμπειρία από τις πρώιμες προσπάθειες οικοδόμησης κομμουνιστικής κοινωνίας στην ΕΣΣΔ, αλλά και τα νέα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού που δίνουν πλούσιο υλικό αναστοχασμού. Κάτω από αυτήν την εμπειρία δεν είναι παράξενο κάποιες παλιότερες θεωρήσεις να μας φαίνονται όχι ακριβείς, ίσως και λαθεμένες, σημαδεμένες από μια ουτοπική αντίληψη, από την οποία οι μαρξιστές δεν είναι πάντα αρκετά προφυλαγμένοι.
Για παράδειγμα είναι αρκετά διαδεδομένη η αντίληψη για τον κομμουνισμό[3], σαν την κοινωνία όπου ο καθένας θα προσφέρει σύμφωνα με τις ικανότητες του και θα αμείβεται σύμφωνα με τις ανάγκες του[4]. Ή διατύπωση αυτή μας φαίνεται αρκετά προβληματική και στην παρέμβασή μας θα προσπαθήσουμε να το αποδείξουμε, δείχνοντας ταυτόχρονα τι θα θεωρούσαμε σαν ακριβέστερη περιγραφή του.
Προς ένα τέλος ή μια φάση μιας εξελισσόμενης διαδικασίας;
Ο κομμουνισμός συχνά κατανοείται σαν ένα τέλος[5] της ιστορίας (αν και περιγράφεται σαν το τέλος της προϊστορίας της ανθρωπότητας), όπου όλα τα προβλήματα θα είναι λυμένα, κάτι σαν ένας επίγειος παράδεισος. Μερικοί κατανοούσαν και τον σοσιαλισμό κάπως έτσι, και βλέποντας την πρώτη προσπάθεια εφαρμογής του απογοητεύτηκαν τόσο που κατέληξαν στο ότι αυτό δεν ήταν σοσιαλισμός. Τι λύνει ο κομμουνισμός; ο Μαντέλ λέει μόνο έξι-εφτά αντιθέσεις[6]. Εμείς αμφιβάλλουμε αν λύνει τόσο πολλές. Σίγουρα πρέπει να σταματήσει η καπιταλιστική εκμετάλλευση. Θα δρομολογηθεί η λύση και άλλων αντιθέσεων όπως: Μεταξύ πνευματικής και φυσικής εργασίας ή καλλίτερα μεταξύ καταναγκαστικής και δημιουργικής εργασίας (αν και παρακάτω θα δούμε κάποιους περιορισμούς). Μεταξύ διοικητικής και εκτελεστικής. Μεταξύ πόλης και χωριού (ο Βαζιούλιν λέει ότι και αυτή δεν μπορεί να λυθεί πλήρως όσο βασικό μέσο αγροτικής παραγωγής παραμένει η γη και τα ζώα[7]). Να πούμε εξ αρχής ότι ούτε μπορούμε να φανταστούμε τι καινούργιες αντιθέσεις θα προκύψουν τι στιγμή μάλιστα που η λύση της βασικής αντίθεσης φέρνει στο προσκήνιο άλλες, όχι κατ΄ ανάγκην ταξικές με την σημερινή έννοια, που σήμερα δεν φαίνονται τόσο σημαντικές (πχ μεταξύ νέων και ηλικιωμένων). Θα δούμε παρακάτω ότι μια βασική αντίθεση πιστεύουμε ότι θα είναι από τη μια οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες και από την άλλη οι περιορισμένοι πόροι του πλανήτη μας (η ιδέα ότι θα επεκταθούμε στο διάστημα ξεφεύγει από τα όρια της πολιτικής θεωρίας και αγγίζει την μελλοντολογία, ξεπερνάνε τα όρια του θεωρητικά προβλέψιμου και εν πάσει περιπτώσει δεν είναι προβλήματα που μπορούν να λυθούν σήμερα).
Πάντως κάθε τάξη θεωρεί ότι το σύστημα που εγκαθιδρύει είναι το τελικό, το φυσικό, και το καλλίτερο. Η εργατική δεν πρέπει να πέσει σε αυτήν την αυταπάτη. Η ανθρωπότητα θα συνεχίσει τον δρόμο της και κάποτε στο μέλλον θα φανεί η ανεπάρκεια αυτού που σήμερα περιγράφουμε σαν κομμουνισμό, και οι καινούργιες αντιθέσεις θα οδηγήσουν σε καινούργιους τύπους κοινωνίας.
Ο Μαρξ έκανε ένα σημαντικό βήμα, προσπαθώντας να ξεκόψει από τον λεγόμενο ουτοπικό σοσιαλισμό. Ξεκαθάρισε στην Γερμανική Ιδεολογία ότι δεν προσπαθεί να φτιάξει τον κόσμο σύμφωνα με κατασκευασμένες θεωρίες, αλλά να προβλέψει την πραγματική εξέλιξη. Εμείς σήμερα, με αυτήν την μεθοδολογία, στηριγμένοι στην εμπειρία μιας προσπάθειας πρώτης οικοδόμησης, πρέπει να κάνουμε ένα δεύτερο βήμα, καθαρίζοντας την θεωρία μας από σημαντικό μέρος ουτοπικής σκουριάς που απομένει.
Σημαντικό είναι επίσης να καταλάβουμε ότι κάθε κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός περιλαμβάνει έναν κύριο, και άλλους δευτερεύοντες και υπηγμένους. Δεν είμαστε σίγουροι ότι και στον κομμουνισμό δεν θα υπάρχει πχ αυτοαπασχόληση. Η μηχανική παραγωγή οδηγούσε στην αντίληψη της μεγάλης παραγωγής, συγκεντρωμένης σε μεγάλες επιχειρήσεις, με σκοπό ένα ενιαίο αυτοματοποιημένο σύμπλεγμα. Οι νέες τεχνολογίες απαιτούν να ξανασκεφτούμε την παραγωγική δομή. Μπορεί να υπάρχει ένας βασικός αυτοματοποιημένος σκελετός, κοινωνικοποιημένος, αλλά να συνδέονται με αυτόν εκατομμύρια αυτοαπασχολούμενοι ανεξάρτητοι παραγωγοί. Έχει σημασία να καταλάβουμε -με όλες τις συνέπειες του τι σημαίνει αυτό-, ότι ο κλασσικός μαρξισμός δεν γνώριζε τις νέες τεχνολογίες, η θεωρία του οικοδομήθηκε στην μηχανική παραγωγή, και οι μαρξιστές που άρχισαν να τις γνωρίζουν δυσκολεύονταν και ακόμα σε μαγάλο βαθμό δυσκολεύονται να αναπροσαρμόσουν τις αντιλήψεις τους. Κυριαρχία του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής δεν σημαινει κατ ανάγκην και αποκλειστικά κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής. Και αυτό δεν έχει να κάνει με το αν βρισκόμαστε στην αρχή του ή σε ένα προχωρημένο στάδιο του, δηλαδή δεν μιλάμε για τον σοσιαλισμό, αλλά για την καθ εαυτό κομμουνιστική κοινωνία.
Το λέμε αυτό γιατί ενώ θεωρούμε υλική βάση του την αυτοματοποίηση, δεν είναι σίγουρο ότι όλες οι ανθρώπινες εργασιακές δραστηριότητες υπόκεινται σε αυτοματοποίηση. Άρα θα διατηρούνται τομείς που απαιτούν χαμηλότερης ποιότητας εργασία, δηλαδή εκτός κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής.
Τέλος, κατανοώντας τον κομμουνισμό σαν μια κοινωνία με αντιθέσεις, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι θα καταργηθεί και η πολιτική ζωή[8]. Φυσικά μιλάμε για μια πλουραλιστική ζωή, με κυρίαρχα τα αμεσοδημοκρατικά στοιχεία, αλλά και πιθανόν μορφές αντιπροσώπευσης. Αλλιώς πως θα λύνονται τα επίδικα ζητήματα; Η αντίληψη για πλήρη κατάργηση των μηχανισμών διαχείρισης (κράτος) στηρίζεται μάλλον σε μια βιβλική εικόνα αγγέλων, παρά στα πραγματικά δεδομένα, όπως τουλάχιστον μπορούμε να τα φανταστούμε σήμερα.
αποτέλεσμα πολιτικών διαδικασιών ή φυσικοιστορικής εξέλιξης;
Να αναφέρουμε εδώ μια άλλη, κατά την γνώμη μας, λανθασμένη ιδέα, που πάντως δεν είναι του Μαρξ, ότι δηλαδή οι κομμουνιστικές σχέσεις δεν μπορούν να δημιουργηθούν στα πλαίσια του καπιταλισμού, αλλά δημιουργούνται «τεχνητά» μετα την σοσιαλιστική επανάσταση. Πιστεύουμε πως αυτό δεν είναι σωστό. Και όχι μόνο γιατί ο ίδιος ο Μαρξ προσπαθούσε να δει στα συνεταιριστικά εργοστάσια των εργατών τα φύτρα της μελλοντικής κοινωνίας. Αλλά γιατί ένα σύστημα παραγωγής και διανομής δεν εμφανίζεται από το πουθενά σαν την Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Πιστεύουμε ότι όχι μόνο οι προϋποθέσεις αλλά και μορφές κομμουνισμού δημιουργούνται από σήμερα. Τι είναι η δωρεάν παιδεία και η δωρεάν υγεία σήμερα; τα οικογενειακά επιδόματα; Δεν είναι κατανομή σύμφωνα με τις ανάγκες; Δεν είναι κομμουνιστική σχέση; Ή τι είναι το αίτημα για εγγυημένο κατώτατο εισόδημα; Ακόμα και οι αστικές κρατικοποιήσεις ή ο αστικός σχεδιασμός είναι σχέσεις από το μέλλον, δεν αντιστοιχούν ακριβώς στον καπιταλισμό[9]. Άλλο αν στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι υποταγμένες στο κύριο σκοπό του, το καπιταλιστικό κέρδος, και εμφανίζονται σαν αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων. Το ότι η πάλη των τάξεων οδηγεί σε αυτές ακριβώς τις μορφές, και όχι σε άλλες δείχνει ότι δεν πρόκειται για τεχνητές μορφές που η εργατική τάξη θα εισάγει βουλησιαρχικά, αλλά για μορφές που αντιστοιχούν στις κοινωνικοποιημένες παραγωγικές δυνάμεις. Αλλιώς η θεμελίωση της αναγκαιότητας του κομμουνισμού δεν θα γίνεται στην βάση της οικονομικής αποτελεσματικότητας αλλά στην βάση ηθικών και ανθρωπιστικών κριτηρίων. Και δυστυχώς ο κοινούς νους (αλλά και πολλοί μαρξιστές) έτσι καταλαβαίνουν τον κομμουνισμό, σαν ζήτημα ηθικής τάξης, δικαιοσύνης και όχι σαν πιο αποτελεσματικό τρόπο παραγωγής, σαν τεχνική αναγκαιότητα των αυτοματοποιημένων παραγωγικών δυνάμεων.
Εδώ να αναφέρουμε πως εμείς καταλαβαίνουμε την ιστορική εξέλιξη. Στην πραγματικότητα συντελούνται δυο παράλληλα προτσές, ένα στην επιφάνεια και ένα πιο υπόγειο. Το υπόγειο αφορά την εξέλιξη της ενότητας παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, που συντελείται λίγο πολύ αυθόρμητα, χωρίς υποκείμενο, αλλά με κινητήρια δύναμη την ταξική πάλη. Στην επιφάνεια έχουμε τις απότομες αλλαγές σαν αποτέλεσμα της πολιτικής πάλης, με υποκείμενα τάξεις, ή τις πολιτικές πρωτοπορίες τους, που μπορεί να επιβραδύνει ή να επιταχύνει τις εξελίξεις που συντελούνται αυθόρμητα, αλλά όχι να τις εκτρέψει εντελώς. Αυτό δεν είναι ντετερμινισμός. Οι επαναστάσεις είναι οι πιο έντονες μορφές πολιτικής δραστηριότητας. Δεν είναι απαραίτητες για να εμφανιστεί ο καινούργιος τρόπος παραγωγής, αλλά για να επικρατήσει. Στην δουλοκτησία, και στην φεουδαρχία μάλιστα, δεν περάσαμε με επαναστάσεις, αλλά με πρωτοβουλία των ηγετικών τάξεων. Ακόμα και η αστική επανάσταση λειτούργησε διαφορετικά σε διαφορετικές χώρες.
Τέλος, οι αναγκαίες πολιτικές αλλαγές, δεν μπορούν να καθυστερήσουν πέρα από ένα όριο, από τότε που ο νέος τρόπος παραγωγής γίνει τεχνική αναγκαιότητα για τις νέες παραγωγικές δυνάμεις. Αντίστροφα αν οι πολιτικές εξελίξεις επιταχύνουν πολύ τα πράγματα, έχουμε πρώιμη κυριαρχία του νέου τρόπου παραγωγής, με μάλλον τυπική και όχι πραγματική επικράτηση του.
Από την άλλη οι αγώνες του σήμερα πρέπει να διεξάγονται έτσι που να προσανατολίζουν στο αύριο. Δυο παραδείγματα (για το τι δεν πρέπει να γίνεται) είναι η παγκοσμιοποίηση και η ευελιξίας της εργασίας. Επειδή και οι δύο δημιουργούν σοβαρά προβλήματα όταν εξελίσσονται με την ηγεμονία του καπιταλισμού, δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στην καταδίκη τους, αλλά στην αναγκαιότητα της κομμουνιστικής παγκοσμιοποίησης, και της κομμουνιστικής ευελιξίας της εργασίας. Με την στάση της η σημερινή Αριστερά και το εργατικό κίνημα ουσιαστικά αναπολεί την κατάσταση του προηγούμενου σταδίου του καπιταλισμού, που είχαμε εθνικές κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις και σταθερή εργασία. Δηλαδή έχουμε φαινόμενα νεολουδισμού[10].
Κοινωνία της αφθονίας ή της δημιουργικής εργασίας;
Η αντίληψη, ότι ο κομμουνισμός θα έχει μια απεριόριστη παραγωγή, που θα μπορεί να καλύπτει όλες τις ανάγκες, δεν περιορίζεται στον Μαρξ[11] και στον κλασσικό μαρξισμό, αλλά είναι ευρύτατη. Κάποιοι προσθέτουν τις «λογικές», ή τις «βιολογικές» ανάγκες. Να το πούμε καθαρά. Πρόκειται για μη βάσιμη αντίληψη. Κάθε ανάγκη που ικανοποιείται δημιουργεί άλλες στην θέση της. Ή να το θέσουμε διαφορετικά, οι ανάγκες αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο, ενώ οι παραγωγικές δυνάμεις με αριθμητική. Και δεν μιλάμε μόνο για υλικές ανάγκες. Πχ ας σκεφτούμε τι δυσκολίες παρουσιάζει η ικανοποίηση για όλη τα δισεκατομμύρια της ανθρωπότητας η απλή ανάγκη για τουρισμό. Για να μην μιλήσουμε πχ για διαστημικό τουρισμό.
Γενικά είναι δύσκολο να φανταστούμε την δομή των μελλοντικών αναγκών, πέρα από την πρόβλεψη για την απεριόριστη ανάπτυξη τους. Αυτές θα καθορίζονται από την εξέλιξη της τεχνολογίας, από την σπανιότητα των πρώτων υλών, από άλλα περιβαλλοντικά κριτήρια, από τη δομή και τη συγκρότηση της προσωπικότητας κτλ Πάντως σε κάθε περίπτωση έχει σημασία ο δημοκρατικός και όχι διοικητικός ή αυταρχικός καθορισμός τους.
Μια κατανομή χωρίς κάποιο μέτρο θα δημιουργούσε σοβαρά ζητήματα σπατάλης γενικά αλλά και πρώτων υλών ειδικότερα. Ο αντίλογος είναι ότι θα υπήρχε μια πολύ μεγάλη συνειδητότητα, που θα αντιστάθμιζε αυτήν την τάση. Γενικά είμαστε πολύ επιφυλακτικοί σε μια τέτοια αντιμετώπιση. Η συνείδηση δημιουργείται μεν από το είναι, αλλά έχει και μια αυτοτέλεια, και εδώ μιλάμε για τα δισεκατομμύρια της ανθρωπότητας και όχι για μια προχωρημένη πρωτοπορία.
Τι πιστεύουμε εμείς: σε κάθε φάση η κοινωνία θα καθορίζει ένα ελάχιστο αναγκών που θα καλύπτει δωρεάν χωρίς ισοδύναμο. Το υπόλοιπο θα διανέμεται με βάση την προσφερόμενη εργασία, και μάλιστα την κοινωνικά αναγκαία (νόμος της αξίας). Το ύψος του προφανώς θα εξαρτάται από το ύψος των παραγωγικών δυνάμεων, και το βαθμό απελευθέρωσης της εργασίας. Η απελευθέρωση της εργασίας είναι κρίσιμη γιατί αλλιώς πως θα είναι διατεθειμένος κάποιος να ανταλλάσει μη ισοδύναμα καταναγκαστικής εργασίας;
Αυτή θα είναι μια διαδικασία που δεν μπορεί να φτάσει σε ένα τέλος γιατί οι ανάγκες όπως είπαμε θα αυξάνουν διαρκώς.
Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που προτείνεται πχ από τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι κομμουνιστική μορφή διανομής, και προτείνεται (σωστά ή λάθος είναι ένα άλλο ζήτημα) από σήμερα.
Οι Σοβιετικοί αν και χρησιμοποιούσαν την ιδέα της αφθονίας αγαθών, τελευταία έτειναν σε μια πιο ρεαλιστική θεώρηση, δηλαδή το να θεωρούν τον κομμουνισμό σαν κοινωνία της δημιουργικής εργασίας[12]. Στο τελευταίο εγχειρίδιο επιστημονικού κομμουνισμού (1984, επί Αντρόπωφ), έτσι την περιγράφουν, αν και αυτό το συνδέουν περισσότερο με την διαπαιδαγώγηση, την κομμουνιστική στάση απέναντι στην δουλειά, παρά με τους αντικειμενικούς παράγοντες, την αυτοματοποίηση.
Διερεύνηση φυσικά θέλει και το πραγματικό προτσές μετατροπής της καταναγκαστικής εργασίας σε ζωτική ανάγκη. Αυτό περιλαμβάνει αλλαγές όπως η κατάργηση του ανιαρού και βαρύ χαρακτήρα της χειρωνακτικής ή πνευματικής εργασίας, η μείωση στο ελάχιστο της εργάσιμης μέρας, το ξεπέρασμα του στενού επαγγελματισμού και η πολυειδίκευση, η εξυγίανση των συνθηκών εργασίας, αλλά προπάντων η κατάργηση της εκμετάλλευσης και το αίσθημα νοικοκύρη, η συμμετοχή και ο έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας, και τέλος η σταδιακή μετατροπή της από εργασία εποπτείας των αυτόματων μηχανών σε εργασία ανάπτυξης τους, ή σε μια παραλλαγή ερευνητικής και καλλιτεχνικής εργασίας[13]. Μόνο αυτή η τελευταία μπορεί να παρέχεται δωρεάν στην κοινωνία χωρίς να απαιτεί σαν αντάλλαγμα ένα ισοδύναμο. Αυτή είναι η κομμουνιστική εργασία.
Προφανώς αυτή η διαδικασία προϋποθέτει την προχωρημένη αυτοματοποίηση, αλλά και δεν μπορεί να επεκταθεί σε όλους, απλά θα υπερτερεί ποσοτικά έναντι της άλλης υποδεέστερης εργασίας.
Επίλογος.
Οι μέχρι τώρα εμπειρίες ξεκαθαρίζουν κάπως καλλίτερα πως θα είναι ο κομμουνισμός, αλλά πάντως δείχνουν αρκετά καθαρά πως δεν θα είναι.
Ο κομμουνισμός πιθανότατα δεν θα είναι ο τελευταίος σχηματισμός, ούτε επίγειος παράδεισος χωρίς αντιθέσεις, δεν θα είναι κοινωνία της αφθονίας, θα είναι μια κοινωνία της δημιουργικής (κατά το πλείστον και όχι αποκλειστικά) εργασίας που θα στηρίζεται στην προχωρημένη αυτοματοποίηση. Οπωσδήποτε θα είναι παγκόσμιος, στην βάση της ενοποιημένης ανθρωπότητας. Οι αντιθέσεις του θα είναι η αντικειμενική βάση μιας μάλλον πλούσιας και αυτοδιαχειριστικής πολιτικής ζωής, που θα διευθετεί τα επίδικα ζητήματα, και βάση της παραπέρα εξέλιξής του.
Ενδεικτική βιβλιογραφία.
- Μαρξ: Γερμανική ιδεολογία, GUTENBERG
- Μαρξ: κριτική του προγράμματος της Γκόττα
- Ένγκελς: αντιΝτύρινγκ, Αναγνωστίδης.
- Βαζιούλιν: η λογική της ιστορίας, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
- Βαζιούλιν: ιστορία και κομμουνιστικό ιδανικό
- Παυλίδη: το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ.
- Συλλογικό: ο σοσιαλισμός στο κατώφλι του 21ου αιώνα, ΚΑΛΒΟΣ
- αποφάσεις συνεδρίων: 18ο ΚΚΕ, 1ο ΝΑΡ, Προγραμματικό ΣΥΝ
- συλλογικό: ΕΣΣΔ, ο σοσιαλισμός στο κατώφλι του 2000, Σύγχρονη εποχή.
- συλλογικό: επιστημονικός κομμουνισμός, Σύγχρονη εποχή.
[1] Γερμανική ιδεολογία,
[2] Κυρίως στην Γερμανική ιδεολογία, και στην κριτική του προγράμματος της Γκόττα. Επίσης ο Ένγκελς στο αντιΝτύρινγκ προσθέτει κάποια στοιχεία.
[3] ακριβέστερα την δεύτερη, ώριμη φάση του αν η πρώτη ονομάζεται σοσιαλισμός, θεωρώντας και τις δυο φάσεις σαν φάσεις ενός ενιαίου τρόπου παραγωγής.
[4] Μαρξ, Κριτική στο πρόγραμμα της Γκόττα, όπου κριτικάρει την θέση για «δίκαιη» αμοιβή.
[5] Και με τις δύο έννοιες, του σκοπού και του τελευταίου σχηματισμού.
[6] Μαντέλ: η επικαιρότητα του σοσιαλισμού, σελ. 211, συλλογικό, εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ,
[7] Λογική της ιστορίας, σελ 406
[8] Η πολιτική ζωή δεν περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τα ζητήματα των τάξεων. Πχ πρόσφατα σχηματίστηκε κόμμα στην Σουηδία για το ελεύθερο λογισμικό (αν και σε συνθήκες ύπαρξης των τάξεων αποκτά και μια ταξική διάσταση).
[9] Ακόμα και η εργασία αρχίζει να απελευθερώνεται από σήμερα, όπως υπαινίσσονται κάποιες μεταφορντικές μορφές οργάνωσης, και η δημιουργική εργασία που κάποια επαγγέλματα, κυρίως πνευματικά, παρέχουν, έστω και στρεβλά υπό την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
[10] Και ένα θετικό παράδειγμα, είναι η διεκδίκηση «ποιοτικών θέσεων εργασίας», θέση που προβάλλει ο ΣΥΝ στο πρόσφατο πρόγραμμα του.
[11] Πάντως ο Μαρξ στην κριτική στο πρόγραμμα της Γκόττα θεωρεί χυδαίο τον σοσιαλισμό που ξεκόβει την διανομή από την παραγωγή, και ρίχνει ιδιαίτερο βάρος στην διανομή. Ας αναλογιστούμε τι ειδικό βάρος έχουν τα αιτήματα αναδιανομής στα προγράμματα της Αριστεράς σήμερα.
[12] Το εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας του Λομονόσωφ, με την μετατροπή της εργασίας σε ανάγκη συνδέει την πραγματική (και ανεπίστρεπτη) επικράτηση του κομμουνισμού. (τόμος 5, σελ 724)
[13] Μια εικόνα από τα σήμερα δίνει η ερευνητική δουλειά που γίνεται από εθελοντές στο ελεύθερο λογισμικό, ή η χρήσιμη εργασία που γίνεται σαν χόμπι από πολύ κόσμο, ή η εργασία που κάνουμε εμείς τώρα.
Περισσότερα... »
βιβλιοπαρουσίαση: ΜΑΡΤΑ ΧΑΡΝΕΚΕΡ: ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ.
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
(Μετάφραση: Δημήτρης Κουφοντίνας).
εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ.
« Η Μ Χάρνεκερ, απόγονος μεταναστών που έφτασαν στην Χιλή πριν από 100 χρόνια από την μακρινή Αυστρία, είναι μια από τις σημαντικότερες ερευνήτριες της Λ. Αμερικής. Σπούδασε Ψυχολογία στο καθολικό πανεπιστήμιο της Χιλής…τελείωνε τις σπουδές της όταν ξέσπασε η Κουβανέζικη επανάσταση, η οποία την επηρέασε βαθειά…πηγαίνει με υποτροφία στο Παρίσι…γίνεται μαθήτρια και οπαδός του Λ Αλτουσέρ…με την καθοδήγηση του μελετά τον Μαρξ. Καρπός των μελετών της αποτελεί το πολύ πλέον γνωστό βιβλίο …Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού… επιστρέφει στην Χιλή το 1968…διδάσκει επί ένα χρόνο αλλά γρήγορα εγκαταλείπει τις πανεπιστημιακές αίθουσες και οργανώνει μαθήματα μαρξισμού για εργάτες…την περίοδο Αλιέντε και της Λαϊκής Ενότητας εγκαταλείπει τα μαθήματα και διευθύνει το εβδομαδιαίο πολιτικό περιοδικό Chile Hoy…μετά το πραξικόπημα καταφεύγει στην Κούβα…έχει αναδειχτεί σε μια από τις σημαντικότερες ερευνήτριες των χειραφετικών εμπειριών της Λ. Αμερικής…έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα, έχει εκδώσει 45 περίπου βιβλία…τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί στην Βενεζουέλα…» (από το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή).
Στο βιβλίο η Μ. Χάρνεκερ (στο εξής ΜΧ) καταπιάνεται σχεδόν με όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η μαρξιστική θεωρία, και με όλα σχεδόν τα ζητήματα που απασχολούν την σύγχρονη Αριστερά και μάλιστα όχι με έναν εγκεφαλικό τρόπο, με τον ακαδημαϊσμό που δυστυχώς σημαδεύει την πλειοψηφία της σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης, αλλά αναμετριέται με την ζωντανή και δύσκολη πραγματικότητα της πολιτικής πάλης, χωρίς την οποία, η θεωρία εύκολα μπορεί να γλυστρίσει στον θεωρητικισμό.
Η ΜΧ δεν ισχυρίζεται ότι λέει την τελευταία λέξη. Συμβάλλει στον διάλογο, αλλά περισσότερο δίνει εφόδια στον αναγνώστη ώστε να μπορέσει να σχηματίσει δική του ανεξάρτητη γνώμη, και να κρίνει με τα δικά του μέσα θεωρίες και πολιτικές. Ακόμα και η μορφή του κειμένου, γραμμένο εν είδη (1399!) θέσεων για διάλογο διευκολύνει αυτό τον σκοπό.
Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη.
Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια σύντομη καταγραφή των σημαντικότερων γεγονότων που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια (κουβανέζικη επανάσταση, απελευθερωτικές προσπάθειες από διαφορετικούς δρόμους, ένοπλους και ειρηνικούς, δραματικές εξελίξεις στις σοσιαλιστικές χώρες). Είναι το λιγότερο θεωρητικό μέρος του βιβλίου, η ΜΧ στέκεται περισσότερο στα γεγονότα και στα πιο προφανή συμπεράσματα (φυσικά όχι πάντα αυτονόητα για όλους!). Αναγνωρίζει η ίδια την ανάγκη παραπέρα εμβάθυνσης, έργο που θεωρεί ότι πρέπει να γίνει συλλογικά, και εδώ απλά καταθέτει μια μικρή συμβολή.
Στο δεύτερο μέρος γίνεται μια εκτενής παρουσίαση ερευνών και μελετών πάνω στο σύγχρονο καπιταλισμό. Η συγγραφέας αν και σε πολλά ζητήματα παρουσιάζει τις διαφορετικές απόψεις ενός εν εξελίξει διαλόγου, στα περισσότερα παίρνει θέση, και προσθέτει και τις δικές τις σκέψεις. Είναι τόσο πλούσια η θεματολογία, και τόσο ανάγλυφη η παρουσίαση που βοηθάει ακόμα και τον σχετικά ακατατόπιστο, ιδιαίτερα εκείνον που δεν έχει τον χρόνο ή την διάθεση να ασχοληθεί με μια πολύ εκτεταμένη βιβλιογραφία ώστε να έρθει σε επαφή με το αντικείμενο.
Τέλος το τρίτο μέρος αποτελεί μια πρωτότυπη συμβολή σε μια σύγχρονη επιστήμη της πολιτικής. Βασισμένη στις εμπειρίες όλης της Αριστεράς, στις πιο διαφορετικές εκφράσεις της από τα ένοπλα αντάρτικά και τα αντάρτικα πόλης μέχρι τα πιο ΄θεσμικά΄ κινήματα, όπως τις δημαρχιακές προσπάθειες, το κυβερνητικό έργο κτλ προσπαθεί να απαντήσει το τι να κάνουμε;
Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά κάθε μέρος ξεχωριστά.
τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Αριστερά.
Η ιστορική σημασία της κουβανέζικης επανάστασης είναι φανερή. Η ΜΧ αναφέρει και μια σειρά πολιτικές επιπτώσεις: καταρρέουν δύο μύθοι, ένας γεωγραφικός (ότι δεν μπορεί να γίνει επανάσταση στην αυλή των ΕΠΑ) και ένας στρατιωτικός (ότι οι σύγχρονοι τακτική στρατοί είναι ακατανίκητοι). Πριμοδοτείται η αντίληψη της ένοπλης πάλης, κάθε άλλο θεωρείται ρεφορμισμός. Τόσο που από μέσο γίνεται αυτοσκοπός. Η στρατιωτική ήττα των περισσότερων κινημάτων αποδεικνύει την ανάγκη ταυτόχρονης μαζικής πάλης, υποστήριξης από τα πλατεία λαϊκά στρώματα των πόλεων. Και εκτιμά ότι το κουβανέζικο σχέδιο για επέκταση της επανάστασης σε όλη την υποήπειρο δεν πραγματοποιείται.
Γίνεται αναφορά στο διεθνές επαναστατικό κίνημα και σε μερικές από τις πιο οδυνηρές σελίδες του με την σινισοβιετική διαμάχη, τις ιδεολογικές διαφορές, και τις διασπάσεις των ΚΚ στον υπόλοιπο κόσμο.
Εξετάζονται μερικοί από τους παράγοντες που οδηγούν στην φοιτητική και νεολαιίστικη ανταρσία του ΄68.
Μετά έχουμε ένα ορόσημο, την προσπάθεια στην Χιλή με την νίκη της Λαϊκής Ενότητας. Εδώ γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια να γενικευτούν κάποια συμπεράσματα. «Είχε κατακτηθεί η κυβέρνηση αλλά όχι η εξουσία…κοινωνική αντιπολίτευση ήταν τα μεσαία στρώματα και μέρος των εργαζομένων των περιθωριακών περιοχών…οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν για τι πρέπει να κάνουν…μερίδες της Αριστεράς καταλάμβαναν μικρές επιχειρήσεις και ζητούσαν εθνικοποίηση τους, απαιτώντας περισσότερο ριζοσπαστισμό από τον Αλλιέντε σαν να είχε όλη την εξουσία…»..
Τελειώνει με ένα βαρυσήμαντο συμπέρασμα: ο δημοκρατικός δρόμος απαιτεί και ένα σοσιαλισμό σύμφωνο με τις παραδόσεις και την θέληση του λαού, και όχι ένα σχηματικό μοντέλο που επιβάλλεται ετσιθελικά.
Τέλος μετά από ανάλυση των εξελίξεων στην Νικαράγουα, και άλλες χώρες, έρχεται στο ζήτημα των ζητημάτων. Την περεστρόικα στην ΕΣΣΔ, και την κατάρρευση των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών. Εδώ ίσως είναι από τα σημεία με το λιγότερο αναλυτικό βάθος. Τελικά η ανάλυση συμβιβάζεται με την ιδέα της ιμπεριαλιστικής συνομωσίας: «το πολιτικό άνοιγμα το χρησιμοποίησε πολύ καλά η δυτική αντίδραση για να προωθήσει τις δεξιές θέσεις στο εσωτερικό της χώρας», υποβαθμίζοντας έτσι τις μεγάλες εσωτερικές άλυτες αντιφάσεις εκείνων των κοινωνιών.
Μετά τα δύσκολα για το επαναστατικό κίνημα χρόνια που ακολούθησαν, σημειώνει μια κάποια στροφή στις αρχές του αιώνα, με την ενίσχυση της Αριστεράς στην Λ. Αμερική, ιδιαίτερα στο εκλογικό πεδίο, στις τοπικές εκλογές αρχικά και μετά σε εθνικό επίπεδο. Παράλληλα εξετάζει και το ένοπλο κίνημα των Ζαπατίστας.
ο κόσμος σήμερα.
Η ανάλυση σε όλο αυτό το τμήμα διαπερνάται από την θέση ότι «ζούμε σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτό των αρχών της κουβανέζικης επανάστασης…όχι μόνο λόγω της ήττας του σοβιετικού σοσιαλισμού…αλλά και από γεγονότα όπως: η νέα επιστημονικοτεχνική επανάσταση και οι επιδράσεις της στην παραγωγική διαδικασία και στην φύση…η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού…».
Κεντρικό ζήτημα των αναλύσεων της ΜΧ η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Αν και χρησιμοποιεί τον όρο διευκρινίζει ότι από την μια δεν έχουμε πραγματική αλλά περιορισμένη διεθνοποίηση, και από την άλλη κρατά αποστάσεις από τον σύγχρονο αντιπαγκοσμιοποιητικό λουδισμό: «ποια πρέπει να είναι λοιπόν η στάση της Αριστεράς…να κριτικάρει το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης ως τέτοιο, ή να κριτικάρει τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της σημερινής παγκοσμιοποίησης και να προωθεί μια διαφορετική παγκοσμιοποίηση;…σκέφτομαι ότι σωστό είναι το δεύτερο…με τον ίδιο τρόπο που ο Μαρξ σκεφτόταν ότι η μηχανή-εργαλείο δεν ήταν αρνητική αυτή καθαυτή…κτλ ».
Εξαντλητικά αναλύεται η νέα τεχνολογική επανάσταση και οι συνέπειες της. Στηριγμένη σε αναλύσεις λατινοαμερικανών ερευνητών ερευνά την διαλεκτική των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, αλλά και τις αλλαγές στον τρόπο ζωής. Σε κάποια σημεία της ανάλυσης ίσως διακρίνει κανείς ψήγματα παραγωγισμού, σε άλλα σημεία όμως σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν υπάρχει γραμμική σχέση, και ότι οι αλλαγές διαμεσολαβούνται από την πάλη των τάξεων.
Σημαντικότατη είναι και η ανάλυση των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής και της εργασίας. Στηριγμένη σε πληθώρα αναλύσεων ευρωπαίων αλλά και λατινοαμερικάνων μελετητών ερευνά την ευέλικτη παραγωγή, τα δίκτυα, την σχέση συγκεντροποίησης και υπεργολαβιών, συγκέντρωσης και δικτύωσης-αποκέντρωσης. Αναλύεται ο τογιοτισμός, ο μεταφορντισμός, τα νέα χαρακτηριστικά του πολυλειτουργικού εργαζόμενου αλλά και το ειδικό του βάρος σε σχέση με το σύνολο της εργατικής τάξης.
Αντιδιαστέλλει τις παλιές πολυεθνικές με τις σύγχρονες διεθνικές επιχειρήσεις (υπερεθνικές ίσως είναι καλλίτερος όρος), στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Για την παγκοσμιοποίηση: επισημαίνει το πραγματικό της διαδικασίας στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη (πλην μαύρης Αφρικής) ανεξάρτητα από την ιδεολογική εκμετάλλευση του όρου από την αστική τάξη. Στηρίζεται όχι κύρια στις ποσοτικές αλλά στις ποιοτικές αλλαγές, όπως στην διεθνοποίηση της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, στην πλανητική διάχυση των καπιταλιστικών σχέσεων, στο αυξημένο ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου, στην νέα σχέση εθνικού και διεθνικού, ιδιαίτερα όσον αφορά το κράτος. Επισημαίνει ότι πρόκειται για μια διαδικασία άνιση και ατελή, και χαρακτηριστικά λέει ότι δημιουργείται και ένας τέταρτος (πέραν του τρίτου) κόσμος.
Ιδιαίτερα αναλύεται η σχέση παγκοσμιοποίησης και νεοφιλελευθερισμού. Χαρακτηριστικά λέει ότι υπάρχει οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό νεοφιλελεύθερο σχέδιο, και εξετάζει τα χαρακτηριστικά κα των τεσσάρων. Αν το οικονομικό σημαίνει παντοδυναμία των αγορών, και θεοποίηση του καπιταλιστικού κέρδους, το κοινωνικό είναι η κατακερματισμένη κοινωνία και ο ατομισμός, το πολιτικό είναι η αυταρχική δημοκρατία, και το ιδεολογικό είναι η αντίληψη ότι η αγορά και όχι το κράτος θα δημιουργήσει πλούτο και θα διορθώσει τις ανισότητες και δυσλειτουργίες του καπιταλισμού.
Εκεί που χρειάζεται μια συζήτηση είναι η υπερτίμηση κατά την γνώμη μου από την ΜΧ της δυνατότητας της αστικής τάξης να ενσωματώνει ιδεολογικά τα λαϊκά στρώματα καθώς και υπερτίμηση της ισχύος των ΜΜΕ. Κατά την γνώμη μου οι συμμαχίες κτίζονται κύρια σε πραγματικά συμφέροντα των υποτελών τάξεων, φυσικά δευτερεύοντα, αλλά πάντως πραγματικά, και επίσης αντανακλά την δυνατότητα του καπιταλισμού να αναπτύσσεται ακόμα ικανοποιητικά, ( με άλλα λόγια ότι ακόμα δεν έχει φάει ακόμα εντελώς το ψωμί του). Αυτό είναι το κύριο και είναι δευτερεύον το ιδεολογικό στοιχείο. Η πλειοψηφία των μαρξιστών, μαζί και η ΜΧ, αντιστρέφει την κατάσταση, και θεωρεί κύριο την ιδεολογική χειραγώγηση. Έτσι όμως οδηγούνται και σε ένα πολιτικό αδιέξοδο (παντοδυναμία του αντιπάλου), και σε έναν υποκειμενισμό στην πολιτική (αρκεί η ΄σωστή΄ πολιτική και οι συσχετισμοί θα αλλάξουν). Τότε γιατί δεν έχουν αλλάξει μιας και διάφορες ομάδες και ομαδούλες έχουν -όπως ισχυρίζονται οι ίδιες-την σωστή πολιτική;
Παραπέρα εξετάζει αναλυτικά τις επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στο βιοτικό επίπεδο, στην πολιτιστική ομογενοποίηση, την κατανάλωση και τον καταναλωτισμό. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο περιβάλλον. Εδώ αφού περιγραφούν τα σημαντικότερα οικολογικά προβλήματα ανοίγει ένας προβληματισμός για την σχέση τύπου ανάπτυξης και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Απορρίπτει την σκέψη για πάγωμα της ανάπτυξης αφού αυτή θα παγίωνε τις σημερινές τεράστιες ανισότητες και διερευνά τι δυνατότητες μπορεί να ανακαλύψουμε στην τεχνολογία. Προβληματίζεται από οικολογική άποψη για την αντίληψη του κομμουνισμού σαν κοινωνίας της αφθονίας, και προτείνει μια πιο ρεαλιστική ερμηνεία. Εξαιρετική είναι η σκέψη για επανεξέταση των κριτηρίων αποδοτικότητας μιας οικονομίας. Στην θέση της στενά οικονομικής αποδοτικότητας, προτείνει κριτήρια κοινωνικά και οικολογικά, που η καπιταλιστική επιχείρηση και το καπιταλιστικό κέρδος δεν μπορεί να έχει.
Τέλος η ΜΧ προβληματίζεται για το μέλλον της εργασίας. Ξαναδιαβάζει τον Μαρξ, και αναστοχάζεται τις αναφορές του για την δημιουργική εργασία, για την καταναγκαστική εργασία και την αυτοπραγμάτωση σε μια δημιουργική εργασία, ή στον ελεύθερο χρόνο. Κατόπιν έρχεται στο σήμερα. Απορρίπτει την πολύ διαδεδομένη άποψη για καταδίκη της ευελιξίας στα ωράρια και πολύ σωστά τα θεωρεί πηγή απελευθέρωσης. Πηγή ανασφάλειας τα κάνει σήμερα ο καπιταλισμός και η παντοδυναμία του κεφαλαίου. Οι σχετικές αναλύσεις της είναι διαφωτιστικές για την αμηχανία στρατηγικής των συνδικάτων, αλλά και της Αριστεράς, στο μεταβατικό διάστημα που περνάμε (που την πρωτοβουλία έχει ο αντίπαλος) και αντί να επεξεργαστούμε την κατάλληλη στρατηγική μένουμε σε ένα «όχι σε όλα». Όμως ούτε εδώ έχουμε την τελευταία λέξη. Η ΜΧ μάλιστα αναφέρει ότι ο αρχικός της ενθουσιασμός για τις απελευθερωτικές ιδιότητες των νέων τεχνολογιών και της νέας μορφής εργασίας έχουν μετριαστεί μετά από νεότερες έρευνες που δείχνουν ότι οι νέες μορφές εργασίας αφοράνε σε μια μικρή μειοψηφία των εργαζομένων, και από την άλλη παρατηρούνται και εκτεταμένα φαινόμενα πληροφοριακού φορντισμού, δηλαδή νέας μορφής τυποποίησης. Από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου.
η κατάσταση της Αριστεράς.
Πριν περάσει στο τι να κάνουμε αναλύει την τριπλή κρίση της Αριστεράς: την θεωρητική, την πολιτική, και την οργανωτική.
Η θεωρητική κρίση αποδίδεται κύρια σε δύο αιτίες: στην έλλειψη ικανότητας αυστηρούς μελέτης των σοσιαλιστικών εμπειριών, και στην ανυπαρξία μελέτης του σύγχρονου καπιταλισμού του τέλους του 20 αιώνα.
Εντοπίζει επίσης τα κενά μιας θεωρίας μετάβασης, επαναφέροντας την γνωστή προβληματική των Αλτουσέρ-Μπαλιμπάρ. Και τέλος μπαίνει στα βαθειά νερά της επίκαιρης συζήτησης για το τι είναι και τι δεν είναι ντετερμινισμός, κάτω μάλιστα και από τις μαθηματικές θεωρίες του χάους. Μια συζήτηση που αναζωπυρώθηκε με ακρότητες μετά την διάψευση βεβαιοτήτων για άμεσες σοσιαλιστικές επαναστάσεις.
Η προγραμματική κρίση περιγράφεται σαν έλλειψη σαφούς εναλλακτικής πρότασης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «υπάρχει πλεόνασμα διαγνώσεων και έλλειμμα θεραπείας». Και μοιράζεται με τον αναγνώστη χρήσιμες σκέψεις για την πολιτική όχι μόνο θεωρητικές αλλά και πιο πρακτικές. Ορίζει την πολιτική σαν την τέχνη να οικοδομήσεις μια αντικαπιταλιστική κοινωνική δύναμη.
Η οργανωτική κρίση φαίνεται να σχετίζεται με την «άκριτη αντιγραφή του μπολσεβίκικου μοντέλου, αγνοώντας αυτά που έχει πει ι ίδιος ο Λένιν».
Παραπέρα περιγράφει μερικές από τις αδυναμίες: πρωτοπορισμός, δηλαδή η τάση αυτοανακήρυξης σε πρωτοπορία. Η διαταγές στις μάζες αντί της πειθούς. Ο υποκειμενισμός στις αναλύσεις, δηλαδή να συγχέεται η ψυχολογία και η συνειδητότητα της πρωτοπορίας με αυτή των μαζών. Η έλλειψη ικανότητας να διδάσκεσαι από τις μάζες. Η ανεπαρκής αξιολόγηση της δημοκρατίας, στη βάση του ιδεολογήματος του περιορισμένου της αστικής δημοκρατίας.
Παρόλα αυτά εκτιμά ότι μια σειρά ήττες ωρίμασαν τις περισσότερες ηγεσίες (στην Λ Αμερική, όχι εδώ!), κάτι που φαίνεται στην πολύ πιο προχωρημένη και ώριμη πολιτική τους πρακτική.
Και το βιβλίο τελειώνει με την απάντηση της ΜΧ στο τι να κάνουμε;
Ξεδιαλύνει τους δρόμους κατάκτησης της ηγεμονίας-που αντιδιαστέλλει με τον ηγεμονισμό. Θεωρεί σαν κεντρικό το ζήτημα της δημοκρατίας, άμεσης αλλά και αντιπροσωπευτικής. Φυσικά η αντιπροσώπευση για να είναι ουσιαστική και όχι τυπική (που χαρακτηρίζει την αστική κοινωνία, αλλά και τις κοινωνίες του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, μηδέ της Κούβας εξαιρουμένης), πρέπει να έχει τα γνωστά χαρακτηριστικά της ανακλητότητας, του περιοδικού ελέγχου, του περιορισμένου αριθμού των θητειών, της έλλειψης προνομίων για τους εκλεγμένους κτλ. Και να συναρθρώνεται με την άμεση δημοκρατία, χωρίς υποταγή στο κόμμα ή το κράτος. Φυσικά αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν από στελέχη και κόμματα με στρατιωτική νοοτροπία, «μιας και η καθοδήγηση κερδίζεται, δεν επιβάλλεται».
Πολύ χρήσιμες είναι οι ιδέες για διαφορετικές μορφές και βαθμούς στράτευσης, για την σωστή αναλογία συγκεντρωτισμού και δημοκρατίας, για την ανάγκη αποτελεσματικότητας, αλλά και για την ανάγκη ο αγωνιστής να μην αποκόβεται από το περιβάλλον του, να έχει και την ατομική του ζωή. Για τις μειοψηφίες αναφέρει ότι δεν πρέπει να συνθλίβονται, γιατί τότε αναγκαστικά οι οργανώσεις οδηγούνται στην διάσπαση.
Φυσικά υπερασπίζεται τις τάσεις, αλλά όχι τις φράξιες. Όλοι κατέχουν μέρος και όχι όλη την αλήθεια, άρα επιβάλλεται μια κουλτούρα διαλόγου, και προσπάθεια σύνθεσης των διαφορετικών γνωμών. Η δημόσια αντιπαράθεση απόψεων αναγκαστικά σήμερα δεν μπορεί να αποφευχθεί. Επομένως και η πιο πλατεία εσωκομματική δημοκρατία δίνει την ευκαιρία να εκλέγεται κάποιος στη καθοδήγηση για τις ιδεολογικές και πολιτικές του θέσεις, και όχι για την ευπείθεια του ή τις δημόσιες σχέσεις.
Προφανώς η νέα ταξική σύνθεση των χωρών επιβάλλει αναπροσανατολισμούς και στην ταξική σκόπευση, αλλά κυρίως στο ποια στρώματα και μερίδες της εργατικής τάξης έχουν στρατηγική σημασία.
Το βιβλίο τελειώνει με την γενίκευση της εμπειρίας από τις τοπικές, και δημαρχιακές κυβερνήσεις. Εκεί γίνεται μια προσπάθεια να εφαρμοστούν στην πράξη μερικές από τις πιο προωθημένες ιδέες που εκτέθηκαν στο βιβλίο. Ήταν πρόκριμα για μεγαλύτερες επιτυχίες σε εθνικό επίπεδο (Βενεζουέλα κτλ), και έδωσαν απτό δείγμα γραφής για το πώς θα πολιτευτεί η Αριστερά. Εδώ βέβαια δεν φτάνουν τα ιδεολογήματα αλλά πρέπει να αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα, όχι βέβαια στην κερδοφορία του κεφαλαίου, αλλά στην λύση των οξυμμένων προβλημάτων του λαού.
Και η εμπειρία δείχνει ότι η λαϊκή συμμετοχή δεν είναι βασιλική λεωφόρος. Ο πραγματικός λαός δεν έχει πάντα σχέση με το εξιδανικευμένο αντίστοιχό του που έχουμε εμείς στο κεφάλι μας. Πολιτική όμως πρέπει να κάνεις με τον πραγματικό λαό. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα…
επίλογος.
Στο σύντομο τούτο σημείωμα ούτε κατά ελάχιστο δεν θίξαμε το πλούτο των προβλημάτων που πραγματεύεται το βιβλίο, και τις λύσεις που προτείνει. Απλά σταχυολογήσαμε μερικά ζητήματα που κατά την γνώμη του γράφοντος έχουν σημασία για την θεωρητικό διάλογο στην χώρα μας, αλλά κύρια για την πολιτική πρακτική. Γιατί θεωρία που δεν επαληθεύεται από την πολιτική πρακτική, ή δεν ανοίγει δρόμους στην πολιτική, είναι απλά θεωρητικισμός. Και δυστυχώς από αυτό πάσχουν κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, μερικές θεωρητικές σχολές, ρεύματα, αλλά και οργανώσεις που έχουν, κατά τα άλλα, σημαντική θεωρητική συνεισφορά. Και το κριτήριο της ορθότητας εδώ είναι αμείλικτο. Είναι η λαϊκή στήριξη και αποδοχή. Αυτό τουλάχιστον επιβεβαιώνεται και από τις χειμαρρώδεις και γεμάτες επαναστατικό πάθος σκέψεις της Μάρτα Χάρνεκερ.
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΠΛΟΥΣ).
[dionisispolitis.blogspot.com]
Περισσότερα... »
Διημερίδα Επαναστατικής Θεωρίας με γενικό θέμα: «Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ Κ
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
Σάββατο – Κυριακή, 11-12 Απριλίου, στην Αθήνα, αίθ.18 του κτιρίου Γκίνη του Ε.Μ. Πολυτεχνείου.
Οι Όμιλοι για τη μελέτη της επαναστατικής θεωρίας από διάφορες πόλεις της Ελλάδας, διοργανώνουν Διήμερο Συνέδριο Επαναστατικής Θεωρίας, με θέμα: «Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ», Σάββατο – Κυριακή, 11-12 Απριλίου, στην Αθήνα, αίθ.18 του κτιρίου Γκίνη του Ε.Μ.Πολυτεχνείου. Πρωινές συνεδρίες 10:00-14:00, απογευματινές 16:00-20:00.
Η εκδήλωση απευθύνεται σε όσους ενδιαφέρονται για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της θεωρητικής θεμελίωσης της επαναστατικής χειραφέτησης της ανθρωπότητας.
Σάββατο 11/04, ώρα 10:00-14:00
Πολίτης, Δ.: «Κομμουνιστική προοπτική: πέρα από την ουτοπία»
Μηνακάκης, Β.: «Πίσω από τη σκόνη των γεγονότων του βραχέoς χρόνου: Η σύγχρονη κρίση, η υπεραξία και το ποσοστό κέρδους»
Λιάπας, Θ.: «Οι κοινωνικές τάξεις στο έργο του Νίκου Πουλαντζά»
Σάββατο 11/04, ώρα 16:00-20:00
Μεϊμάρης, Τ.: «Η σημασία και ο ρόλος της επιστημονικής μεθοδολογίας στην ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας»
Πατέλης, Δ.: «Για την θεωρητική ανασύσταση της πολιτικής οικονομίας της σύγχρονης κεφαλαιοκρατίας. Μεθοδολογικές επισημάνσεις»
Παλιούρας Α.: «Ο διάλογος και η συνεργασία των κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς, αποφασιστικός όρος για την ανασύνταξη των κομμουνιστικών και αριστερών δυνάμεων»
Απέκης Λ. : «Η εμπειρία του πανεπιστημιακού κινήματος και οι αγώνες του μέλλοντος»
Κυριακή 12/04, ώρα 10:00-14:00
Ιωαννίδης, Κ.: «Η αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τη φύση: αντιφάσεις και προοπτικές των βιοτεχνολογιών»
Δαφέρμος, Μ.: «Το ζήτημα της φιλοσοφικής θεμελίωσης της ψυχολογίας»
Μανιάτης, Γ.: «Οι αντιφάσεις και οι ελλείψεις των ποσοτικών προσεγγίσεων στην ανάλυση πολύπλοκων συστημάτων: αξιοκρατία-αξιολόγηση»
Κυριακή 12/04, ώρα 16:00-20:00
Ρέππας, Σ.: «Φοιτητικό κίνημα: κριτική των πεπραγμένων και προτάσεις για μελλοντικούς αγώνες»
Παπούλιας, Ν.: «Λογική της Ιστορίας και επικαιρότητα»
Προβληματισμοί-Συζήτηση-Συμπεράσματα
http://www.omilos.tuc.gr/news/70/athina-diimero-o-kommoynismos-os-istoriki-prooptiki-tis-anthropotitas-zitimata-epanastatikis
Περισσότερα... »
ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
3 έργα :
“Ταξικοί αγώνες στη γαλλία”
“Η 18η Μπιμαίρ του Λ.Βοναπάρτη”
“Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία”
κατεβάστε το εδώ (380 σελίδες. 30ΜΒ):
[allotriosi.wordpress.com]από εκδ.Γλάρος
Περισσότερα... »
Toni Negri: Κομουνισμός: Κάποιες σκέψεις πάνω στην έννοια και την πράξη (ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ)
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
Ακολουθεί η μετάφρασή μου της συνεισφοράς του Τόνι Νέγκρι, "Κομουνισμός: Κάποιες σκέψεις πάνω στην έννοια και την πράξη," που παρουσίασε στο συνέδριο για την ιδέα του κομουνισμού στο Birkbeck-Λονδίνο στις 14 Μαρτίου 2009. Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε με βάση την αγγλική μετάφραση, που έκανε η Arianna Bove.
Κομουνισμός:
Κάποιες σκέψεις πάνω στην έννοια και την πράξη
του Toni Negri
Παρουσιάσθηκε στο συνέδριο Για την Ιδέα του Κομουνισμού, που έγινε στο Birkbeck του Πανεπιστήμιου του Λονδίνου στις 13-15 Μαρτίου 2009.
Στη βάση του ιστορικού υλισμού βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η ιστορία είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Όταν ο ιστορικός υλιστής ερευνά την πάλη των τάξεων, το κάνει μέσω της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Από την κριτική αυτή εξάγεται ότι η σημασία της ιστορίας της πάλης των τάξεων είναι ο κομουνισμός, ‘η πραγματική κίνηση, που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων’ (Μαρξ, Η Γερμανική Ιδεολογία). Αυτό συμβαίνει, γιατί [ο κομουνισμός] βρίσκεται μέσα στην κίνηση αυτή.
Υπάρχουν ορισμένοι που συχνά αντιτίθενται σ’ αυτόν τον ισχυρισμό για το κατά πόσο αποτελεί έκφραση μιας φιλοσοφίας της ιστορίας. Όμως νομίζω ότι η πολιτική σημασία της κριτικής δεν πρέπει να συγχέεται μ’ ένα ιστορικό τέλος (σκοπό). Στην ιστορία, κανονικά, οι παραγωγικές δυνάμεις παράγουν τις κοινωνικές σχέσεις και τους θεσμούς, που περιέχουν και κυριαρχούν πάνω τους: αυτό είναι προφανές σ’ όλους τους ιστορικούς προσδιορισμούς. Άρα, γιατί να θεωρεί κανείς ότι αποτελεί ιστορική πλάνη ή πολιτική ιδεολογία ή μεταφυσική ανοησία η δυνατότητα ανατροπής της κατάστασης αυτής και της απελευθέρωσης των παραγωγικών δυνάμεων από τον έλεγχο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (σαν συνέπεια των δράσεων της ταξικής πάλης); Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι αυτό είναι η περίπτωση.
1) Οι κομουνιστές υποθέτουν ότι η ιστορία είναι πάντοτε η ιστορία της πάλης των τάξεων.
Για ορισμένους, η θέση αυτή είναι ανυπόστατη, γιατί η ιστορία προσδιορίζεται και τώρα πια κυριαρχείται πλήρως από το κεφάλαιο, έτσι ώστε μια τέτοια υπόθεση να μη μπορεί να είναι ούτε πραγματοποιήσιμη, ούτε επαληθεύσιμη. Ξεχνούν όμως ότι το κεφάλαιο είναι πάντοτε μια σχέση εξουσίας (δύναμης), που, ενώ θα μπορούσε να οργανώσει μια ισχυρή και δεσποτική ηγεμονία, αυτή η ηγεμονία πάντοτε αποτελεί τη λειτουργία μιας ιδιαίτερης διαχείρισης μέσα σε κάθε σχέση εξουσίας. Ούτε η έννοια του κεφάλαιου, ούτε οι ιστορικές παραλλαγές του, θα υπήρχαν απουσία του προλεταριάτου, το οποίο, ενώ το κεφάλαιο το εκμεταλλεύεται, είναι πάντοτε η ζώσα εργασία, που το παράγει. Η πάλη των τάξεων είναι η σχέση εξουσίας, που εκφράζεται μεταξύ του αφεντικού και του εργάτη: η σχέση αυτή φέρνει την εκμετάλλευση και την καπιταλιστική κυριαρχία κι εγκαθίσταται στους θεσμούς, που οργανώνουν την παραγωγή και την κυκλοφορία του κέρδους.
Άλλοι, που υποστηρίζουν ότι η ιστορία δεν μπορεί να αναχθεί (να εντοπισθεί) στην πάλη των τάξεων, προϋποθέτουν τη διαρκή (κι έμφυτη) ύπαρξη μιας ‘χρηστικής αξίας.’ Την προσδιορίζουν σαν την αξία της εργατικής δύναμης ή σαν την αξία της φύσης και του περιβάλλοντος της ανθρώπινης εργασίας. Η προϋπόθεση αυτή όχι μόνο δεν είναι ριζικά επαρκής σαν εξήγηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά, επιπλέον, είναι σίγουρα εσφαλμένη σαν περιγραφή της παρούσης μορφής του καπιταλισμού.
Ο καπιταλισμός έχει κατακτήσει και περιβάλλει ολόκληρο τον βιόκοσμο, η ηγεμονία του είναι καθολική. Δεν υπάρχει χώρος για κανένα λαϊκό narodniki! Η πάλη των τάξεων αναπτύσσεται ‘από τις (προκείμενες) προϋποθέσεις, που υπάρχουν εδώ και τώρα’ κι όχι κάτω από διαφορετικές περιστάσεις: οι ταξικές σχέσεις είναι θεμελιωμένες πάνω σε τέτοιους ιστορικούς προσδιορισμούς (ιστορικός ντετερμινισμός) και πάνω στη νέα παραγωγή των υποκειμενικότητων (και των αφεντικών και των εργατών μαζί).
Πρώτα, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι δεν υπάρχει πια τίποτε ‘έξω’ από αυτό το πλαίσιο κι ότι οι αγώνες (όχι μόνον οι αγώνες, αλλά ουσιαστικά και τα υποκείμενα των αγώνων) βρίσκονται τώρα πλήρως ‘μέσα.’ Δεν υπάρχει πλέον οποιαδήποτε εμφάνιση της ‘χρηστικής αξίας’ ή καμιά σκέψη γι’ αυτήν. Είμαστε πλήρως βυθισμένοι μέσα στον κόσμο της ‘ανταλλακτικής αξίας’ και μέσα στην ωμή κι άγρια πραγματικότητά της.
Ο ιστορικός υλισμός εξηγεί πώς και γιατί η ανταλλακτική αξία είναι τόσο κεντρική για την πάλη των τάξεων: ‘Στην αστική κοινωνία, ο εργάτης, π.χ., στέκεται καθαρά χωρίς καμιά αντικειμενική υπόσταση. Αλλά αυτό, που στέκεται απέναντί του, έχει τώρα γίνει η αληθινή κοινότητα (das wahre Gemeinwesen),’ την οποία το προλεταριάτο ‘προσπαθεί να καταβροχθίσει κι η οποία όμως, ταυτόχρονα, η ίδια το καταβροχθίζει’ (Μαρξ, Grundrisse, Notebook V, εκδ. Pelican, σελ. 496). Ναι, αλλά σ’ αυτήν την αμφίδρομη ιδιοποίηση –των καπιταλιστών και των εργατών– το κεφάλαιο, οπωσδήποτε, εμφανίζεται σαν μια σχέση. Ο κομουνισμός αρχίζει να σχηματίζεται, όταν το προλεταριάτο θέτει ως αντικειμενικό σκοπό του την επανάκτηση της Gemeinwesen, της κοινότητας, τη μετατροπή της στην κατάσταση μιας νέας κοινωνίας.
Επομένως, η ανταλλακτική αξία είναι πολύ σημαντική, είναι η κοινή κοινωνική πραγματικότητα, που είναι δομημένη κι εξασφαλισμένη έτσι ώστε να μην μπορεί να εντοπισθεί μέσα στην απλή κυκλοφορία της εργασίας, του χρήματος και του κεφάλαιου ακόμη. Είναι μια υπεραξία, που μετατρέπεται σε κέρδος, σε συσσωρευμένο κέρδος, σ’ ενοίκιο από γη κι ακίνητα, σε σταθερό κεφάλαιο, σε χρηματο-οικονομικούς πόρους, σε συσσώρευση πρωτογενών πηγών, σε μηχανές και μηχανισμούς παραγωγικών διαδικασιών στη γη, που στη συνέχεια εκτοξεύονται στο διάστημα, σε δίκτυα επικοινωνιών –και τελικά κι ιδιαίτερα– σε χρήμα, που αποτελεί το μεγάλο κοινό παράδειγμα: ‘(Το χρήμα) είναι το ίδιο μια κοινότητα (Gemeinwesen) και δεν μπορεί να ανεχθεί τίποτε άλλο, που να στέκεται από πάνω του’ (Μαρξ, Grundrisse, Notebook II, σελ. 223). Εδώ βρίσκεται ο ιστορικός προσδιορισμός. Η ανταλλακτική αξία ήδη δίδεται σε μια κοινή μορφή. Σαν Gemeinwesen. Είναι εδώ, είναι ο ίδιος ο κόσμος, δεν υπάρχει τίποτε άλλο ή αλλού, τίποτε έξω.
Πάρτε, π.χ., το παράδειγμα των δημοσιονομικών: ποιος θα φανταζόταν ότι μπορεί να κάνει κάτι χωρίς χρήμα σ’ οποιαδήποτε δημοσιονομική μορφή; Το χρήμα έχει γίνει η κοινή γη, όπου κάποτε βρισκόταν η Heimat (η πατρική γη), η αρμονική συνύπαρξη των πληθυσμών στο τέλος της ‘Γοτθικής περιόδου,’ όταν τα υπάρχοντα ήταν διαρθρωμένα σαν κοινά εδάφη (commons). Εκείνα τα κοινά εδάφη κι εκείνη η γη είναι τώρα η ανταλλακτική αξία στα χέρια των καπιταλιστών. Αν τώρα θέλουμε να πάρουμε πίσω αυτή τη γη, πρέπει να την επανακτήσουμε μέσα στις συνθήκες, που τη βρίσκουμε: στην κορυφή της καπιταλιστικής ιδιοποίησης, λερωμένη από την ανταλλακτική αξία. Χωρίς καμία αυταπάτη καθαρότητας ή αθωότητας.
Όταν ο Σπινόζα έλεγε ότι στο Εβραϊκό κράτος το έτος του ιωβηλαίου όλα τα χρέη παραγράφονταν κι η ισότητα των πολιτών αποκατασταινόταν ή όταν ο Μακιαβέλι επέμενε για το γεγονός ότι η αγροτική νομοθεσία έδινε νέα ζωή στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, επειδή η επανάκτηση των γαιών από τους πλήβειους ταυτόχρονα αναζωογονούσε και τη δημοκρατική διαδικασία, κι οι δυο τους εξακολουθούσαν να πιστεύουν στην πλάνη ότι είναι δυνατή η επιστροφή στη φύση και τη δημοκρατία (Niccolo Machiavelli, Discourse on Livy, Βιβλίο I, Κεφάλαιο 27, London: Penguin, σελ. 99. Benedict de Spinoza, A Theological-Political Treatise, Κεφάλαιο XVII, σελ. 230). Αλλά για μας, το γεγονός ότι είμαστε αποφασισμένοι για την απελευθέρωση της εργατικής δύναμης κι ότι είμαστε κομουνιστές απαιτεί την επανοικειοποίηση μιας κοινής πραγματικότητας, που δεν είναι ούτε πρωτότυπη, ούτε δημοκρατικά επιθυμητή, αλλά μάλλον κάτι που στέκεται απέναντί μας σαν εξουσία, το οποίο ήδη το έχουμε αναπαραγάγει με κόπο κι αίμα.
Αλλά ας μην αποθαρρυνόμαστε. Όπως μας δίδαξε ο Γκράμσι με την ανάγνωσή του της πάλης των τάξεων, ο ιστορικός υλισμός προτείνει μια μέθοδο κατανόησης της συνεχούς μεταμόρφωσης ή καλύτερα της ανθρωπολογίας του χαρακτήρα του εργάτη μέσα από τις διαφορετικές εμπειρίες των προλεταριακών χρήσεων των τεχνολογιών και της καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης.
Αυτό θέτει ένα νέο ερώτημα, γιατί, καθώς ο εργάτης αλλάζει μέσα από τους αγώνες του, επιβάλλει στο κεφάλαιο μια πραγματική μεταμόρφωση. Αν υπάρχουν εποχές ή κύκλοι αγώνων, η οντολογική τους συνοχή μετράται ως προς αυτή την ανθρωπολογική βάση. Καμιά φύση ή ταυτότητα ή φύλο ή φυλή δεν μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή την κίνηση των μετασχηματισμών και των ιστορικών μεταμορφώσεων της σχέσης μεταξύ κεφάλαιου κι εργατών. Τα πλήθη σχηματίζονται και διαρκώς αναδιαμορφώνονται μέσα από αυτή τη δυναμική. Το ίδιο ισχύει και με τον ορισμό του χρόνου στην πάλη των τάξεων. Όταν η πάλη των τάξεων εμφανίζεται σαν η παραγωγή κι ο μετασχηματισμός της υποκειμενικότητας, η επαναστατική διαδικασία παίρνει μια μακροπρόθεσμη χρονικότητα, μια οντολογική συσσώρευση της αντι-εξουσίας, τον ‘οπτιμισμό’ των υλικών δυνάμεων του προλεταριακού ‘λόγου,’ την επιθυμία που γίνεται αλληλεγγύη, την αγάπη που είναι πάντοτε ορθολογική κι, ακολουθώντας τον Σπινόζα, το σχετικό ‘πεσιμισμό της θέλησης.’ ‘Προσοχή!’ έλεγε, όταν τα πάθη ευαισθητοποιούνται για την οικοδόμηση των πολιτικών δομών της ελευθερίας. Οδηγός μας δεν είναι η τυχαία ανάδυση των εξεγέρσεων, εκείνων των θεϊκών αναλαμπών της ελπίδας, που μπορεί να σμιλεύει τα μονοπάτια του φωτός μέσα στη νύχτα, αλλά η σταθερή κι η κριτική προσπάθεια και το έργο της οργάνωσης, το υπολογισμένο ρίσκο της εξέγερσης. Η φιλοσοφική φαντασία μπορεί να χρωματίσει το πραγματικό, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την προσπάθεια της ιστορικής εξέλιξης: το συμβάν πάντοτε είναι ένα αποτέλεσμα, ποτέ ένα εναρκτήριο σημείο.
2) Το να είμαστε κομουνιστές σημαίνει ότι είμαστε εναντίον του κράτους. Το κράτος είναι η δύναμη που οργανώνει, πάντοτε με κανονικό τρόπο, αλλά πάντοτε και κατ’ εξαίρεση, τις σχέσεις που συγκροτούν το κεφάλαιο και τιθασεύουν τις συγκρούσεις μεταξύ των καπιταλιστών και της προλεταριακής εργατικής δύναμης. Η αντίθεση στο κράτος στοχεύει εναντίον όλων των τρόπων οργάνωσης της ιδιωτικής περιουσίας και της ιδιωτικής κυριότητας των μέσων παραγωγής, όπως και της ιδιωτικής εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και του ιδιωτικού έλεγχου της κυκλοφορίας του κεφάλαιου. Αλλά, ταυτόχρονα, είναι και μια αντίθεση εναντίον του δημόσιου, δηλαδή, εναντίον των κρατικών και των εθνικών δομών όλων αυτών των διεργασιών αλλοτρίωσης της δύναμης (potenza) της εργασίας.
Το να είμαστε κομουνιστές συνεπάγεται την αναγνώριση του γεγονότος ότι το δημόσιο αποτελεί μια μορφή αλλοτρίωσης κι εκμετάλλευσης της εργασίας –της κοινής εργασίας, στην περίπτωσή μας. Επομένως, τι είναι το δημόσιο; Όπως ο μεγάλος Ρουσσώ έχει πει, το δημόσιο είναι ο εχθρός της ιδιωτικής περιουσίας, αυτό που ‘ανήκει (σαν τέτοιο) σε κανέναν’ (Jean-Jacques Rousseau, Second Discourse on the Origin of Inequality). Από την άλλη μεριά, αποτελεί μόνο μια σοφιστεία η απόδοση στο δημόσιο εκείνων των πραγμάτων, που στην πραγματικότητα ανήκουν σ’ όλους. Το κράτος λεει: ‘Το κοινό δεν ανήκει σε σας, παρά το γεγονός ότι εσείς το δημιουργήσατε, το παραγάγατε από κοινού, το ανακαλύψατε και το οργανώσατε σαν κοινό.’ Η απαλλοτρίωση του κοινού από το κράτος, δηλαδή, η απαλλοτρίωση εκείνων των πραγμάτων, που όλοι μαζί παραγάγαμε κι ανήκουν σε μας, παίρνει την ονομασία του μάνατζμεντ ή της αντιπροσώπευσης ή της εκπροσώπευσης ... σύμφωνα με το αδυσώπητο κάλλος του κρατικού πραγματισμού.
Συνεπώς, ο κομουνισμός είναι ο εχθρός του σοσιαλισμού, γιατί ο σοσιαλισμός αποτελεί την κλασική μορφή αυτού του δεύτερου μοντέλου αλλοτρίωσης της προλεταριακής δύναμης (potenza), η οποία, επιπρόσθετα, απαιτεί μια διαστρεβλωμένη οργάνωση της παραγωγής της υποκειμενικότητάς του. Οι διαστροφές του ‘πραγματικού σοσιαλισμού’ έχουν εξουδετερώσει έναν αιώνα ταξικής πάλης κι έχουν διαλύσει όλες τις πλάνες της φιλοσοφίας της ιστορίας. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς ο ‘πραγματικός σοσιαλισμός,’ παρά την ανάληψη μαζικών διαδικασιών κολεκτιβοποίησης, ποτέ δεν είχε αμφισβητήσει τους κανόνες των διοικητικών ελέγχων, είτε ήσαν δικαστικοί ή πολιτικοί ή αναφέρονταν στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Η θεσμική δομή του σοσιαλισμού κι οι πολιτικές πολώσεις του παραγόντουσαν από μια ιδεολογία, η οποία αντιπαρέθετε αυθαίρετα το ιδιωτικό στο δημόσιο –ενώ αυτά, σύμφωνα με τον Ρουσσώ, αλληλεπικαλύπτονται μεταξύ τους– και καθαγίαζε μια κυρίαρχη τάξη, της οποίας οι λειτουργίες ελέγχου αναπαραγάγανε εκείνες της καπιταλιστικής ελίτ, ενώ ισχυριζότανε ότι αποτελούσαν τις αυτο-εκλεγμένες ‘πρωτοπορίες’!
Το να είμαστε εναντίον του κράτους σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ότι εκφράζουμε την επιθυμία κι έχουμε την ικανότητα να διαχειριστούμε ολόκληρο το σύστημα της παραγωγής, συμπεριλαμβανόμενου και του καταμερισμού της εργασίας και της συσσώρευσης κι αναδιανομής του πλούτου, μ’ έναν ριζοσπαστικά δημοκρατικό τρόπο –σαν ‘δημοκρατία για όλους.’ Εδώ αξίζει να δώσουμε κάποιους νέους ορισμούς. Ο ιστορικός υλισμός είναι επίσης ένας ‘εμμενισμός (immanentism) της υποκειμενικότητας.’ Λεει ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτε ‘έξω’ από τον κόσμο που ζούμε, αλλά επίσης ότι, ‘μέσα’ σ’ αυτόν τον κόσμο, οι εργάτες, οι πολίτες κι όλα τα υποκείμενα αποτελούν τα συνεχώς παρόντα στοιχεία μιας ιδιότυπης (singular) αντίστασης και τις στιγμές της οικοδόμησης μιας διαφορετικής μορφής ενός κοινού τρόπου ζωής.
Τα στοιχεία αυτά είναι παρόντα ακόμη κι όταν ασφυκτιούμε μέσα στις θλιβερότερες και ζοφερότερες ιστορικές ανάπαυλες. Το πλήθος είναι μια ταξική έννοια κι οι μοναδικότητες (singularities), που το απαρτίζουν, αποτελούν πάντοτε τους πυρήνες της αντίστασης εναντίον της σχέσης της υποταγής που επιβάλλει το κεφάλαιο. Το μοναδικό (singular) άτομο υπακούει, γιατί πρέπει να το κάνει και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, αλλά όμως πάντοτε αντιστέκεται, εκεί, μέσα στη σχέση εξουσίας. Το σπάσιμο αυτής της σχέσης είναι πάντοτε μια δυνατότητα, το ίδιο όπως κι η διατήρηση της σχέσης του ελέγχου. Εδώ, έξω απ’ οποιαδήποτε φιλοσοφία της ιστορίας, μέσα σ’ αυτήν την κοινή φαινομενολογία, μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο κεντρικές κι ουσιαστικές είναι η ενδεχόμενη αγανάκτηση εναντίον της εξουσίας, της τάξης της (order) και των λοιδοριών της, όπως κι η άρνηση της μισθωτής εργασίας (και/ή της εργασίας για τον τερματισμό της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας), για τη διαμόρφωση ενός άλλου κοινωνικού μοντέλου και στον βαθμό που στοχεύουν προς την παρούσα δυνητικότητα (ή τη δυνητική παρουσία) μιας διαφορετικής τάξης (order), μιας άλλης προοπτικής της ζωής. Όλα αυτά ωθούν στη ρήξη κι αυτό μπορούν να το κάνουν, γιατί η ρήξη είναι πάντοτε δυνατή να πραγματοποιηθεί ή καλύτερα είναι αναγκαία (και θα επιστρέψουμε πιο κάτω στα χαρακτηριστικά αυτής της ρήξης). Επομένως, μπορεί να υπάρξει η επανάσταση.
Η επιμονή στην αγανάκτηση, την άρνηση και την εξέγερση πρέπει να μπορεί να μεταφρασθεί σε μια συντακτική δύναμη (constituent power). Οι αγώνες εναντίον του κράτους κι εναντίον όλων των συνταγμάτων, που το οργανώνουν και το αναπαριστούν, πρέπει να περιέχουν επίσης και την ικανότητα παραγωγής μιας νέας δύναμης μέσω μιας νέας γνώσης. Ποτέ δεν μπορείτε να πιάσετε μια αστραπή με γυμνά χέρια, μόνο το πλήθος, η ιστορία της εξεγερμένης ταξικής πάλης, μπορεί να το κάνει. Όμως, η σχέση μεταξύ των ιστορικών περιστάσεων και της παραγωγής της υποκειμενικότητας αλλάζει συνεχώς. Όπως έχουμε πει πιο πάνω, το γεγονός αυτό ανήκει στη σφαίρα της ανάπτυξης μιας τέτοιας συνεχούς μεταμόρφωσης της ανθρωπολογίας του εργάτη. Η τεχνική σύνθεση της εργατικής δύναμης βρίσκεται σε συνεχή κίνηση κι αντιστοιχεί σε μια πάντοτε επαρκή, αλλά διαφοροποιημένη, παραγωγή της υποκειμενικότητας. Είναι η πολιτική σύνθεση, που πρέπει να βρει τις συγκεκριμένες μορφές έκφρασης κι επιθυμίας για την επανάσταση μέσα στις τρέχουσες περιστάσεις της.
Η παραγωγή της υποκειμενικότητας και της νέας πολιτικής σύνθεσης μπορεί επίσης να προβλέψει τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, μέσα στις οποίες οικοδομείται η επαναστατική διαδικασία, αλλά υπάρχει πάντοτε μια διαλεκτική σύνδεση μεταξύ του υλικού προσδιορισμού και της επαναστατικής έντασης της συλλογικής επιθυμίας: σαν ένα λαστιχάκι, που μπορεί να τιναχθεί, παραμένοντας το ίδιο. Όπως έλεγε ο Λένιν, η δυαδική εξουσία είναι πάντοτε βραχύβια, η δύναμη της εξέγερσης πρέπει να συγκρατεί το χρόνο της ιστορίας, για να κάνει μια υποκειμενική πρόβλεψη (την προώθηση της υποκειμενικότητας). Η συντακτική δύναμη είναι το κλειδί για την πρόβλεψη και την πραγματοποίηση της επαναστατικής θέλησης εναντίον του κράτους.
Στην παραδοσιακή θεωρία του κράτους, η αναρχία κι η δικτατορία θεωρούνται τα δυο αντίθετα άκρα όλων των δυνατών μορφών κυριαρχίας, αλλά, όταν μιλάμε για την κομουνιστική δημοκρατία εναντίον του κράτους, δεν το κάνουμε στη βάση κάποιας ενδεχόμενης μεσολάβησης μεταξύ αναρχίας και δικτατορίας, εντελώς το αντίθετο. Προτείνουμε την υπέρβαση αυτού του διλήμματος, επειδή στον επαναστατικό αγώνα όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτε έξω απ’ αυτόν, αλλά και το εσωτερικό του, που αυτός ο ίδιος ο αγώνας ορίζει, το μόνο που γνωρίζει είναι μια ανατρεπτική δύναμη, δηλαδή, το ‘από τα κάτω,’ που αντιτίθεται στο ‘από τα πάνω’ της εξουσίας. Η ύπαρξη του κομουνισμού πραγματοποιείται απ’ αυτό το ‘από τα κάτω,’ από τη μετατροπή των συντακτικών επιθυμιών σ’ εκφράσεις δύναμης κι εναλλακτικών περιεχόμενων. Επομένως, μπορεί επίσης να υπάρξει μια επανάσταση, όπως δίδασκε ο Γκράμσι, κι ‘εναντίον του Das Kapital.’
3) Το να είμαστε κομουνιστές σημαίνει ότι οικοδομούμε ένα νέο κόσμο, στον οποίον εξαλείφεται η εκμετάλλευση του κεφάλαιου κι η υποταγή στο κράτος. Ξεκινώντας από τις παρούσες περιστάσεις, εντελώς ρεαλιστικά, από τους ιστορικούς προσδιορισμούς, που χαρακτηρίζουν τις τρέχουσες συνθήκες, πώς μπορούμε να κινηθούμε προς τα μπρος, προς την πραγματοποίηση του κομουνισμού;
Πρώτα απ’ όλα, ας πούμε ότι αυτός ο ντετερμινισμός μπορεί να σπάσει και να ξεπερασθεί μόνο με την δόμηση μιας δύναμης, που είναι ανώτερη απ’ εκείνη της εξουσίας. Αλλά πώς το κάνουμε αυτό; Όπως είπαμε, η πολιτική ρήξη φαίνεται να είναι αναγκαία, όταν η απογοήτευση, η άρνηση, η αντίσταση κι οι αγώνες έχουν παραγάγει μια συντακτική δύναμη, που θέλει να αυτοπραγματοποιηθεί. Μόνο με τη δύναμη μπορεί να γίνει αυτή η κίνηση προς τα μπρος, να γίνει εφικτή η συντακτική ρήξη. Από απεργίες, βιομηχανικό σαμποτάζ, διάλυση και πειρατεία των συστημάτων κυριαρχίας και τη φυγή των μεταναστών μέχρι ταραχές, εξεγέρσεις και τους συγκεκριμένους σχηματισμούς της εναλλακτικής δύναμης: αυτά είναι τα πρώτα αναγνωρίσιμα σχήματα της συλλογικής επαναστατικής θέλησης.
Η κίνηση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας –η κομουνιστική φαντασία υπερυψώνεται τη στιγμή της ρήξης. Καλύτεροι μισθοί απέναντι στην εκμετάλλευση της εργασίας, καθολικό εισόδημα απέναντι στην οικονομική κρίση, δημοκρατία για όλους απέναντι στη δικτατορία: αυτές είναι οι εκβάσεις μιας ιστορίας, που παράγει τη συντακτική δύναμη. Αλλά αυτά δεν αρκούν. Ακόμη κι αν τα αίτια είναι ανεπαρκή, δεν καθίστανται λιγότερο αναγκαία, λιγότερο εκ των ουκ άνευ (sine qua non). Δεν αρκούν, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επανάσταση χωρίς οργάνωση, ακριβώς όπως η εξύμνηση του συμβάντος δεν αρκεί, όπως η προσφυγή στο μύθο ή η μυστικιστική αναφορά στη γυμνότητα των σωμάτων, στο όριο της φτώχειας, που αντιτάσσεται στην πανταχού παρουσία της καταπίεσης –τίποτε απ’ αυτά δεν αρκεί, γιατί ακόμη δεν υπάρχει κανένας ορθολογικός σχεδιασμός, που να επενδύει και να συμπεριλαμβάνει τα κινήματα της ρήξης με τη δύναμη της οργάνωσης.
Όπως έγραφε ο Σπινόζα, “Cupiditas, quae ex ratione oritur, excessum habere nequit” (Η επιθυμία, που πηγάζει από το λόγο, δεν μπορεί να είναι πλεοναστική) (Spinoza, Ethics, Μέρος IV, Πρόταση LXI, Dover Publications, 1959, σελ. 229), κάτι το οποίο, επομένως, απαγορεύει τον οποιοδήποτε ορισμό της επιθυμίας, που σταματά από μόνη της (που αυτολογοκρίνεται) σε κάποια (δήθεν αντικειμενικά) όρια. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, όταν συλλογιζόμαστε και πειραματιζόμαστε πάνω σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν λειτουργεί καμιά τελεολογία ή φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά μόνο μια συλλογική επιθυμία, που οικοδομεί, με τη δύναμη, την οργανωμένη υπεραξία της μέσα από ολόκληρη την τυχαία διαδικασία των αγώνων: την υπεραξία του κομουνισμού σε σχέση με την ανιαρή επανάληψη της ιστορίας της εκμετάλλευσης. Μ’ αυτή την έννοια, ο κομουνισμός βρίσκεται πιο κοντά σε μας σήμερα (κάτι που δεν σημαίνει όμως ότι μας περιμένει στη γωνία), γιατί η υπεραξία, που εξάγεται από την εργατική δύναμη –καθώς αυτή μεταβάλλεται δια μέσου της γνωσιακής μεταμόρφωσης– μπορεί μόνο με δυσκολία να μεταφρασθεί και να μετατραπεί σ’ εκείνη την υπεραξία, που ο καπιταλισμός ξέρει να οργανώνει σε κέρδος. Η γνωσιακή εργασία είναι εντελώς δύσπεπτη για τον καπιταλισμό. Όμως, όπως ορισμένοι μας λένε, δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις για να ισχυριστούμε ότι η σχέση μεταξύ του υποκειμενικού πλεονάσματος και του κομουνιστικού σχέδιου εκφράζεται μέσα από κινήματα ανατροπής κι εξέγερσης του πλήθους. Αυτό αληθεύει. Αλλά θα απαντούσαμε ότι ο ιστορικός υλισμός κι η εμμένεια (immanence) του επαναστατικού σχέδιου καταδεικνύουν ένα υποκείμενο, που στρέφεται εναντίον του κεφάλαιου, κι ένα πλήθος μοναδικότητων (singularities), που οργανώνεται μέσα στην αντικαπιταλιστική δύναμη (forza), όχι τυπικά, σαν κόμμα ή ώριμη κι ολοκληρωμένη οργάνωση, αλλά, δυνάμει της υπόστασής του, σαν αντίσταση, που είναι τόσο πιο ισχυρή και καλύτερα διαρθρωμένη, όσο πιο πολύ το ίδιο το πλήθος αποτελεί ένα σύνολο ιδιότυπων (singular) θεσμών. Το τελευταίο συμπεριλαμβάνει μορφές ζωής, αγώνες, οικονομικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις, απεργίες, τη ρήξη με τις κοινωνικές διαδικασίες της εκμετάλλευσης, εμπειρίες επανάκτησης και κόμβους αντίστασης. Άλλοτε αυτά κερδίζουν σε μεγάλες συγκρούσεις πάνω σε θέματα, που είναι κεντρικά για την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας, ενώ άλλοτε χάνουν, μολονότι πάντοτε διατηρούν τα επίπεδα των ανταγωνισμών μ’ ένα τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να λειτουργούν σαν υπολείμματα για νέους τρόπους διαδικασιών υποκειμενικοποίησης.
Το πλήθος είναι μια ομάδα θεσμών, που παίρνει διαφορετικές πολιτικές συνθέσεις με την πάροδο του χρόνου και σε σχέση με τις αποχρώσεις και τις μεταστροφές των σχέσεων εξουσίας. Είναι κάτι περισσότερο από τα στοιχεία της τεχνικής σύνθεσης του προλεταριάτου, όπως και περισσότερο από τις τυχαίες και/ή συγκυριακές οργανώσεις των καταπιεζόμενων: είναι οι πραγματικές στιγμές της πολιτικής ανασύνθεσης κι οι θρόμβοι της ανατρεπτικής παραγωγής της κομουνιστικής υποκειμενικότητας. Cupiditates! (Πάθη, επιθυμίες!) Οι στιγμές του είναι οι διαφορετικές και διαφοροποιημένες σχέσεις μεταξύ των εκφράσεων μιας επιθυμίας χειραφέτησης (της μισθωτής εργασίας, των κοινωνικών κινημάτων, των πολιτικών εκφράσεων) και της απαίτησης για πολιτικές και/ή οικονομικές μεταρρυθμίσεις.
Από τη σκοπιά της σύγχρονης βιοπολιτικής κοινωνίας, η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης κι επανάστασης είναι διαφορετική από ό,τι στις βιομηχανικές κοινωνίες. Είναι ουσιαστικός ο μετασχηματισμός, που έχει παρέμβει και μπορεί εύκολα να επαληθευθεί με μια γενικευμένη ανάλυση των μεθόδων της διακυβέρνησης (governance) στην άσκηση της κυριαρχίας, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης εξασθένισης των κλασσικών μορφών διακυβέρνησης (government). Οι ροές, οι πιέσεις κι οι μεταβολές των σχέσεων διακυβέρνησης στις μετα-βιομηχανικές κοινωνίες καταδεικνύουν ένα νέο έδαφος, πάνω στο οποίο η πρόσκρουση κινημάτων και κυβερνήσεων ξετυλίγεται με εναλλασσόμενες εκβάσεις. Αλλά όλες τους πάντα φανερώνουν τον πολλαπλασιασμό των πλεονεκτημάτων για τους αγώνες και την οργάνωση των μεταρρυθμιστικών προτάσεων και των ανατρεπτικών εντάσεων, που μορφοποιούν και διαρθρώνουν εσωτερικά το πλήθος. Εδώ αρχίζουμε να αντικρίζουμε τους νέους θεσμούς του κοινού.
Η διαδικασία αυτή ενεργοποιείται από τα κάτω. Είναι μια κίνηση, η οποία επιβεβαιώνεται με δυναμικό τρόπο. Αντί για τη διαλεκτική, αυτό που την περιγράφει είναι η θέληση για κατάφαση. Δεν αποτελεί κάποια τελεολογία, εκτός αν καταλογίζουμε στην υλιστική θεωρία και την ανατρεπτική πράξη του Μακιαβέλι μια ηθική κι ιστορική τελεολογικότητα. Αντίθετα, το πλήθος είναι βυθισμένο μέσα σε μια διαδικασία μετάβασης, η οποία αρχίζει, όταν ‘το ένα διαιρείται σε δυο,’ όταν, όπως είπαμε πιο πάνω, είναι δύσκολη η μετατροπή της υπεραξιακής εργασίας του γνωσιακού προλεταριάτου σε κέρδος, οπότε το τελευταίο εμφανίζεται σαν μια επαναστατική υπεραξία (πλεόνασμα). Αντί για μετάβαση από μια φάση ή τρόπο παραγωγής σ’ έναν άλλο, πρόκειται για μια μεταβολή, η οποία ξετυλίγεται μέσα στο ίδιο το πλήθος, αποκαλύπτει και δρα πάνω στον ιστό, που συνδέει τις ανθρωπολογικές μεταμορφώσεις των υποκείμενων με τους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς κι, επομένως, και με τη δυνατότητα της κομουνιστικής χειραφέτησης. Η κοινωνία, στην οποία ζούμε, στην πραγματικότητα έχει πλήρως υπαχθεί στο κεφάλαιο. Ονομάζουμε αυτήν την κυριαρχία καπιταλιστική βιοεξουσία. Αλλά αν η βιοεξουσία αποτελεί το προϊόν της δραστηριότητας του κεφάλαιου, ακόμη κι όταν η ηγεμονία του είναι παγκόσμια, αυτή εξακολουθεί να βασίζεται σε μια σχέση: τη σχέση του κεφάλαιου, που είναι πάντοτε αντιφατική κι εν δυνάμει ανταγωνιστική, τοποθετημένη μέσα στην βιοπολιτική σφαίρα, όπου η ίδια η ζωή δοκιμάζεται μέσα στην εργασία κι η εξουσία επενδύει σ’ όλες τις πλευρές της. Αλλά ακόμη, όπου η αντίσταση είναι έκδηλη και το προλεταριάτο είναι παρόν σ’ όλα τα σχήματα, στα οποία πραγματοποιείται η κοινωνική εργασία. Όπου η δύναμη της γνωσιακής εργασίας εκφράζει το πλεόνασμα της υπεραξίας κι όπου σχηματίζεται το πλήθος. Το πλήθος αυτό δεν είναι αφοπλισμένο, γιατί όλες οι διαδικασίες, που το διαπερνούν, περιγράφουν επίσης και τις θεσμικές διαρθρώσεις του, όπως και τη συσσώρευση σ’ αυτό της αντίστασης και των υποκειμενικών αναδύσεων.
Όπως είπαμε, το πλήθος είναι ένα σύνολο από επιθυμίες και τροχιές αντίστασης, από αγώνες και συντακτική δύναμη. Προσθέτουμε ακόμη ότι είναι ένα σύνολο φτιαγμένο από θεσμούς. Ο κομουνισμός είναι δυνατός, γιατί ήδη υπάρχει σε μια μετάβαση, όχι σαν τέλος, αλλά σαν συνθήκη, είναι η ανάπτυξη των μοναδικότητων (singularities), ο πειραματισμός μιας τέτοιας κατασκευής και –μέσα στο σταθερό κύμα των σχέσεων εξουσίας– είναι μια ένταση, μια τάση και μια μεταμόρφωση.
4) Τι είναι η κομουνιστική ηθική; Όπως είδαμε, είναι η ηθική των αγώνων εναντίον του κράτους, γιατί κινείται από την αγανάκτηση για την υποταγή κι από την άρνηση της εκμετάλλευσης. Πάνω στον κόμβο της αγανάκτησης και της άρνησης βρίσκεται το δεύτερο στοιχείο του ορισμού της κομουνιστικής ηθικής, που είναι αυτό της μαχητικότητας (militance) και της κοινής κατασκευής των αγώνων εναντίον των αποκλεισμών και της φτώχειας, της αλλοτρίωσης και της εκμετάλλευσης.
Τα δυο αυτά στοιχεία (οι αγώνες κι η κοινή μαχητικότητα) ήδη ανοίγουν τον δρόμο πάνω σ’ ένα νέο επίπεδο: το επίπεδο ενός σύνολου μοναδικότητων (singularities), οι οποίες, παραιτούμενες από τη μοναξιά τους, δουλεύουν για να γίνουν ένα πλήθος –ένα πλήθος, που αναζητεί το κοινό πέρα από το ιδιωτικό. Σημαίνει αυτό ότι, έτσι, επιτυγχάνεται η δημοκρατία; Για σχεδόν τρεις αιώνες, αντιλαμβανόμασταν τη δημοκρατία σαν τη διαχείριση των δημόσιων αγαθών, την θεσμοποίηση της κρατικής ιδιοποίησης του κοινού. Αν σήμερα αναζητούμε πάλι τη δημοκρατία, χρειαζόμαστε να την ξανασκεφθούμε, ριζοσπαστικά πλέον, σαν την κοινή διαχείριση του κοινού. Μια τέτοια διαχείριση απαιτεί έναν επανορισμό του (κοσμοπολίτικου) χώρου και της (συντακτικής) χρονικότητας. Δεν πρόκειται πια για την περίπτωση του ορισμού μιας μορφής ενός κοινωνικού συμβόλαιου, σύμφωνα με το οποίο τα πάντα ανήκουν στον καθένα κι, επομένως, σε κανέναν: τα πάντα, καθώς παράγονται από τον καθένα, ανήκουν σ’ όλους.
Η μετατόπιση έχει να κάνει με το όνομα της οργάνωσης. Ολόκληρη η ιστορία των κομουνιστικών κινημάτων θεωρούσε το ζήτημα της οργάνωσης θεμελιώδους σημασίας, επειδή η οργάνωση αποτελεί μια συλλογική κατάσταση εναντίωσης, μια θεσμική αρχή κι, άρα, αυτή καθαυτή την ουσία της διαδικασίας της δόμησης του πλήθους. Τα γεγονότα της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού, οι κουλτούρες του ατομικισμού, η φυσική άρνηση της μοναξιάς των ανθρώπινων όντων, που γεννούνται και μεγαλώνουν μέσα στην κοινωνία, η αναγνώριση ότι η μοναξιά είναι θάνατος, φανερώνονται σαν η οργάνωση της αντίστασης εναντίον της νέας αναγωγής στη μοναξιά, την οποία, μέσα στα πλαίσια μιας ατομικιστικής ηθικής, επιχειρεί το κεφάλαιο να επιβάλλει και πάλι πάνω στα υποκείμενα.
Τα πρώτα τρία στοιχεία μιας κομουνιστικής ηθικής είναι: η επαναστατικότητα εναντίον του κράτους, η κοινή μαχητικότητα (militance) κι η παραγωγή των θεσμών. Ξεκάθαρα, όλα αυτά διαπερνώνται από δυο θεμελιώδη πάθη: το πάθος, που ωθεί από τη φυσική στέρηση και την οικονομική φτώχεια προς μια δύναμη της εργασίας και της επιστήμης, η οποία είναι απελευθερωμένη από την εξουσία του κεφάλαιου. Και το πάθος της αγάπης, που οδηγεί από την άρνηση της μοναξιάς προς την πολιτική συγκρότηση του κοινού (δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η θρησκεία, η αστική αισθητική κι οι ιδεολογίες του new age προσπαθούν να ανακτήσουν, να μπερδέψουν και να εξουδετερώσουν τα πάθη αυτά). Με την κοινή συσπείρωση, την ανάπτυξη νέων μορφών κοινής συνύπαρξης στην αντίσταση και την οργάνωση, ανακαλύπτεται η συντακτική δύναμη του κομουνισμού. Μια τέτοια έννοια συντακτικής δύναμης δεν έχει τίποτε να κάνει με τις συνταγματικές δομές, που οργανώνονται από το κεφάλαιο και το κράτος του. Από την άποψη αυτή, η δύναμη-potenza της εργατικής δύναμης-power, η ευρηματικότητα του πλήθους κι η συντακτική έκφραση του προλεταριάτου, από τη μια μεριά, και της καπιταλιστικής εξουσίας, της πειθαρχικής αλαζονείας της μπουρζουαζίας και του καταπιεστικού έργου του κράτους, από την άλλη μεριά, δεν έχουν καμιά αντιστοιχία μεταξύ τους. Επειδή η συντακτική ηθική του κομουνισμού διαπερνά βαθύτερα και διαποτίζει πληρέστερα την βιοπολιτική διάσταση της ιστορικής αναπαραγωγής και, καθώς η πάλη των τάξεων διαμορφώνει το ιστορικό ον, τώρα μπορεί αυτή να εξαπλωθεί μέσα στους προσδιορισμούς της εποχής μας πάνω σ’ ολόκληρο το σύνολο των βιοπολιτικών διαθετικότητων (dispositifs). Εδώ, η κομουνιστική ηθική αγγίζει το μεγάλο ζήτημα της ζωής (και του θάνατου) και παίρνει τον χαρακτήρα μιας αστείρευτης αξιοπρέπειας, όταν εμφανίζεται σαν η γενναιόδωρη και δημιουργική διάρθρωση της δύναμης (potenza) των φτωχών και της κοινής επιθυμίας για αγάπη, ισότητα κι αλληλεγγύη.
Έχουμε τώρα φθάσει στο σημείο, όπου αναδύεται και πάλι η ιδέα μιας πράξης της ‘χρηστικής αξίας.’ Αυτή η χρηστική αξία δεν βρίσκεται πλέον έξω αλλά μέσα στην ιστορία, που δημιουργείται από τους αγώνες. Δεν είναι πλέον μια ενθύμηση της φύσης ή η αντανάκλαση μιας προϋποτιθέμενης αρχής, ούτε μια χρονική στιγμή ή ένα συμβάν, που πέφτει στην αντίληψή μας, αλλά μια έκφραση, μια γλώσσα και μια πρακτική.
Τελικά, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί μια ταυτότητα, μια αντανάκλαση πάνω στους συγκεκριμένους χαρακτήρες, που υποτίθεται ότι συνιστούν το σημείο της παρεμβολής μέσα στο καθολικό, αλλά είναι μια ανάμειξη, μια κοινή, μια πληθική, μια υβριδική και μπάσταρδη κατασκευή, το ξεπέρασμα όλων όσων αλλιώς ήσαν γνωστά σαν ταυτότητες στους προηγούμενους σκοτεινούς αιώνες. Ο άνθρωπος, που αναδύεται από μια τέτοια ηθική, είναι ένας πολύχρωμος Ορφέας, μια πενία, την οποία η ιστορία μας επιστρέφει σαν πλούτο, παρά σαν αρχή, σαν επιθυμία υπέρβασης, παρά σαν μιζέρια. Αυτή είναι η νέα χρηστική αξία: το κοινό. Η ίδια η ύπαρξή μας σηματοδοτεί μια σειρά από κοινές συνθήκες, τις οποίες διαρκώς θέλουμε να χειραφετήσουμε αποσύροντάς τες από την καπιταλιστική αλλοτρίωση και τον έλεγχο του κράτους. Η χρηστική αξία είναι η μορφή της τεχνικής σύνθεσης της εργασίας, που αποκτήθηκε τελευταία, όπως επίσης κι η κοινή πολιτική διαθετικότητα (dispositif), που βρίσκεται στα θεμέλια των πρακτικών για τη συγκρότηση του κόσμου μέσα στην ιστορία. Η νέα χρηστική-αξία αποτελείται από εκείνες τις διαθετικότητες του κοινού, που ανοίγουν νέους δρόμους για την οργάνωση των αγώνων και των δυνάμεων καταστροφής της καπιταλιστικής εξουσίας κι εκς κι εκ
Περισσότερα... »
Επιστήμη και Γνώση:Αντιθέσεις και δυνατότητες της εποχής μας
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση“ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ για την ΑΝΑΤΡΟΠΗ”
Στη νέα “τρομοκρατική” φάση του παγκόσμιου συστήματος και εν μέσω μιας τεράστιας έκρηξης της τεχνολογίας και των επιστημονικών ανακαλύψεων, εμφανίζεται ένα νέο κύμα σκοταδισμού, ανορθολογισμού, αγνωστικισμού και παράδοσης σε μεταφυσικές αντιλήψεις και ερμηνίες του κόσμου. Πρόκειται για μια φάση, στην οποία δεν αναβαθμίζεται μόνο η ωμή βία, αλλά και ο ιδεολογικός πόλεμος του “εχθρού”. Κεντρικός είναι ο ρόλος της θρησκείας, που αποτελεί κύρια έκφραση της ταχύτατης εξάπλωσης του εθνικισμού και του ανορθολογισμού, εξάπλωση που αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του επιθετικού και αντιδραστικού ολοκληρωτικού καπιταλισμού στο ιδεολογικό επίπεδο. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης επιδιώκουν συνειδητά να δυναμώσουν το παγκόσμια κυρίαρχο νεοσυντηρητικό ρεύμα, σ’ ένα κλίμα αποδόμησης κάθε είδους κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Αδυνατώντας να ενσωματώσουν την εργατική τάξη και να προσφέρουν κάποιο θετικό κοινωνικό - πολιτικό όραμα προσπαθούν (επιτυχώς ως τώρα, κυρίως στις ΗΠΑ) να τη διασπάσουν και να προσεταιριστούν τα πιο χτυπημένα κομμάτια της με τους εσωτερικούς πολέμους των πολιτισμών (θρησκεία, αμβλώσεις, διδασκαλία του Δαρβίνου, εθνοτικές διαφορές, πατριωτισμός κλπ).
Εστιάζοντας στα ζητήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, η παραπάνω τάση εκφράζεται με την αναβάθμιση της αντιεπιστημονικής δεισιδαιμονίας στη θέση της ως τα χθες τεχνοκρατικής υπεραισιοδοξίας. Η υπόκλιση μπροστά στις δυνάμεις της σημερινής τεχνολογικής και επιστημονικής επανάστασης συνδυάζεται με μια άνοδο των μεταφυσικών ανησυχιών για την αλόγιστη χρήση τους.
Το εν λόγω ζήτημα, θεωρούμε, ότι απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στο πώς θα το προσεγγίσουμε, χωρίς να εγκλωβιστούμε στα δύο άκρα (που επί της ουσίας είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος): από τη μια στην αποθέωση της επιστήμης και της τεχνολογίας και από την άλλη στην πλήρη απόρριψή τους, υιοθετώντας εν τέλει μια αντιεπιστημονική και ανορθολογική τάση (που σημειωτέον έχει επηρεάσει τη σύγχρονη αριστερά). Ο κοινός παρονομαστής των δύο αυτών αντιλήψεων, δεν είναι άλλος από την άρνηση του κοινωνικού ανθρώπου ως απόλυτου μέτρου της προόδου.
Μιλώντας ειδικότερα για το χώρο του πανεπιστημίου, οι αντιλήψεις που αναπτύσσονται από τις διάφορες πολιτικές δυνάμεις για την επιστήμη κυμαίνονται από την αποδοχή του αστικού οικονομισμού - τεχνοκρατισμού ως και την πλήρη απαξίωση της επιστήμης και της γνώσης.
Καταρχήν, είναι απαραίτητες κάποιες διασαφηνίσεις. Η επιστημονική αλήθεια είναι προϊόν κοινωνικό και ως τέτοιο εκφράζει τις δυνατότητες και τις αντιθέσεις της δοσμένης κοινωνίας. Επομένως, το σχηματισμό μιας επιστήμης δε μπορούμε να τον δούμε έξω από την ιστορία: έξω από τους τεχνολογικούς, τους πολιτικούς και τους ιδεολογικούς όρους του. Με τη διαμόρφωσή της, η επιστημονική γνώση αποκτά τους δικούς της νόμους και μια σχετική αυτοτέλεια. Μέσα από το γίγνεσθαί της, ωστόσο, εκφράζονται οι αντιθέσειςτου κοινωνικού είναι. Η ιδεολογία διαποτίζει το σώμα της επιστήμης και η επιστήμη παράγει ιδεολογία. Έτσι, γίνονται δυνατές οι ιδεαλιστικές αποπλανήσεις, όχι μόνο στο χώρο της φιλοσοφίας, αλλά και στο χώρο των ειδικών επιστημών. Όπως δεν υπάρχει απόλυτη πλάνη, έτσι δεν υπάρχει και απόλυτη αλήθεια έξω από ιστορικούς προσδιορισμούς και δεσμεύσεις και έξω από ιδεολογικές καταβολές. Η εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης πραγματώνεται μέσα σε καθορισμένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν τόσο αυτό το γίγνεσθαι, όσο και την κατανόησή του. Η επιστήμη επαναστατικοποιεί την τεχνολογία, αλλά και οι επιδιώξεις της κυρίαρχης τάξης καθορίζουν την ανάπτυξη της επιστήμης. Η επιστήμη δεν είναι απλά ένας θεσμός δίπλα στην κοινωνία, αλλά μέσα στην κοινωνία. Αποτελεί μέρος των παραγωγικών της δυνάμεων, αλλά και του οικονομικού της εποικοδομήματος. Δεν είναι, λοιπόν, ουδέτερη ούτε στο οικονομικό - παραγωγικό ούτε και στο ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι, ενώ η επιστήμη διατυπώνει αλήθειες, δηλαδή προτάσεις που αντιστοιχούν στις δομές, στις σχέσεις και την κίνηση του πραγματικού, παράλληλα, η ιδεολογία επηρεάζει τις εννοιολογικές βάσεις, την κατανόηση και συχνά τη στρατηγική της έρευνας (ιδιαίτερα στις κοινωνικές επιστήμες που είναι επί τις ουσίας ταξικές).
Το σημαντικό είναι ότι δεν είναι η επιστήμη γενικά που δημιούργησε την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, αλλά είναι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή που καθορίζει τη συγκεκριμένη αστική επιστήμη. Επομένως, υπάρχει αλληλένδετη ιστορική εξέλιξη επιστήμης – τεχνολογιών - τρόπου παραγωγής και ο χαρακτήρας της παρούσας σχέσης τους καθορίζεται από την καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Μ’ αυτόν τον τρόπο, εξηγείται και η σημερινή αντιφατική τους σχέση: αφενός η επιστήμη αποτελεί στοιχείο εξέλιξης της γνώσης μας για τον κόσμο και αφετέρου όργανο ταξικών συμφερόντων. Οι Μαρξ και Ένγκελς, αντίθετα με τις κατηγορίες εναντίον τους για επιστημονισμό και σε διαπάλη με την τεχνοκρατική ιδεολογία της εποχής τους, δεν είδαν την ανάπτυξη του καπιταλισμού αφηρημένα ως “πρόοδο”, αλλά άσκησαν σκληρή κριτική σ’ αυτή. Αντίστοιχα, στο σήμερα, η κριτική μας στάση πρέπει να εκκινεί από το ότι η επιστήμη καταρχήν εξυπηρετεί τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά και αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία.
Ο ρόλος αυτός της επιστήμης, προφανώς έχει συγκεκριμένες συνέπειες στο περιεχόμενο, αλλά και στην κατεύθυνση της επιστήμης και της έρευνας (στοιχεία που διαφαίνονται και στην ανάλυση που προηγήθηκε για τη γνώση και την έρευνα στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο). Την ίδια στιγμή όμως, και παράλληλα μ’ αυτήν την κριτική, η επαναστατική αριστερά δεν πρέπει να αντιμετωπίσει με αμέλεια τη θεωρία και την επιστήμη, διότι μια τέτοια στάση οδηγεί τελικά στη μαζική επίδραση και κυριάρχηση τεχνοφοβικών και αγνωστικιστικών αντιλήψεων.
Έτσι, απαιτείται μια συνολική και διττή αντιμετώπιση του ζητήματος. Αφενός πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι στο ότι ο αστικός οικονομισμός - τεχνοκρατισμός εκφράζει την υστερική επιδίωξη ενός γερασμένου συστήματος να στραγγίξει και την τελευταία σταγόνα για την άνοδο της κερδοφορίας του με τη βοήθεια των νεότατων τεχνολογικών και επιστημονικών ανακαλύψεων. Από την άλλη όμως, δεν πρέπει να απολυτοποιείται ο ιδεολογικός καθορισμός και η αντιδραστική έως καταστροφική κοινωνική αξιοποίηση της επιστήμης από το κεφάλαιο και να σχετικοποιούνται τα όρια της άρνησης, η γνωστική της αξία και οι απελευθερωτικές κοινωνικές δυνατότητες που δημιουργεί για τον κόσμο της εργασίας. Άλλωστε, η επιστήμη δεν είναι κάποια αμετακίνητη γνώση, αλλά ένα γίγνεσθαι με τις αντιφάσεις του. Ειδικά το νέο δεν προκύπτει από το τίποτα, αλλά από το ήδη υπάρχον, σαν η άρνηση και η διαλεκτική κατάφασή του. Η γνώση προχωρεί ανοδικά και κάθε νέα περιοχή της γνώσης στηρίζεται στις προηγούμενες, που είναι αναγκαίες για την κατανόησή της.
Η προσπάθεια απάντησης στο αστικό - τεχνοκρατικό ρεύμα, που υποστηρίζει ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας μπορεί να ξεπεράσει οριστικά τα κρισιακά φαινόμενα του καπιταλισμού, δεν πρέπει να μας σπρώχνει στο ρεύμα της μικροαστικής τεχνοφοβίας και της αμυντικής οικολογικής ευαισθησίας, που αντιμετωπίζει εχθρικά και αντιδιαλεκτικά την επιστήμη και την τεχνολογία. Η απάντηση δεν είναι η υποτίμηση των αντιφατικών κατακτήσεων της ανθρώπινης πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και της ταξικής πάλης που τις διαμορφώνει. Μια τέτοια υποτίμηση οδηγεί στην άρνηση του ρόλου των παραγωγικών δυνάμεων και της σύγκρουσής τους με τις παραγωγικές σχέσεις.
Κατ’ επέκταση, η κριτική στο εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στις δομές οτυ πανεπιστημίου ή τα κυβερνητικά μέτρα, αλλά να επεκτείνεται και στο περιεχόμενο της παρεχόμενης γνώσης και έρευνας. Απαιτείται γι’ αυτό να επιδιώκει τη συνολική κριτική στο πρόγραμμα σπουδών και στην κατεύθυνση της έρευνας στα πανεπιστήμια, από τη σκοπιά της ιδιοποίησης της επιστήμης και της τεχνολογίας απ’ την εργατική τάξη και τη νεολαία, από τη σκοπιά της αλλαγής της κατεύθυνσής τους. Να θέσουμε την ανάγκη άλλου περιεχομένου: σύγχρονου, μεθοδικά ανεπτυγμένου, θεμελιωμένου ιστορικά για τις φυσικές επιστήμες στη θέση της στενής ειδίκευσης και του τεχνοκρατισμού. Παράλληλα, ριζική αλλαγή του περιεχομένου και εισαγωγή του επιστημονικού λόγου στις κοινωνικές επιστήμες και στη φιλοσοφία, αντί της θετικιστικής μεθοδολογίας και του εμπειρισμού με ταυτόχρονη απαλοιφή των αντιδραστικών και ιδεαλιστικών φλυαριών. Εν τέλει, σε συνδυασμό και αλληλοδιαπλοκή με τα παραπάνω, η μόνη εργατική - αντικαπιταλιστική απάντηση στη σημερινή κατάσταση είναι ο έλεγχος και η ιδιοποίηση της γνώσης και της έρευνας από την εργατική τάξη, μέσω της απαλλοτρίωσης της ατομικής ιδιοκτησίας και της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, αλλά και η επαναστατική σύνδεση εκπαίδευσης - παραγωγής, η έρευνα για τον επιστημονικό σχεδιασμό και την εκπλήρωση των εργατικών και κοινωνικών αναγκών και όχι η υποταγή της στην ανάγκη κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Πρέπει επιπλέον, να αναβαθμίσουμε την παρέμβασή μας στον τομέα του πολιτισμού και της θεωρίας. Η επαναστατική αντικαπιταλιστική αριστερά σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, καθώς και τα επιμέρους της μέτωπα (πχ ΕΑΑΚ), πρέπει να πρωτοστατεί στη διάδοση του εργατικού πολιτισμού και στη δημιουργία ενός μαζικού, υλιστικού ρεύματος που θα αντιπαλεύει την αστική ιδεολογία και τον ανταγωνιστικό, ατομικιστικό τρόπο ζωής, προβάλλοντας ως τρόπο ζωής τον πολιτισμό του αγώνα, της αλληλεγγύης και της συνεργασίας.
Εν κατακλείδι, όπως γράφει ο Ευτύχης Μπιτσάκης, «ο Μαρξισμός δεν είναι οικονομισμός, δεν αποβλέπει απλά στην αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων και σε μια δίκαιη διανομή των μισθών. Η αντικαπιταλιστική επανάσταση με κομμουνιστική κατεύθυνση, η Εργατική Δημοκρατία και τελικά ο κομμουνισμός, η συνεχής επανάσταση αποβλέπουν στο συνολικό μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων, καθώς και των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση. Κινούνται εναντίον του προηγούμενου τρόπου παραγωγικής δραστηριότητας, καταργούν τη μισθωτή εργασία, καταλύουν τη δεσποτεία όλων των τάξεων (και πάνω στη φύση), καταργώντας τις ίδιες τις τάξεις και κάθε μορφή κράτους. Ο μαρξισμός δεν είναι δόγμα μα καθοδήγηση για δράση, έλεγε εύστοχα ο Λένιν. Ο μαρξισμός απαιτεί από εμάς την επιστημονική θεμελίωση της πολιτικής στο σήμερα, σε μια εποχή όπου ο ανορθολογισμός, ο αγνωστικισμός και ο τεχνοκρατισμός κερδίζουν έδαφος.
Περισσότερα... »
ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ - ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωσημετάφραση: Τάκης Καναβάρος
Το κείμενο που ακολουθεί, με τίτλο «Έρευνες πάνω στον εθνικισμό και το ρατσισμό», είναι το σύνολο των εισηγήσεων του Ε. BALIBAR κατά τη διάρκεια ενός κύκλου 20 σεμιναρίων που πραγματοποιήθηκε στην Ecole Pratique des Hautes Etudes en Sciences Sociales (έτος 1987-88). Το κείμενο αποτελείται από 13 κεφάλαια, τα οποία συγκεντρώνουν, με τη μορφή κάποιων θέσεων υποθέσεων, τις βασικές ιδέες γύρω από τις οποίες οργανώθηκε η συζήτηση κατά τη διάρκεια των σεμιναρίων. Με αυτή την έννοια, το κείμενο δεν αποτελεί συμπύκνωση θέσεων ή συστηματοποίηση ερευνών γύρω από τη σχέση ρατσισμού εθνικισμού, αλλά περιγράφει, με τη μορφή προτάσεων για συζήτηση, τις διαστάσεις αυτού του σημαντικού πολιτικού και ιδεολογικού ζητήματος.
1. Δομή και συγκυρία
Ο ρατσισμός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο του οποίου οι μορφές έκφρασης, οι φορείς, τα αντικείμενα (ή θύματα) και τα αποτελέσματα εξαρτώνται και καθορίζονται από την εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Οι ποικίλες μορφές εμφάνισης και έκφρασης του ρατσισμού καθιστούν προβληματική τη χρησιμοποίηση μιας και μόνης κατηγορίας (ο ρατσισμός) για την περιγραφή αυτού του πολύπλοκου φαινομένου. Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο ρατσισμός πρέπει να αποφύγουμε να τον θεωρήσουμε ως μια ουσία διϊστορική ή ως έκφραση μιας άλλης «κρυμμένης» ουσίας (καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, εθνικισμός). Αντίθετα, είναι προφανές ότι ο σύγχρονος ρατσισμός δεν αποτελεί απλώς και μόνο ένα επεισόδιο ή μια επιβίωση παλαιών μορφών, αλλά ένα παγκόσμιο φαινόμενο με ιστορικές ρίζες, το οποίο αναπτύσσεται συνεχώς.
Πρόκειται για ένα «ψυχολογικό» φαινόμενο; Όχι, αν το θεωρήσουμε ως προκατάληψη ή ως παραλήρημα. Ναι, αν το - αναλύσουμε ως ιδεολογική δομή η οποία συγκροτεί «υποκείμενα» και «συμπεριφορές» (ατομικές ή και συλλογικές, συνειδητές ή και ασυνείδητες).
Ο ρατσισμός (οι διάφορες μορφές του) είναι πάντοτε μια κοινωνική σχέση που σχηματίζει ένα σύστημα αναπαραστάσεων, θεσμών και κινημάτων.
Αυτό το σύστημα αρθρώνεται με το σύστημα οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας, την πολιτική πάλη των τάξεων, τις μορφές του Κράτους - Έθνους, την αστική οικογένεια κ.τ.λ. Συνοπτικά: ο ρατσισμός, είναι μία κοινωνική σχέση η οποία σχηματίζει μία ιστορική ενότητα (αντιφατική) με άλλες κοινωνικές σχέσεις. Ο βασικός καθορισμός της σημερινής συγκυρίας είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «πέρασμα στην πράξη» δηλαδή μία τάση μετασχηματισμού του «θεσμικού» ρατσισμού (φυσιολογικά εγγεγραμμένου στις δομές του Σύγχρονου Κράτους) σε θεσμοποιημένο ρατσισμό (συγκρότηση ενός «ρατσιστικού» Κράτους μέσω ενός πολιτικού κινήματος ικανού να ηγεμονεύσει). Για να το πούμε με διαφορετικά λόγιας συλλογικοποίηση «ιδιωτικών» (ρατσιστικών) συμπεριφορών, αμοιβαία αναγνώριση μαζών θεσμών μέσω του ρατσισμού, σχηματισμός ενός διαταξικού consensus, «μετάφραση» των κοινωνικών προβλημάτων σε εθνικά προβλήματα. Στη σημερινή συγκυρία, παρατηρούμε την αποκρυστάλλωση των αποτελεσμάτων της κρίσης της μορφής Έθνος (που δεν αντιφάσκει με την γενίκευση αυτής της μορφής σε όλο τον πλανήτη) και του εργατικού κινήματος (που δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την επέκταση της προλεταριοποίησης ενώ παράλληλα αναδεικνύει τα στενά όρια του διεθνισμού). Στο έδαφος αυτής της διπλής κρίσης και των αποτελεσμάτων της γίνεται φανερό ότι μόνο η αποδιάρθρωση αυτού που θα ονομάζουμε «ρατσιστική» κοινότητα (communauté raciste) μπορεί να αποτελέσει διέξοδο από την σημερινή κρίση. Τα πολιτικά μέσα όμως για την αποδιάρθρωση της «ρατσιστικής» κοινότητας δεν έχουν ακόμη βρεθεί.
2. Οι μεταμορφώσεις της ρατσιστικής ιδεολογίας
Το ερώτημα που έχει τεθεί (στη Γαλλία και άλλες χώρες) είναι αν πρόκειται για ένα «νέο ρατσισμό», μη αναγώγιμο στους «επίσημους» ορισμούς που προτάθηκαν από την ιστορία, τη φιλοσοφία και την ανθρωπολογία μετά το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου και κατά τη διάρκεια της εποχής της αποαποικιοποίησης. Πράγματι, από τη δεκαετία του 60, παρατηρείται μία διαδικασία αντικατάστασης της ρατσιστικής ιδεολογίας που συγκροτείται με βάση τη βιολογική διαφορά από εκείνη που τείνει να «θεσμοποιήσει» την πολιτισμική διαφορά ως πυρήνα του σύγχρονου ρατσισμού.
Αυτή η μετατόπιση, δεν μπορεί να εμφανίζεται με τις ίδιες μορφές σε όλες τις χώρες, γιατί η κυρίαρχη μορφή της εθνικιστικής ιδεολογίας δεν είναι παντού η ίδια. (Στη Γαλλία, η τάση για αφομοίωση των πολιτισμικών διαφορών ήταν ανέκαθεν ισχυρότερη από την ιδεολογία της «βιολογικής» διαφοράς των λαών).
Επί πλέον, η μετατόπιση αυτή ποικίλει ανάλογα με τα «αντικείμενα» του ρατσισμούς ο αντισημιτισμός (θεολογικής προέλευσης ιδεολογία) είναι, με αυτή την έννοια, το χαρακτηριστικό παράδειγμα του «ρατσισμού χωρίς ράτσα». Τέλος, οι μεταλλάξεις του λόγου του ρατσισμού (που είναι δείκτες μετασχηματισμών της ιδεολογικής του δομής) δεν πρέπει να συγκαλύπτουν την αναπαραγωγή ορισμένων κοινωνικών πρακτικών, όπως η απομόνωση πληθυσμών και η κυριαρχία επ' αυτών, που αποτελούν «δομικά» χαρακτηριστικά του ρατσισμού. Στο μέτρο που οι παραπάνω προϋποθέσεις ισχύουν, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι από τη δεκαετία του 60 υπάρχει μια μετατόπιση της ρατσιστικής ιδεολογίας. Ακόμη και οι κοινωνιοβιολογικές θεωρίες τείνουν περισσότερο να θεσμοποιήσουν τις πολιτισμικές διαφορές ως πυρήνα της σύγχρονης ρατσιστικής ιδεολογίας, παρά να θεμελιώσουν τη διαίρεση της ανθρωπότητας με βάση μια ψευτοεπιστήμη των «φυλών». Κάτω από αυτό το πρίσμα ο «διαλογικός» ρατσισμός του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα (κοινωνικός Δαρβινισμός) βρίσκεται σε υποχώρηση. Ο «βιολογικός» ρατσισμός είναι η έκφραση της ιδεολογίας των κληρονομικών διαφορών και του σωματικού «φαντάσματος» (εγγραφή ψυχοκοινωνιολογικών χαρακτηριστικών στο ανθρώπινο σώμα). Αντίθετα, ο «κουλτουραλιαμός» (culturalisme) (δηλ. η θεωρία των πολιτισμικών διαφορών) κατόρθωσε να συγκαλύψει επιφανειακά την ιδέα της ιεραρχίας, η οποία όμως παρουσιάζεται ως αναγκαία συνθήκη «ταξινόμησης» των διαφορετικών πολιτισμών (Bildung σε αντίθεση με την Kultur). Ο «επιστημονικός» ρατσισμός του 19ου αιώνα, ως εφαρμογή των «εξελικτιστικών» θεωριών (théories évolutionistes), βρίσκει τις ρίζες του στις πρώτες επεξεργασίες του «γενεαλογικού» σχήματος κατά την κλασική εποχή, (αυτές οι επεξεργασίες λαμβάνουν χώρα κατά την περίοδο της μετάβασης από τη «θεολογική» στη «φυσιοκρατική» ανθρωπολογία).
Ο σύγχρονος «νεορατσισμός» είναι ίσως ένα φαινόμενο μετάβασης προς το «μεταρατσισμό» (που είναι πάντα ένας ρατσισμός).
Το φαινόμενο αυτό αναπτύσσεται την εποχή της αποαποικιοποίησης και του αυξανόμενου ρόλου του σχολικού μηχανισμού στην αναπαραγωγή και νομιμοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Παράλληλα, ο «νεορατσισμός» οφείλει να προσαρμοστεί στη διεθνοποίηση των επικοινωνιών και της κυκλοφορίας της εργασιακής δύναμης, και στο μετασχηματισμό των «συνόρων» σε όργανα κοινωνικής προφύλαξης (η τρομοκρατία, το AIDS). Οι νέες «φυλές», στις σύγχρονες κοινωνίες, είναι, οι μετανάστες και οι «κοινωνικά αποκλεισμένοι». Σ' αυτές τις νέες κατηγορίες εφαρμόζονται πολιτικά και ανθρωπολογικά σχήματα αποκλεισμού τα οποία θεμελιώνονται στη βάση ενός τριπλού καθορισμού (ταξική καταγωγή, εθνική προέλευση, κοινωνική παθολογία).
Παράλληλα, μέσω αυτών των νέων κατηγοριών πραγματοποιείται αποτελεσματικά η καθημερινή ιδεολογική αναστροφή των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων. (Στη Γαλλία, οι περισσότεροι μετανάστες δεν είναι νομικά ξένοι, και κατά συνέπεια τα προβλήματα της μετανάστευσης είναι προβλήματα της γαλλικής κοινωνίας, a forriori στη Μ. Βρετανία).
3. Το «παράδοξο» γίγνεσθαι του ρατσισμού
Η ιστορία του ρατσισμού σε κάθε χώρα πρέπει να αναλύεται με αναδρομικό τρόπο, ως ένας συνδυασμός πολλών ιδεολογικών σχηματισμών οι οποίοι αναδιοργανώνονται συνεχώς, με τρόπο ώστε να συγκροτούν το πεδίο μιας «μνήμης» που χρησιμεύει για την ερμηνεία του παρόντος με βάση ένα απωθημένο ή εξιδανικευμένο παρελθόν (δεν είναι λοιπόν η φυλή που αποτελεί τη βιολογική μνήμη του είδους, αλλά είναι ο ρατσισμός που συνιστά μια ιδεολογική μνήμη των σύγχρονων κοινωνιών). Η αναφορά στο «παράδοξο» γίγνεσθαι του ρατσισμού σημαίνει ότι ο σύγχρονος ρατσισμός παραπέμπει σε γεγονότα (και όχι μόνο σε δομές) και στα ασυνείδητα ή συνειδητά ίχνη που άφησαν αυτά τα γεγονότα (στο πεδίο μιας συλλογικής μνήμης). Πρόκειται αφ' ενός για τα ίχνη του αντισημιτισμού και της κατάληξης του στο ναζισμό και αφ' ετέρου για τα ίχνη της αποικιοκρατίας και της «ελλιπούς» αποαποικιοποίησης.
Ο αντισημιτισμός δεν έχει πλέον μόνο τη παραδοσιακή «αντικαπιταλιστική» του λειτουργία με την οποία συναρθρώνεται η εξιδανίκευση της «χριστιανικής» Ευρώπης.
Παράλληλα, συγκροτεί το μοντέλο μιας οριστικής λύσης του προβλήματος «μετανάστης».
Η νεοαποικιοκρατία επανενεργοποιεί, σε διεθνή κλίμακα, ένα ιδεολογικό σχηματισμό ο οποίος παρουσιάστηκε στη Γαλλία μετά την Επανάσταση και τις Η.Π.Α. μετά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Πρόκειται για τη «νομιμοποίηση» των ανισοτήτων πέρα από την «τυπική» νομική ισότητα.
Τα ίχνη του αντισημιτισμού και της νεοαποικιοκρατίας συγκροτούν την αναπαράσταση της Δύσης ως εστίας του παγκόσμιου Πολιτισμού η οποία απειλείται από την επιστροφή ή την επιβίωση της «βαρβαρότητας» (που μπορεί να πάρει τη μορφή του επιθετικού καπιταλισμού των Αράδων ή των Ιαπώνων όπως επίσης και τη μορφή της «δημογραφικής» έκρηξης των εξαθλιωμένων πληθυσμών του Νότου).
4. Ο «ταξικός» ρατσισμός
Η πάλη των τάξεων και η πάλη των «φυλών» είναι δύο ανταγωνιστικά σχήματα της φιλοσοφίας της ιστορίας τα οποία συγκροτούνται όταν οι ιδεολογικές δομές της χριστιανικής φεουδαρχίας αντικαθίστανται από εκείνες του καπιταλισμού. Η αντικατάσταση των τάξεων από τις φυλές είναι συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική επέκταση και με την «εθνοποίηση» των κρατών. Αυτές οι δύο διαδικασίες συνεισφέρουν στην «εθνοποίηση» των σχέσεων κυριαρχίας. Οι πρώτες «φυλές» είναι οι τάξεις της περιόδου της μετάδοσης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Ήδη όμως, με την εμφάνιση της ισπανικής ιδεολογίας (idéologie espagnole) της «καθαρότητας» του αίματος, οι γενεαλογικοί, πολιτικοί και θεολογικοί καθορισμοί αυτής της ιδεολογίας είχαν ενσωματωθεί στο «εθνικιστικό» σύστημα αναπαραστάσεων και θεσμών.
Η «εθνοποίηση» του «ταξικού» ρατσισμού αναπαράγεται στη σύγχρονη εποχή έχοντας ως αντικείμενο (και στόχο) το προλεταριάτο. Στις αρχές του 19ου αιώνα συγκροτείται στην Ευρώπη μία κοινωνική ανθρωπολογία η οποία κατασκευάζει την έννοια «φυλή των εργατών» (race des ouvriers), θεμελιώνοντας παράλληλα μία σχέση αντιστοιχίας ανάμεσα στην οικονομική αθλιότητα, το βιολογικό εκφυλισμό και την τάση για εγκληματικότητα.
Αυτός ο ιδεολογικός σχηματισμός (ο οποίος «θεωρητικοποιήθηκε» από την Ιατρική, την Ψυχολογία και τη Στατιστική) παραπέμπει σε τρεις ιστορικές διαδικασίες.
α) Την πολιτική Δημοκρατία, δηλ. την πάλη των τάξεων για ισότητα, μετά τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση. (Οι εργαζόμενες τάξεις είναι «επικίνδυνες» τάξεις σύμφωνα με τον L. Chevalier).
β) Την παρουσίαση της χειρωνακτικής εργασίας ως του «ίδιου» χαρακτηριστικού της «φυλής» των εργατών. Αυτό πραγματοποιείται όχι μόνο με τη μορφή που υπήρχε στην αρχαιότητα (το σώμα του υπηρέτη και το πνεύμα του κυρίου) αλλά κυρίως με τη σύγχρονη μορφή που παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης εκμηχάνισης της παραγωγικής διαδικασίας (Taylor)ς Οι άνθρωποι σώματα (ή υποάνθρωποι) και οι υπεράνθρωποι της κυρίαρχης τάξης, που είναι (hommes sans corps) άνθρωποι «χωρίς σώμα» και ταυτόχρονα προικισμένοι με ένα «υπερσώμα» (σεξουαλικό και αθλητικό). γ)Την ανάπτυξη της ανθρωπονομίας (σύμφωνα με την έκφραση του D. Bertaux)ς Δημογραφικές τεχνικές και θεσμοί οικογενειακής και χωροταξικής σχεδιοποίησης συνδεδεμένοι με τις αντιφατικές αναγκαιότητες του καπιταλισμού. (Διατηρώντας ένα υπερπληθυσμό και «σταθεροποιώντας» την εργασιακή δύναμη μέσω της θεσμοποίησης μιας «κοινωνικής κληρονομικότητας» της εργατικής τάξης).
Οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών κατά τον 19ο και 20ο αιώνα (μετανάστευση και μετακινήσεις στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών) και η αποικιοκρατική επέκταση, θεσμοποιώντας στο εσωτερικό των εθνικών χώρων τα σύνορα μεταξύ των «αυθεντικά εθνικών» εργαζόμενων και των «ιθαγενών», επέτρεψαν τη μετατόπιση των «φυλετικών χαρακτηριστικών».
Αφ' ενός, η εργατική τάξη «εθνοποιήθηκε» και μετασχηματίστηκε σε ενεργό παράγοντα της πολιτικής μέσω του θεσμού της καθολικής ψηφοφορίας και του Κράτους Πρόνοιας. Αφ' ετέρου, ο μετανάστης και ο «ιθαγενής» εργαζόμενος στις αποικίες συγκροτούν τη νέα «φυλή των εργατών». Με αυτόν τον τρόπο μεγιστοποιείται η ταύτιση ανάμεσα στην εθνική ταυτότητα και την ταξική προέλευση.
Αυτή η μετατόπιση παίζει αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία ενός σχίσματος στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, αλλά δεν ακυρώνει τον «ταξικό» ρατσισμό (και κυρίως την παρουσίαση της χειρωνακτικής εργασίας ως χαρακτηριστικού της «φυλής» των εργατών). Ο «ταξικός» ρατσισμός ως φαινόμενο, επιτρέπει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι η ίδια η εργατική τάξη αυτοπαρουσιάζεται ως «φυλή» (απαντώντας στο «ταξικό» ρατσισμό) αποδίδοντας μια γενεαλογική συνιστώσα στην ταξική της προέλευση και εξιδανικεύοντας τη χειρωνακτική εργασία, η οποία εμφανίζεται ως «αρρενωπή» εργασία. Παράλληλα, αυτό το υποσύνολο της εργατικής ιδεολογίας, συνεισφέρει στην παρουσίαση των «κεκτημένων δικαιωμάτων» της εργατικής τάξης ως «προνομίων» και συμπίπτει συχνά με τον αντισημιτισμό και την ξενοφοβία.
5. Ρατσισμός και γνώση
Είναι απαραίτητο να αναλύουμε το ρατσισμό όχι ως αυθαίρετο παραλήρημα ή" ως προκατάληψη που συντηρείται από την άγνοια, αλλά με θετικό τρόπο, ως σκέψη ικανή να παράγει έννοιες συνδεδεμένες με το πραγματικό.
Για αυτό το λόγο ο αντιρατσισμός δεν μπορεί να συνιστά μια παιδαγωγική στηριγμένη στην «επιστημονική αλήθεια» ούτε μια πολιτική διαπαιδαγώγηση των «κοινωνικών βάσεων» του ρατσισμού. Πρόκειται, και αυτό είναι ακόμη δυσκολότερο, για μια διαδικασία αλλαγής ενός τρόπου σκέψης, συνθήκη αναγκαία για τη διάλυση της «ρατσιστικής» κοινότητας.
Η «ρατσιστική» κοινότητα σχηματίζεται γύρω από το ρατσισμό στο μέτρο που αυτός συγκροτεί ένα πεδίο «γνώσης». Η σημασία του όρου «γνώση» είναι σ' αυτό το σημείο διπλής αφ' ενός αντιστοιχεί σε μια επιθυμία γνώσης και αφ' ετέρου θεσμοθετεί μια αμοιβαιότητα (αμοιβαία αναγνώριση) μεταξύ μιας «αυθόρμητης» αντίληψης της κοινωνίας και μιας θεωρητικοποίησης της ιστορίας του ρατσισμού.
Τα αντικείμενα αυτής της «γνώσης» είναι απατηλά (πρόκειται για εικόνες του εγώ και του άλλου θεμελιωμένες πάνω σε μια γενίκευση μερικών σταθερών χαρακτηριστικών).
Η ίδια όμως η «γνώση» δεν είναι απατηλή και αναφέρεται σε τρεις, στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους διαδικασίες.
α) Προσπάθεια θεωρητικής ταξινόμησης των «κοινωνικών ειδών», β) Ορισμός θέσεων που ένα υποκείμενο μπορεί να καταλάβει στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων (αλλά και των σεξουαλικών σχέσεων), γ) Επεξεργασία ενός συστήματος εξηγήσεων, (το οποίο αναζητά αιτίες) για το προσωπικό και συλλογικό πεπρωμένο.
Οι κατηγορίες αυτής της «γνώσης» είναι πριν απ' όλα προορισμένες: α) Να ενεργοποιήσουν το πέρασμα από ένα αόρατο σ' ένα ορατό (να αποκαλυφθεί η ένταξη σε μία κοινότητα). β) Να καταστήσουν ορατή και σύγχρονη την Προέλευση (αποκαλύπτοντας το μυστικό της διαίρεσης της ανθρωπότητας) και γ) Να δοθεί νόημα στην πάλη μεταξύ του Καλού και του Κακού (μέσω αυτής της νοηματοδότησης γίνεται εφικτή η μετάθεση του πεδίου της πάλης των τάξεων στο πεδίο της πάλης των φυλών). Παράλληλα πολλές «επιστημονικές» περιοχές (κοινωνιοβιολογία, κοινωνική ψυχολογία κ.ο.κ.) καλούνται να νομιμοποιήσουν την εγκυρότητα των κατηγοριών αυτής της «γνώσης». Βασική λειτουργία του ρατσισμού ως γνώση είναι η «αισθητική» αναπαράσταση της πολιτικής ή με άλλα λόγια, η παρουσίαση της πολιτικής ως «αισθητικής». Πρόκειται για τη συγκρότηση ενός χοίρου άμεσης αναπαράστασης για αυτό το οποίο δεν μπορεί να αναπαρασταθεί ή να κατανοηθεί (π.χ. αναζήτηση αιτιών της βίας των υποκειμένων ή των μαζών).
6. Ρατσισμός και οικουμενισμός
Πρόκειται για ένα θεμελιώδες φιλοσοφικό και πολιτικό πρόβλημα. Ο ρατσισμός δεν είναι εν γένει το άλλο του οικουμενισμού, αλλά, παραδόξως, αντιπροσωπεύει μια μορφή του οικουμενισμού, και κατά συνέπεια δεν είναι ούτε το άλλο του σύγχρονου ανθρωπισμού, στο μέτρο που αυτός γίνεται κατανοητός ως ιδεολογία του «ανθρώπινου είδους». (Αυτή η θεώρηση του ρατσισμού δεν αμβλύνει ούτε κατ' ελάχιστο την αντίθεση μεταξύ ρατσισμού και «πρακτικού» ανθρωπισμού νοούμενου ως ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων). Η αναφορά του ρατσισμού στο ανθρώπινο είδος εγγράφεται στο μοντέλο της θεωρητικής του οργάνωσης που έχει ως βάση οικουμενικά ανθρωπολογικά σύμβολα τα οποία επιτρέπουν την εξιδανίκευση ενός ανώτερου πνευματικά, ηθικά και αισθητικά, ανθρώπινου τύπου. Ακόμα και όταν αυτός ο τύπος ενσαρκώνεται, προνομιακά σε μια ιστορικά καθορισμένη συλλογικότητα (πριν απ' όλα μια εθνική συλλογικότητα, ή ένα λαό) υπάρχει πάντα κάτι ιδανικό που δεν ανάγεται στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Αυτό το μοντέλο μπορεί να είναι βιολογικό (σωματικό) ή πνευματικό ή πολιτιστικός σε πρακτικό επίπεδο, αυτό το μοντέλο είναι ταυτόχρονα σωματικό και πνευματικό (στην ιστορία της Δυτικής ιδεολογίας).
Η οικουμενικότητα του ρατσισμού εκφράστηκε με τη μορφή ενός Ανώτερου Δυτικού πολιτισμού, (κέντρο του κόσμου) που αντιστοιχεί στην κυρίαρχη θέση των ευρωπαϊκών και Βορειοαμερικανικών εθνών. Αλλά, κατά μια έννοια, είναι μόνο σήμερα, την εποχή του σχίσματος της ανθρωπότητας στο εσωτερικό ενός μοναδικού παγκόσμιου χώρου επικοινωνιών και πολιτικής πάλης, που η οικουμενικότητα του ρατσισμού, ως σύνολο πρακτικών, γίνεται παγκόσμια πραγματικότητα (της οποίας το τίμημα είναι να καθοριστεί ποιος πολιτισμός θα είναι κυρίαρχος και πώς αυτός θα συναρθρωθεί με το ζήτημα της εθνότητας και του εθνικισμού).
Η κατηγορία που μεταφράζει ακριβέστερα αυτή την αμφισημία είναι εκείνη των μαζών. Οι μάζες είναι to αντικείμενο του θεσμικού ρατσισμού την ίδια στιγμή που οι θεσμοί του σύγχρονου κράτους αποδίδουν στις μάζες ένα «φυσικό» ρατσισμό. Η «ψυχολογία του όχλου» παρουσιάζεται ως μία περιοχή «γνώσης» που αφ' ενός συγκροτείται για να μελετήσει τη βία (παθολογική και ανορθολογική) των μαζών και αφ' ετέρου συγκροτεί θεωρητικά τις κατηγορίες και τα μοντέλα ανάλυσης που επιτρέπουν την εγγραφή των υποκειμένων στα σχήματα της «ρατσιστικής» αναπαράστασης της κοινωνίας.
7. Ρατσισμός, βία και μάζες
Προτείναμε παραπάνω τη θέση ότι ο ρατσισμός πρέπει να θεωρηθεί ως κοινωνική σχέση. Από την άλλη πλευρά είπαμε ότι ο ρατσισμός είναι μια γνώση που αντιστοιχεί σε μια επιθυμία και σε μια γνωστική δραστηριότητα. Τέλος, εγγράψαμε τον οικουμενισμό στο εσωτερικό της λειτουργίας της ρατσιστικής ιδεολογίας, γεγονός το οποίο μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί η περιγραφή μιας κοινωνικής ομάδας ως φυλής (racisation) είναι ταυτόχρονα και πάντα αποκλεισμός και ενσωμάτωση (π.χ. οι Εδραίοι, οι μαύροι Αμερικανοί, οι μετανάστες). Αυτή η αντίληψη επιτρέπει να διακρίνουμε το ρατσισμό από το μίσος του «ξένου», την επιθυμία εξανδραποδισμού ή υποταγής του «εξωτερικού» εχθρού (αν και οι δύο αυτές μορφές μπορούν να μετασχηματίζονται η μία στην άλλη στο μέτρο, που τα εθνικά σύνορα μετατίθενται).
8. Ρατσισμός και σεξισμός
Ο ρατσισμός και ο σεξισμός συνιστούν ένα ενιαίο σύστημα στο μέτρο που όλα τα «φυλετικά» σημάδια (ανεξάρτητα από το αν αντιστοιχούν σε σωματικά ή ψυχολογικά φαντάσματα) αποτελούν άμεσες ή έμμεσες μεταφορές της διαφοράς των δύο φύλων.
Σ' αυτό το σημείο πρέπει να αποφύγουμε, δύο συμμετρικά λάθη:
α) Να κατανοηθούν ο ρατσισμός και ο σεξισμός ως δύο ιδιαίτερες περιπτώσεις τοποθετημένες μέσα στο ενιαίο αφηρημένο σχήμα της κυριαρχίας πάνω στον Άλλο ή της ελαχιστοποίησης του Άλλου (όπου ο όρος αναφοράς θα ήταν το κυρίαρχο σχήμα άνδρας λευκός).
β) Να απομονωθούν ως διακριτές (ιδιαίτερες) ενότητες και να αποδοθεί ο ρατσισμός στο σύστημα καταμερισμού της εργασίας και ο σεξισμός στην «οικονομική» λειτουργία των «νοικοκυριών» (Wallerstein).
Το ότι ο ρατσισμός και ο σεξισμός σχηματίζουν ένα μόνο σύστημα χωρίς όμως να συγχέονται οφείλεται στο γεγονός ότι οι κοινωνικές σχέσεις υπερκαθορίζουν τη βασική κοινωνική δομή που προσιδιάζει στις σχέσεις ρατσισμού σεξισμού, τη σύγχρονη οικογένεια. Με αυτή την έννοια η πάλη των φύλων δεν πρέπει να αναλύεται μόνο ως μετάθεση των ταξικών σχέσεων αλλά και ως μετάθεση της σχέσης μεταξύ των 2 φύλων (τοποθετώντας αυτή τη σχέση στο πεδίο μιας φαντασιακής γενεαλογίας, όπου αναπαράγεται» η κυριαρχία του άνδρα πάνω στη γυναίκα).
9. Ο κύκλος του εθνικισμού και του ρατσισμού
Αν δεχτούμε ότι ο ρατσισμός αναπτύσσεται ιστορικά στο πεδίο του εθνικισμού (δηλαδή ότι ο εθνικισμός είναι μία αναγκαία συνθήκη για την ανάδυση του ρατσισμού ως κοινωνική σχέση αποκλεισμού ενσωμάτωσης (exclusion inclusion) οφείλουμε επίσης να δεχτούμε ότι ο εθνικισμός δεν μπορεί να ορισθεί χωρίς το ρατσισμό, (αν και η πλειονότητα των ιστορικών του εθνικισμού απομονώνουν τα δύο φαινόμενα, ή διαιρούν τη διφορούμενη έννοια του εθνικισμού για να εισάγουν την «φυσική» διαφορά μεταξύ «καλού» και «κακού» εθνικισμού). Αλλά, αν είναι αλήθεια ότι όλοι οι εθνικισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμοι στη συγκυρία, αυτή η αμφισημία ανήκει στην ιστορία του καθενός απ' αυτούς, και βρίσκεται στα γεγονότα, πριν ακόμα εκφραστεί με λέξεις.
Αυτή η αμφισημία μπορεί να αναφερθεί στη γενική μορφή ενός κύκλου ιστορικής αμοιβαιότητας, η οποία αποτελεί τη χρονική μορφή κάτω από την οποία εκδηλώνεται η προοδευτική κυριαρχία του Κράτους - Έθνους πάνω στις άλλες μορφές κοινωνικών σχηματισμών. Μέσα σ' αυτόν τον κύκλο, ο ρατσισμός παράγεται αδιάκοπα από τον εθνικισμό, ταυτόχρονα προς τα «μέσα» (εθνικές ή «εθνοποιημένες» μειονότητες») και προς τα «έξω» (όπως το δείχνει η ιστορία των ιμπεριαλισμών).
Και ο εθνικισμός παράγεται αδιάκοπα από το ρατσισμό, με την έννοια ότι τα αυτονομιστικά ή απελευθερωτικά κινήματα δεν θα έπαιρναν τη μορφή εθνικιστικών κινημάτων αν η κυριαρχία δεν ήταν οργανωμένη και ως φυλετική καταπίεση (τα παραδείγματα του σιωνισμού και των πολέμων για εθνική απελευθέρωση). Ο κύκλος του εθνικισμού και του ρατσισμού είναι λοιπόν μία διαδικασία που συναρθρώνει ταυτόχρονα τον «εσωτερικό» και «εξωτερικό» ρατσισμό. Και οι δύο παραπέμπουν στην ιστορική αδυναμία να ολοκληρωθεί η σύσταση της εθνικής ενότητας, είτε με τη μορφή της εξωτερικής κατάκτησης (ιμπεριαλισμός) είτε με τη μορφή της πατριωτικής απελευθέρωσης (εσωτερικής).
10. Το συμπλήρωμα του ρατσισμού
Μέσα στο χρονικά προσδιορισμένο σχηματισμό του κύκλου εθνικισμός - ρατσισμός - εθνικισμός (ή αντίστροφα, μια και ο κύκλος δεν έχει τέλος σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή) η εσωτερική διαίρεση του εθνικισμού επιλύεται παίρνοντας τη μορφή μιας αντιφατικής ενότητας.
Ορισμένες όμως συγκυρίες οδηγούν αυτή την αντιφατική ενότητα του εθνικισμού σε ακραίες μορφές. Αυτή είναι η περίπτωση τον ναζισμού, για τον οποίο οι ιστορικοί συζητούν αδιάκοπα με σκοπό να προσδιορίσουν το αν πρόκειται για μια απόλυτη πραγματοποίηση του εθνικισμού ή για το αντίθετο του (δηλαδή την καταστροφή του εθνικισμού από το ρατσισμό, μέσω του οποίου εξηγείται ο ανορθολογισμός της ναζιστικής ιδεολογίας και πρακτικής). Αλλά αυτό που δείχνει ο ναζισμός με στροφή» του εθνικισμού (ή του πατριωτισμού), είτε την «αλήθεια» του. Αυτή η αντίληψη οφείλει επίσης να ανοίξει το πεδίο ανάλυσης των δύο μορφών, από πρώτη άποψη αντιφατικών, κάτω από τις οποίες η ρατσιστική ιδεολογία και οι θεωρητικές παραλλαγές της συναρθρώνονται με τον ορισμό της εθνικής ταυτότητας, α) Είτε με τη μορφή ενός υπερεθνικισμού, δηλαδή ως συμπλήρωμα μιας ιδιαιτερότητας, μιας γενεαλογικής ή πολιτισμικής καθαρότητας, το οποίο θα επέτρεπε να ορισθεί αυθεντικά το «καθαρά εθνικό», β) είτε ως οικουμενικός εθνικισμός ως συμπλήρωμα μιας οικουμενικότητας, η οποία εγγράφει την ιστορική εθνική ταυτότητα στον ορίζοντα μιας ιδανικής κοινότητας, δυνητικά αντιπροσωπευτικής της ανθρωπότητας ή προορισμένης να σώσει την ανθρωπότητα (παραδείγματα: η Δύση, ο λευκός άνθρωπος).
Μόνο ως οικουμενικός εθνικισμός η ιδεολογία της πάλης των φυλών κατόρθωσε να αναμετρηθεί με εκείνη της πάλης των τάξεων, και μόνο ως υπερεθνικισμός κατόρθωσε να θεσμοποιήσει την καταπίεση του εσωτερικού εχθρού. Η αντίθεση ανάμεσα σ' αυτές τις δύο μορφές είναι ιδιαίτερα οξυμένη στη σημερινή περίοδο κρίσης της μορφής Κράτους - Έθνους, η οποία τείνει να συγκροτήσει υπερεθνικές πολιτικές ενότητες ή να διεθνοποιήσει τις κοινωνικές σχέσεις και να μεταβάλλει τα έθνη, νοούμενα ως «επιχειρήσεις», σε μονάδες οικονομικού ανταγωνισμού.
11. Η ιστορία της μορφής έθνος
Για την αποδιάρθρωση τον μύθου «Έθνος» (ο οποίος συγκροτείται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τις ιδιαίτερες μορφές του Κράτους Έθνους, και τείνει να παρουσιάσει αναδρομικά την ενότητα του ως αείμνηστο πρόταγμα ή ως πεπρωμένο, αναφερόμενος σε θεμελιωτικά θεσμικά «γεγονότα» ή συμβάντα) απαιτείται η σύσταση μιας ιστορίας της ενδεχομενικότητας (contingence) της μορφής Έθνος, η οποία να δείχνει με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες επιβλήθηκε αυτή η μορφή σε παγκόσμιο επίπεδο, θα αναφέρουμε 3 καθοριστικά ζητήματα σε σχέση με την «εθνοποίηση των κοινωνικών σχηματισμών»,
α) Τον πόλεμο
β) Τον οικονομικό έλεγχο των πληθυσμών, ως συλλογικής εργασιακής δύναμης η οποία είναι διαθέσιμη για καθορισμένες μορφές εκμετάλλευσης
γ)Την αποικιοκρατία ως βασική μορφή επέκτασης του «κέντρου» προς την «περιφέρεια» κατά τη διάρκεια των περιόδων της ανάδυσης, της σταθεροποίησης και της κρίσης της μορφής Έθνος. Οι πολιτικές «ηγεμονίες» που θεσμοποίησαν το Κράτος - Έθνος συγκροτήθηκαν, ως αντίπαλοι συνασπισμοί, σε αναφορά με τα τρία παραπάνω ζητήματα, δηλαδή πάντα σε σχέση και μέσω των μηχανισμών του Κράτους. Η περιοδολόγηση των ιστορικών μορφών μέσω των οποίων εμφανίστηκαν οι διαφορετικοί «εθνικοί» κοινωνικοί σχηματισμοί αναδεικνύει τρία σημαντικά ζητήματα, α) Το προεθνικό κράτος Σημαντικοί θεσμοί όπως η μεγάλη ιδιοκτησία γης (γαιοκτησία), η συγκεντροποίηση του Δικαίου και η σύσταση της εθνικής γλώσσας είναι στην πραγματικότητα προγενέστεροι της μορφής Κράτος - Έθνος και ενσωματώνονται αργότερα στις λειτουργίες του. Αυτό το γεγονός μας υποχρεώνει να δεχτούμε την ύπαρξη στοιχείων ιστορικής συνέχειας μεταξύ του προεθνικού και του «εθνικού» κράτους που θεμελιώθηκε από την αστική επανάσταση, β) Το ιστορικό σημείο μη αναστρεψιμότητας.
Δεν μπορούμε να «παράγουμε» τη μορφή Έθνος από τις σχέσεις παραγωγής, αλλά μπορούμε να περιγράψουμε τη διαδικασία που κατέστησε τη μορφή Κράτος Έθνος μη αναστρέψιμη στο πεδίο του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Πρόκειται για την περιγραφή του ιστορικού πεδίου πάλης των διαφόρων αστικών τάξεων (βιομηχανική, εμπορική, χρηματιστική) που συνδέονται με ανταγωνιστικές πολιτικές πρακτικές στην αρχική φάση του καπιταλισμού (οι «αυτοκρατορίες», τα «έθνη»). Τελικά, ο κοινωνικό πολιτικός συνασπισμός που συνδέθηκε με τη μορφή Έθνος επέβαλε τη κυριαρχία του γιατί επέτρεπε ταυτόχρονα την οργάνωση της πάλης για παγκοσμία κυριαρχία και την ηγεμονία επί των αγροτικών πληθυσμών που ευρίσκοντο σε διαδικασίες προλεταριοποίησης, γ) Η καθυστερημένη εθνοποίηση. Ο σχηματισμός ενός Εθνικού Κράτους δεν σημαίνει αυτόματα ότι συγκροτείται μία ιδεολογική ενότητα που θα επέτρεπε την αφομοίωση ή τη σχετικοποίηση άλλων «συλλογικών» ταυτοτήτων και θα υπέτασσε τις κοινωνικές συγκρούσεις στη λογική της αναπαραγωγής του. (Στη Γαλλία, αυτή η ενότητα συγκροτήθηκε ένα αιώνα μετά την Επανάσταση). Είναι το Εθνικό και Κοινωνικό Κράτος (κράτος πρόνοιας), προϊόν της θεσμοποίησης της πάλης των τάξεων στο τέλος του 19ου αιώνα, αυτό που επιτρέπει την ταύτιση του status του «πολίτη» με εκείνο του «μέλους της εθνικής κοινότητας». Αυτή όμως η ενότητα είναι αντιφατική και δεν παρουσιάζεται ως μη αναστρέψιμη παρά μόνο στο μέτρο που συνεχώς ανασυγκροτείται και αναδιαρθρώνεται εναντίον των τάσεων αποσυγκρότησης που παράγει η πολιτική και οικονομική ταξική πάλη.
12. Η πλασματική εθνότητα (L' ethnicité fictive)
Η σύσταση της εθνικής «ατομικότητας» είναι συνώνυμη με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε διαδικασία «παραγωγής» τον «λαού». Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει το σχηματισμό ενός ιδανικού Έθνους (του οποίου το όνομα εγκαλεί το σεβασμό και απαιτεί τη θυσία), και προϋποθέτει μία άλλη, πρωτογενή διαδικασία, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σύσταση της πλασματικής εθνότητας.
Κανένα Εθνικό Κράτος δεν έχει εξ αρχής μία εθνική βάση. Αντίθετα, όλα τα Εθνικά Κράτη οφείλουν να συγκροτήσουν τη φαντασίωση μιας «φυσικής» κοινότητας, που θα εξασφαλίζει τη συνοχή των Εθνικών Κρατών και θα επιτρέπει την αλληλοαναγνώριση των μελών της κοινότητας.
Η πλασματική εθνότητα συγκροτείται μέσα από δύο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους διαδικασίες. Κατ' αρχή απαιτείται η συγκρότηση μιας γλωσσικής κοινότητας. Αυτό που έχει σημασία σ' αυτή τη διαδικασία δεν είναι η ενότητα ή η καθαρότητα της εθνικής γλώσσας αλλά η ικανότητα της να λειτουργεί ως γλώσσα της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής, των καθημερινών σχέσεων και των επίσημων θεσμών. Με αυτή την έννοια οι γλωσσικές πρακτικές ενοποιούν τη «γλωσσική» κοινότητα η οποία συγκροτεί «επικοινωνιακές» πρακτικές παράγοντας ταυτόχρονα την «αγάπη» για τη γλώσσα (η «μητρική» γλώσσα) και την αφομοίωση των πληθυσμών (μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών). Εν τούτοις, η «γλωσσική» κοινότητα είναι ανεπαρκής για τη συγκρότηση της «πλασματικής» εθνότητας. Απαιτείται επιπλέον η σύσταση μιας «φυλετικής» κοινότητας, (με την ευρεία σημασία του όρου, δηλαδή με την έννοια μιας συγγένειας διευρυμένης στον εθνικό πληθυσμό). Η φυλετική κοινότητα ενοποιείται στη βάση της ιδεολογίας της ενδογαμίας. Ο μηχανισμός που παίζει εδώ αποφασιστικό ρόλο (με τον ίδιο τρόπο που ο σχολικός μηχανισμός συνεισφέρει στη συγκρότηση της γλωσσικής κοινότητας) είναι η σύγχρονη οικογένεια (αποτέλεσμα της διάλυσης παραδοσιακών μορφών όπως η «γενεά» και το «σόι»). Η σύγχρονη οικογένεια «παράγει» την ιδιωτική ζωή και αποτελεί ταυτόχρονα το βασικό κύτταρο του Κράτους (που προστατεύεται και ελέγχεται όντας ενσωματωμένο στους μηχανισμούς της εκπαίδευσης, της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας).
Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές κοινότητες που θεμελιώνονται στη βάση διαφορετικών συστημάτων διευρυμένης συγγένειας, η (εθνική) φυλετική κοινότητα, που θεμελιώνεται στις βάσεις της σύγχρονης αστικής οικογένειας, δεν είναι μια κοινότητα ανιούσας συγγενείας (ascendance) αλλά μια κοινότητα κατιούσας συγγένειας (descendance) (εξασφαλίζει τη συνέχεια και την αυθεντικότητα των παιδιών της πατρίδας).
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν οι διαδικασίες συγκρότησης γλωσσικών και φυλετικών κοινοτήτων μπορούν να υπάρξουν ανεξάρτητα οι μεν από τις δες Φαίνεται ότι αυτό δεν είναι δυνατό. (Η στενή συσχέτιση των δύο διαδικασιών εκφράζεται μέσω της παρουσίασης των γλωσσικών διαφορών ως φυλετικών διαφορών ή για να το πούμε με διαφορετικό τρόπο, μέσω μιας μετάθεσης, όπου οι «φυλές» (les races) εμφανίζονται ως πολιτισμικές ομάδες με διαφορετική γλώσσα).
13. Ρατσισμός και πολιτική αλλοτρίωση
Ο L. Dumont έθεσε το ερώτημα: ποια σχέση έχει ο ρατσισμός με την ιδεολογία της «ισότητας», που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών; Αυτό το ερώτημα τροποποιείται στο μέτρο που η ιδεολογία της ισότητας αφ' ενός δεν είναι η μοναδική μορφή του οικουμενισμού (υπάρχει και ο ιεραρχικός οικουμενισμός) και αφ' ετέρου εγγράφεται στην ιστορία των εθνικών σχηματισμών, όπου το κράτος ορίζει την έννοια του πολίτη εκτός του πεδίου των πραγματικών οικονομικών και πολιτικών ανισοτήτων. Στη Γαλλία και την Αγγλία ο «ταξικός» ρατσισμός συνδέεται στενά με το ιστορικά διαμορφωμένο ρήγμα ανάμεσα στη τυπική έννοια τον πολίτη και στην νομιμοποίηση θεσμοποίηση της πολιτικής εκπροσώπησης της οργανωμένης εργατικής τάξης. Στις Η.Π.Α., η θεσμοποίηση των πρακτικών αποκλεισμού και η ανάπτυξη του «βιολογικού» ρατσισμού έπονται του πολέμου της Ανεξαρτησίας... Στη σημερινή συγκυρία, οι παλιές αποικίες έχουν μετασχηματισθεί σε ανεξάρτητα κράτη και κατά συνέπεια οι άλλοτε «ιθαγενείς» μετατρέπονται σε πολίτες του κόσμου (citoyens du monde). Είδαμε παραπάνω ότι αυτή η κατάσταση συμπίπτει με την ανάπτυξη του «πολιτισμικού» (ή κουλτουραλιστικού) ρατσισμού.
Ο ρατσισμός εμφανίζεται ως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναπαραγωγής της πολιτικής «αλλοτρίωσης» στις σύγχρονες κοινωνίες. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται α) μέσω της αναπαράστασης της ιστορίας των κοινωνιών ως πεπρωμένου. β) μέσω της «αισθητικής» απεικόνισης των κοινωνικών σχέσεων, γ) μέσω της σύστασης της ιρρασιοναλιστικής κατηγορίας «μάζες». δ) μέσω της έξαρσης του εθνικισμού.
Στο πεδίο των αποτελεσμάτων αυτής της διαδικασίας μπορούμε να εγγράψουμε τη σταθερή υποβάθμιση (regression) της έννοιας του πολίτη, (ως δυνατότητας άσκησης «συλλογικού» ελέγχου των κρατικών θεσμών από τα υποκείμενα) η οποία μετατρέπεται σε ένα status ή σύστημα «προνομίων». Στο πεδίο των συνθηκών οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την αμφισημία των σχέσεων που εγκαθιδρύονται μεταξύ των αναπαραστάσεων της φυλής και της τάξης. Πρόκειται για μια διαδικασία αντικατάστασης της έννοιας πάλη των τάξεων από την έννοια πάλη των φυλών (υπάρχουν πάντα «φυλετικές» έννοιες για την αναπαράσταση των τάξεων, κυρίαρχων και κυριαρχούμενων).
Παράλληλα και ταυτόχρονα παρατηρείται μια διάχυση της έννοιας φυλή η οποία γίνεται διαταξική και καλείται να εκφράσει τη «συγγένεια» των μελών της φυλής στο φαντασιακό επίπεδο. Επιπλέον η έννοια φυλή συγκροτεί το πεδίο όπου ταυτόχρονα «εθνοποιείται» και «διεθνοποιείται» η πάλη των τάξεων (ο εσωτερικός εχθρός, η περικύκλωση από τους «βαρβάρους»).
Περισσότερα... »
ΚΚΕ : Η Απόφαση για το σοσιαλισμό και τα τρία Σ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΤο άρθρο που ακολουθεί αφορά στην Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ τη σχετική με το σοσιαλισμό, η οποία δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» τη Δευτέρα 23 του Μάρτη. Ο λόγος που με οδήγησε να ασχοληθώ και πάλι με αυτό το ζήτημα, είναι ότι η εν λόγω απόφαση αποτελεί ένα παραπέρα βήμα –χειρότερο απ’ ότι οι αντίστοιχες Θέσεις- στην απαράδεκτη τοποθέτηση από μέρους του ΚΚΕ απέναντι στα έκτροπα της σταλινικής περιόδου. Και επειδή έλαχε να ξεκινήσω με παρέμβαση μου στον προσυνεδριακό διάλογο, την κριτική αυτής της Θέσης, ένοιωσα υποχρέωση μου να ασχοληθώ και με την ολοκλήρωση της έτσι όπως προκύπτει από την Απόφαση του Συνεδρίου.
Ενώ λοιπόν στις Θέσεις, έστω σε μια υποσημείωση τους, (Θέση 16 υποσημείωση 18) τα εγκλήματα της περιόδου 1936-1938, μεταξύ άλλων εναντίον της πλειοφηφίας των μελών της ΚΕ του κόμματος, της πλειοψηφίας των Συνέδρων του 17ου Συνεδρίου του, αλλά και απλών μελών του , χαρακτηρίζονταν σαν «υπερβολές στην αντιμετώπιση των [αντεπαναστατικών] κέντρων», στη Απόφαση δεν γίνεται πια λόγος ούτε καν για «υπερβολές». Αντίθετα υποστηρίζεται ότι «από τις συνθήκες επιβλήθηκε η άμεση αντιμετώπιση αυτών [των αντεπαναστατικών] κέντρων με τις δίκες του 1936 και 1937.(σελ.17)
- Ενώ πέρα από την επικράτηση της οπορτουνιστικής στροφής τη δεκαετία του 50, εντοπίζονται καμιά δεκαριά παράγοντες-εσωτερικοί και εξωτερικοί- οι οποίοι συνέβαλαν σε αυτήν την επικράτηση και τελικά στη νίκη της «αντεπανάστασης»(σελ.27), ανάμεσα τους δεν υπάρχει ούτε μια αράδα για τις κατάφορες παραβιάσεις της σοσιαλιστικής δημοκρατίας της σταλινικής περιόδου, αλλά και για την μη πλήρη αποκατάσταση της στη συνέχεια. Έτσι, ενώ ορθά επισημαίνεται ότι η καπιταλιστική παλινόρθωση προήλθε «από τα μέσα και από τα πάνω», είναι αδύνατον να ερμηνευθεί πως έγινε κατορθωτό να αυτονομηθεί το «από πάνω» και να αποσπαστεί από τα συμφέρονται των «κάτω» και τελικά να στραφεί εναντίον τους δίχως οι «κάτω» να έχουν καμιά δυνατότητα , αλλά και διάθεση, αντίστασης.
- Τέλος, το όλο εγχείρημα της υπεράσπισης της ενίσχυσης του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού κατά της ίδιας της εργατικής τάξης, θεωρητικοποιείται πια αναφανδόν στο σημείο 4 (σελίδα 8) της Απόφασης όπου απορρίπτεται σαν λαθεμένη η κατεξοχήν μαρξική θέση ότι «στη σοσιαλιστική βαθμίδα συντελείται η απονέκρωση του κράτους», λες και η βαθμίδα αυτή του «μισοκράτους», της «κοινότητας», της «κομμούνας», του «όχι καθαυτού κράτους» κατά τους κλασικούς και τον Λένιν, έχει κανένα νόημα αν κατά τη διάρκεια της δεν οδηγεί στη πλήρη απονέκρωση του κράτους, δηλαδή στην ακρατική, αυτοδιευθυνόμενη κομμουνιστική κοινωνία.
Αυτή η Απόφαση του ΚΚΕ, η οποία από τη μια υποστηρίζει τις πλέον μελανές πτυχές εκείνης της περιόδου και από την άλλη σε οδηγεί αν μη τι άλλο να διερωτάσαι, αν «ελευθερία ανάπηρη πάλι [δεν] σου τάζουν» για το μέλλον, επικυρώνει με τον πιο επίσημο τρόπο το πρώτο από τα τρία Σ που το χαρακτηρίζουν, εκείνο του Σταλινισμού. Και αυτό το Σ συνδέεται μια χαρά με το δεύτερο Σ εκείνο του Σεχταρισμού του ΚΚΕ , ο οποίος αποτελεί στην πράξη τον αντίποδα της μετωπικής πολιτικής που διακηρύσσει στα λόγια. Το τρίτο και χειρότερο Σ εκείνο του Συντηρητισμού το οποίο αναδείχτηκε ξεκάθαρα κυρίως με τη στάση του ΚΚΕ απέναντι στο νεολαιίστικο ξέσπασμα του περασμένου Δεκέμβρη και το χάϊδεμα της αστυνομίας και των μικροαστικών αντανακλαστικών της σιωπηλής πλειοψηφίας , αν και φαινομενικά δείχνει να μην συνάδει με τα δυο προηγούμενα, στην πραγματικότητα αποτελεί συμπλήρωμα τους και το επιστέγασμα της γραφειοκρατικοποίησης και χαμένης επαναστατικότητας του.
Και δυστυχώς όλα αυτά, σε μια περίοδο που όχι μόνον όπως λέει και ο ποιητής «υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη» , αλλά που αυτή η άνοιξη αποτελεί τη μοναδική διέξοδο από τη βαρβαρότητα.
Γιώργος Ρούσης
Περισσότερα... »
ΤΑ ΣΤΑΛΙΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
Μοιάζει ίσως παράδοξος ο τίτλος και η τοποθέτηση που θα ακολουθήσει, όμως από αυτά που θα εκτεθούν θα γίνει φανερό ότι ο Στάλιν επέστρεψε στο προσκήνιο της ιστορίας και έχει εγκατασταθεί ως νοοτροπία και τρόπος άσκησης εξουσίας, τόσο στο πλέγμα των επιχειρήσεων του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου , όσο και στη πρακτική των καπιταλιστικών κρατών.
Η ειρωνία είναι ότι ο φοβερός αντίπαλος του καπιταλισμού , ο εφιάλτης της Δύσης είναι εκείνος του οποίου την πρακτική ακολούθησε και ακολουθεί σήμερα ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα στο τωρινό στάδιο εξέλιξης. Μένει να αποδειχθεί αν αυτό θα συμβεί και κατά τη περίοδο της κρίσης.
Το κύριο στοιχείο του σταλινισμού, αν εξαιρεθεί ο αυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησης και της άσκησης της εξουσίας, ήταν η φιλολαική ρητορική την στιγμή που η εξουσία απομακρυνόταν από το λαό. Το προλεταριάτο και ο λαός στο όνομα του οποίου ασκείτο η εξουσία, απουσίαζε όλο και περισσότερο και τη θέση του καταλάμβαναν μηχανισμοί κομματικοί, ή και άλλοι οι οποίοι διοικούσαν τις επιχειρήσεις ,διαμόρφωναν το πολιτικό κλίμα και έπαιρναν τις αποφάσεις . Ετσι η δημοκρατία των σοβιέτ μετατράπηκε σε ένα καταπιεστικό και αδιαφανές καθεστώς με εκμεταλλευτικό μάλιστα χαρακτήρα.
Δημιουργήθηκε η λεγόμενη νομενκλατούρα μια εξωκοινωνική κάστα δηλαδή, η οποία στελεχώθηκε από κομματικά στελέχη, ειδικούς και διανοούμενους ,που σκοπό είχε την διαχείρηση του συστήματος , την διοίκηση των μεγάλων επιχειρήσεων και την λήψη των αποφάσεων. Η τάξη (προλεταριάτο) στο όνομα της οποίας κατελήφθη η εξουσία εξωθήθηκε στη γωνία και η εκμετάλλευση των εργατών έφθασε σε πρωτοφανή για σοσιαλιστική χώρα επίπεδα. Είναι γνωστή η ανάλυση και αποκάλυψη από τον Καστοριάδη της εκμεταλλευτικής φύσης του σοβιετικού συστήματος, όταν υπολόγισε το 1950 ότι ο μισθός ενός διευθυντή μεγάλης επιχείρησης ήταν 250 φορές μεγαλύτερος από τον μισθό του ανειδίκευτου εργάτη. Με την λεξη μισθός δεν εννοούμε μόνο τον ονομαστικό μισθό, αλλά και τις πάσης φύσεως αμοιβές και προνόμια που διαμόρφωναν τις τελικές απολαβές ενός διευθυντικού στελέχους.
Απομάκρυνση λοιπόν από τον λαό και διαχείρηση της εξουσίας από την νομενκλατούρα με αδιαφανή τρόπο εξασφαλίζοντας πάντα τους όρους αναπαραγωγής της. Η εξουσία έφυγε λοιπόν από την κοινωνία και τους παραγωγούς και πήγε στους διαχειριστές και τους διαμεσολαβητές, ανάμεσα στο λαό την πολιτική εξουσία . Και εδώ μιλάμε για πολλαπλά επίπεδα διαμεσολάβησης. Μοιραία έχουμε σκλήρυνση του καθεστώτος και αυταρχική διακυβέρνηση ,αδιαφάνεια και αστυνομικό κράτος.Αυτή εν ολίγοις ήταν η κατάσταση επί σταλινικού καθεστώτος.
Αν τώρα παρατηρήσουμε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, θα δούμε να αναδύεται μια σταλινική διάρθρωση των επιμέρους στοιχείων του συστήματος που εκπλήσσει.
Εμφανίστηκε στη νεοφιλελεύθερη τουλάχιστον εκδοχή του, ως λαικός καπιταλισμός μέσω του λεγόμενου μετοχικού οράματος. Ολοι θα μπορούσαν να συμμετέχουν , να γίνουν ιδοκτήτες και να μετάσχουν στα κέρδη των επιχειρήσεων μέσω της αγοράς μετοχών. Θα ήταν αρκετό ενα μικρό κεφάλαιο για να είναι κανείς μέτοχος και ιδοκτήτης, δηλαδή ένας μικρός καπιταλιστής.Δόθηκαν μετοχές έναντι αμοιβής στους εργαζόμενους των ιδιωτικών, αλλά και των κρατικών επιχειρήσεων και η ψευδαίσθηση της συμμετοχής στη διοίκηση μέσω των γενικών συνελεύσεων των μετόχων.
Ο παραδοσιακός καπιταλιστής όπως τον ξέραμε παλιότερα έπαψε να υπάρχει , μειώνοντας σε χαμηλά ποσοστά την συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας εκχωρώντας την διοίκηση στους πάσης φύσεως Μάνατζερς και την εταιρική λεγόμενη γραφειοκρατεία. Αν δούμε την μετοχική σύνθεση των εταιρειών του καπιταλιστικού κέντρου θα παρατηρήσουμε ότι κατοχή ποσοστών άνω του 5% των μετοχών είναι σπάνια.Αντίθετα υπάρχουν εκατομμύρια μετόχων με πολύ μικρά ποσοστά. Αυτό συμβαίνει τόσο στην παραδοσιακή βιομηχανία όσο και στο χρηματιστικό κεφάλαιο . Στα μεγάλα funds για παράδειγμα συμμετέχουν μέσω των ασφαλιστικών τους ταμείων εκατομμύρια εργαζόμενοι . Οι παλιοί παραδοσιακοί καπιταλιστές διέσπειραν τα κεφάλαια τους σε πολλές επιχειρήσεις διαφόρων τομέων και σε διάφορα funds, μειώνοντας το ρίσκο και αυξάνοντας την απόδοση των κεφαλαίων τους . Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί από το προσκήνιο ο παραδοσιακός κεφαλαιούχος όπως τον ξέραμε και να αναδυθεί η εξουσία των μάνατζερς , των διαμεσολαβητών και των διαχειριστών που αποτελούν την νέα νομενκλατούρα του συστήματος. Αυτό που ενδιέφερε πλέον ήταν η μεγιστοποίηση της απόδοσης των επενδεδυμένων κεφαλαίων και οι διαχειριστές ήταν οι ειδικοί. Ετσι από τον ηρωικό καπιταλισμό της συσσώρευσης και της δημιουργίας περάσαμε στον παρασιτικό καπιταλισμό, όπου το πρωτεύον ήταν οι μεγάλες αποδόσεις, οι οποίες προέκυπταν από μη παραγωγικές συνήθως επενδύσεις . Οι ήρωες του συστήματος έπαψαν να είναι ο Ford και ο Rockfeller του καπιταλισμού της παραγωγικής ανάπτυξης , και έγιναν ο Σόρος και ο Madoff.
Αυτή λοιπόν είναι η διαφορά του νέου από τον παλιό καπιταλισμό, όπου η εξουσία της παλιάς αστικής τάξης εκχωρήθηκε στους διαχειριστές μικρούς και μεγάλους οι οποίοι αποτελούν την νέα ιδιότυπη νομενκλατούρα που έχει σταλινικά χαρακτηριστικά. Διοικεί με αδιαφάνεια διαλύοντας τις συλλογικότητες, είναι απρόσωπη μέσα από τη εταιρική γραφειοκρατία και έχει τεράστια εξουσία και ευθεία σχέση με το κράτος ,αφού στελέχη της μεταπηδούν από ιδιωτικές σε κρατικές επιχειρήσεις και τούμπαλιν. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στις ΗΠΑ στελέχη και μάνατζερς του ιδιωτικού τομέα κλήθηκαν από το κράτος να δώσουν λύση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Αναφέρω τηνπερίπτωση Πόλσον αλλά και πολλών στελεχών της κυβέρνησης Ομπάμα κλπ.
Εξαιρετική η ομοιότητα συνεπώς του νέου λεγόμενου καπιταλισμού με το σταλινικό μοντέλο και την νομενκλατούρα του ,την αδιαφάνειά του, την υπερεκμετάλλευση και την τεράστια διαφορά μισθού μεταξύ των επικεφαλής διαχειριστών και των απλών εργαζομένων. Κατά μέσο όρο και κατά μετριοπαθείς υπολογισμούς τα στελέχη αυτά στις ΗΠΑ αμείβονταν μέχρι και 400 φορές πάνω από τον μισθό του εργάτη.
Θύματά τους δε δεν ήταν μόνο οι εργαζόμενοι αλλά και πολλοί παλιοί καπιταλιστές που είδαν να χάνονται ή να απομειώνονται οι τεράστιες περιουσίες τους.
Αυτό που πρέπει να πολεμηθεί σήμερα δεν διαφέρει από αυτό που έπρεπε να πολεμηθεί κατά την περίοδο του σταλινικού καθεστώτος και δεν είναι άλλο από το κρατικοεταιρικό κατεστημένο και ων εκπροσώπων του σε πολιτικό και διαχειριστικό επίπεδο, που σε περίοδο μάλιστα κρίσης γίνεται ιδιαίτερα επιθετικό.
Θα έχουμε την ίδια σκλήρυνση του κρατικού μηχανισμού, την ίδια καταστολή, τηνπεριστολή ατομικών δικαιωμάτων ,την αδιαφάνεια και την αδυναμία κοινωνικού ελέγχου και την επιβολή των υπερκρατικών μηχανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια τράπεζα, όταν το κράτος αδυνατεί να επιβληθεί. Η κρατικοεταιρική γραφειοκρατία θα δίνει σε έκτακτες περιπτώσεις την θέση της στην υπερκρατική γραφειοκρατία των διεθνών οργανισμών και τραπεζών που βρίσκονται εντελώς εκτός δημοκρατικού ελέγχου. Εκείνο που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι στη σύγκουση το κράτος δεν είναι ουδέτερο. Η κρατικοεταιρική γραφειοκρατία είναι όπως και επί Στάλιν εξίσου ισχυρή.
Περισσότερα... »
Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
- Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ: Eκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό.
- Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό για το 18ο Συνέδριο
(Επίσης στην ιστοσελίδα υπάρχουν οι "Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Η αναγκαιότητα και η επικαιρότητα του σοσιαλισμού." της Πανελλαδικής συνδιάσκεψης του 1995.)
Περισσότερα... »
Εργασία και Ελεύθερος Χρόνος - Άντον Πάνεκουκ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΟ σύντροφος Rabasseire στο Funken του Φεβρουαρίου του 1955, ως συμπλήρωση στο άρθρο μου “Η Εργασία στο Σοσιαλισμό” (Funken Nr.11, Νοέμβριος 1954), παρέπεμψε στο έργο του Πωλ Λαφάργκ με τον τίτλο “Δικαίωμα στην Τεμπελιά”. Όταν είχε πρωτοεμφανιστεί αυτό το βιβλιαράκι στα πρώτα χρόνια του σοσιαλισμού μας είχε ενθουσιάσει, καθώς φώτιζε το χαρακτήρα της εργασίας με τρόπο διαφορετικό από την υπόλοιπη σοσιαλιστική γραμματεία. Όταν ο σ. Rabasseire παίρνει την τεμπελιά και τονίζει ότι είναι ένα δικαίωμα του ανθρώπου, πρέπει με τη σειρά μας να αναλογιστούμε ότι η αναγκαιότητα της εργασίας δεν επιβάλλεται πάνω μας λόγω μιας “ηθικής της εργασίας”, αλλά από την ίδια τη φύση των πραγμάτων. Μπορεί η εργασία μέσω της εκμετάλλευσης να έχει καταλήξει να είναι μια αφόρητη τυραννία, όμως αρχικά δεν ήταν παρά μια προσταγή της φύσης. Πρέπει να εργαζόμαστε επειδή τρεφόμαστε, και επειδή χρειαζόμαστε ρούχα για την αντιμετώπιση του κρύου. Ας προσπαθήσει όποιος θέλει να διεκδικήσει το δικαίωμά του στη τεμπελιά ενάντια στη φύση! Η τεμπελιά μπορεί να είναι μια απόλαυση· αλλά ως σύστημα ζωής σημαίνει ότι κάποιος άλλος πρέπει να εργάζεται για σένα.
Η σχέση του ανθρώπου με την εργασία εξαρτάται κατά πρώτο λόγο από το κλίμα. Λόγω της κουβανικής του καταγωγής ο Λαφάργκ ήξερε από πρώτο χέρι πόσο δύσκολη και εξαντλητική είναι κάθε δραστηριότητα σε θερμό κλίμα. Επειδή εκεί οι ανάγκες είναι λίγες και η φύση δίνει τα δώρα της πλουσιοπάροχα, ο άνθρωπος μπορεί να ακολουθήσει την ενστικτώδη τάση του για αδράνεια –σε κάθε περίπτωση, αυτά ίσχυαν μέχρι που ήρθαν οι λευκοί κύριοι επιβάλλοντας την καταναγκαστική εργασία. Όταν οι σοσιαλιστές όπως ο Rabasseire, λες και “ξεπήδησαν από τη ρομανική κουλτούρα”, γράφουν λιγότερο για την εργασία και περισσότερο για την τεμπελιά και την ανάπαυση, τούτο συμβαίνει επειδή το εύκρατο κλίμα της νότιας Ευρώπης τους σαγηνεύει με απολαύσεις. Και η βιβλική ρήση “με τον ιδρώτα του μετώπου σου” προήλθε από θερμές περιοχές.
Αντίθετα, στο μετρίως ψυχρό κλίμα της κεντρικής Ευρώπης, μόνο με κοπιώδη εργασία μπορεί να κερδηθούν τα αναγκαία προς το ζην από τη φύση. Εδώ η τεχνική, ο καρπός της πνευματικής εργασίας, εμφανίζεται ως δύναμη απελευθέρωσης. “Η μηχανή είναι η μεγάλη απελευθερώτρια του ανθρώπου από τη σκλαβιά”. “Η μηχανή έχει μια διττή αποστολή: να αυξήσει την παραγωγή, και άρα και τα αγαθά — και ταυτόχρονα να ελαττώσει και να κάνει πιο εύκολη την εργασία. Με την αύξηση της παραγωγής η μηχανή θα συντρίψει την ανέχεια — με την μείωση της εργασίας τη σκλαβιά.” Έτσι εκφράζει ο R. N. Coudenhove Kalergi, ο γνωστός υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, στο αξιόλογο βιβλίο του Επανάσταση μέσω της Τεχνικής τη σημασία της τεχνικής προόδου. Δεν είναι σοσιαλιστής και δεν αναγνωρίζει την πάλη των τάξεων· γι’ αυτό πρέπει να συμπληρώσουμε αυτά που λέει: οι μηχανές στα χέρια του κεφαλαίου έχουν οξύνει τη σκλαβιά της εργασίας, ενώ οι μηχανές στα χέρια των εργατών θα καταργήσουν την ανέχεια μαζί με τη σκλαβιά της εργασίας.
Ο σύντροφος Rabasseire συμπεραίνει από το “Δικαίωμα στην Τεμπελιά” το πρακτικό αίτημα της μείωσης του χρόνου εργασίας. Αυτό που φέρνει η αύξηση της παραγωγικότητας ως προς την εργασία δεν είναι απλώς μια μείωση του χρόνου εργασίας, αλλά ακόμη, και πιο σημαντικά, η δυνατότητα να διαμορφώσουμε τη ζωή μας στη βάση νέων αρχών. Ας μην ξεχνάμε ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι απλά αποτέλεσμα του εξαναγκασμού της πείνας. Αποτελεί την δραστηριοποίηση των λειτουργιών της ζωής ως χρήση των οργάνων του σώματος, ως εξάσκηση των μυών, του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου. Αυτή η δραστηριοποίηση αποτελεί άμεση ανάγκη για τον οργανισμό, τόσο στον άνθρωπο όσο στα ζώα. Η ευλογία της τεχνικής δε συνίσταται στην αύξηση του χρόνου που σπαταλιέται στη μακάρια απραξία, αλλά στον εμπλουτισμό της ζωής με νέες μορφές δραστηριότητας. Για το μεμονωμένο άτομο αύξηση του ελεύθερου χρόνου σημαίνει τη δυνατότητα να τον αφιερώσει κατά τη βούλησή του στην απόλαυση της γαλήνης, στη σοβαρή μελέτη, στα σπορ, στις τέχνες κ.ο.κ. Για την εργατική τάξη ως ολότητα, το πράγμα έχει αλλιώς. Ο καπιταλισμός έχει από καιρό κατανοήσει ότι η μείωση του χρόνου εργασίας γεννά νέες δυνατότητες και νέα καθήκοντα για τον ίδιο. Ο καπιταλισμός δημιούργησε έτσι έναν τεράστιο μηχανισμό εκπαίδευσης, και μια ολόκληρη βιομηχανία διασκέδασης. Η τελευταία πιάνεται από την ανάγκη ανάπαυσης των μαζών, και παρέχοντάς τες ανώφελες και επιπόλαιες τέρψεις τις παρασύρει σε ακίνδυνα για τον καπιταλισμό μονοπάτια. Ακόμη και ο εργάτης που διψά για γνώση θα ικανοποιήσει αυτή τη δίψα με “κουλτούρα”, δηλ. με αστική κουλτούρα, η οποία τον προσδένει στον καπιταλισμό και τον κάνει να μη σκέφτεται την ταξική πάλη. Το κεφάλαιο δεν κυβερνά τους εργάτες μόνο κατά τη διάρκεια της εργασίας, αλλά και κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Όλη τους η ζωή, όλη τους η ημέρα, βρίσκεται υπό την εξουσία του κεφαλαίου.
Αυτό θα αλλάξει μόνον όταν οι εργάτες κατακτήσουν την εξουσία, έχοντας άμεσα στα χέρια τους τα μέσα παραγωγής. Περιττό να πούμε ότι αυτή η κατάκτηση δε θα ολοκληρωθεί με μια κίνηση, αλλά θα αφορά σε μια ολόκληρη περίοδο κοινωνικής ανατροπής. Ακόμη, αυτή η κατάκτηση είναι το αντίθετο της κρατικοποίησης της παραγωγής. Μου φαίνεται ότι ο σύντροφος Rabasseire δεν έχει συνειδητοποιήσει επαρκώς τη διαφορά ανάμεσα σε έναν ηπιότερο λόγω μεταρρυθμίσεων (πχ. μείωση του χρόνου εργασίας) καπιταλισμό, και σε μια σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας. Όταν οι εργάτες θα έχουν στα χέρια τους την παραγωγή και θα μπορούν να καθορίζουν τα της εργασίας τους, θα τους φανεί παιχνιδάκι η παραγωγή ενός πλεονάσματος για όλους. Όμως ο πραγματικός τους στόχος θα είναι η οργάνωση της τεχνικής με τέτοιον τρόπο ώστε η ανθρωπότητα να απελευθερωθεί από κάθε καταπίεση. Αλλού έχω επιχειρήσει να σκιαγραφήσω λεπτομερέστερα αυτή τη διαδικασία.
________________
[1] Το γερμανικό κείμενο μπορεί να βρεθεί στην ακόλουθει διεύθυνση: [marxists.org]Περισσότερα... »
Για το μεταμοντέρνο
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΚώστας Παλούκης, εφημ. Πριν
Από τη μόδα του «μετά + κάτι» που κατέκλυσε τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στις αρχές της δεκαετίας του 1990 φαίνεται ότι μόνο μια έννοια, το μεταμοντέρνο, κατάφερε να αντέξει στο χρόνο. Ουσιαστικά, κατάφερε να ηγεμονεύσει σε όλα τα άλλα «μετά + κάτι» και να τα ενσωματώσει σε ένα ενιαίο φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό όρο. Αυτή η εσωτερική νίκη του «μεταμοντέρνου» θα συνδυαστεί με μια επικέντρωση και όξυνση των αντιπαραθέσεων.
Στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο πεδίο της ιστοριογραφίας, οι οξείς αφορισμοί εναντίον του δίνουν την εντύπωση ότι το μεταμοντέρνο έχει κατακλύσει τον χώρο. Στα στρατόπεδα που αντιπαρατάχθηκαν από τη μία κυριαρχεί ένας σχεδόν φοβικός «αντιμεταμοντερνισμός», ο οποίος βρίσκει παντού το δάχτυλο του τρισκατάρατου και αρνείται κάθε συζήτηση και διαπραγμάτευση στο όνομα της υπεράσπισης ενός παλιού, καθαρού και άγιου μαρξισμού. Από την άλλη όμως δεν εμφανίζεται κανένας απολογητής του μεταμοντερνισμού, που να εντάσσεται διακηρυχτηκά σε αυτό το ρεύμα και να το προσδιορίζει με σαφήνεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναγνωρίζεται καν η ύπαρξή του στην Ελλάδα. Επαγγέλεται η ανανέωση, ο εκσυγχρονισμός του ιστορικού παραδείγματος, η δημιουργία μιας «νέας ιστορίας». Μάλιστα, αυτή η ανανεωτική επαγγελία εντοπίζεται με όλα σχεδόν τα πολιτικά πρόσημα.
Γενικά, όμως το κίνημα της «νέας ιστορίας» μπορεί να διαχωριστεί σε δύο γενικές ανανεωτικές τάσεις με κριτήρια τόσο τη μεθοδολογία, όσο και τη στοχοθεσία και τα συμπεράσματα. Μία τάση επιχειρεί να αναθεωρήσει την κυρίαρχη ιστοριογραφική άποψη για το χαρακτήρα του αντιστασιακού κινήματος. Αυτή συγκροτεί μια αρκετά συνεκτική ομάδα γύρω από τον Ν. Μαρατζίδη και τον Στ. Καλύβα. Οραματιζόμενοι ένα «νέο ιστορικό κύμα» επιμένουν σε εμπειρικά δεδομένα στηριγμένα σε ποσοτικές καταμετρήσεις. Μέσω μιας κατά ένα τρόπο τεχνοκρατικής επανάστασης στην προσέγγιση των πηγών, υπερθεματίζουν υπέρ της αντικειμενικοποίησης, ουδετεροποίησης και ιδεολογικής απεξάρτησης της μεθοδολογίας. Συγκεκριμένα, περιστρέφουν το ενδιαφέρον τους κυρίως γύρω από ζητήματα βίας και την ποσοτικοποιούν. Π.χ. τόσοι σκοτώθηκαν από τον ΕΛΑΣ στην Αργολίδα, αλλού οι εκτελέσει πυκνώνουν, αλλού αραιώνουν× αποξενώνουν τις ένοπλες συγκρούσεις από τα πολιτικά οράματα και τους πολιτικούς υλικούς όρους γένεσής τους× και κυρίως επιμένουν σε αιτίες που συνδέονται με οικογενειακές, τοπικές, φυλετικές αντιπαραθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια άκρως πολιτικό: το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, ο ΔΣΕ, το ΚΚΕ εμφανίζονται να διακατέχονται από έναν ενδογενή πολιτικό δολοφονικό φανατισμό. Αυτό το «νέο κύμα» συντονίζεται καθαρά με τα ρεύματα αναθεωρητισμού της ιστορίας που κυριαρχούν στην Ευρώπη και που τελικά αποσκοπούν στον ιδεολογικό στιγματισμό του «κομμουνισμού».
Η άλλη τάση επιχειρεί να εντάξει στις προβληματικές της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας νέα ερωτήματα μετατοπίζοντας την οπτική από την αντικειμενική υλική θέση των δρώντων υποκειμένων στην υποκειμενική εξατομικευμένη διάστασή τους. Δεν είναι τα κόμματα, οι οργανώσεις, τα σωματεία, οι εφημερίδες, οι τάξεις, αλλά τα πρόσωπα που ενδιαφέρουν και η δική τους βιωμένη πραγματικότητα. Η προφορική ιστορία, η πολιτισμική ιστορία, η ιστορική ανθρωπολογία, η ιστορία του φύλου ή της γυναίκας συγκροτούν τα καινούρια ιστορικά πεδία. Σε αυτό το παιχνίδι της αποδόμησης και των ταυτοτήτων η οξύτερη αντιπαράθεση αφορά κυρίως το ζήτημα του έθνους και διεξάγεται μεταξύ των Χρ. Χατζηιωσήφ και Αντ. Λιάκο. Δεν αποσκοπούν όλοι οι εκφραστές του στην Ελλάδα όμως να αποκοπούν εντελώς από τα μαρξιστικά αναλυτικά εργαλεία, αλλά στην πραγματική ανανέωση του μαρξιστικού παραδείγματος. Για παράδειγμα το έργο της Ρίκη Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια: συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), αποτελεί πρότυπη εργασία όπου εντάσσει με επιτυχία τα συμπεράσματα της αντλούμενης υποκειμενικής εμπειρίας στα κοινωνικά συμφραζόμενα και την ταξική αντιπαράθεση (και όχι μόνο ταξική διαστρωμάτωση). Ο βασικός αντίπαλος στην περίπτωση αυτή είναι ο δογματικός μαρξισμός που αδυνατεί να ενσωματώσει τις νέες προβληματικές και ο «ολοκληρωτικός κομμουνισμός», δηλαδή ο «σταλινισμός». Βέβαια υπάρχει στην Ελλάδα και αναπαράγεται μία οπτική, κυρίως εκφρασμένη από έλληνες υπ. διδάκτορες του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας, που σταματάει να συνομιλεί εντελώς με τα μαρξιστικά παραδείγματα και στέκεται τελικά εχθρικά στο κομμουνιστικό πρόταγμα. Το έργο της ιταλίδας Λουίζας Πασσερίνι «Σπαράγματα Ιστορίας» συνιστά το αντιπροσωπευτικότερο σε μια τέτοια προφορική ιστορία. Το άτομο, η γυναίκα, ο εργάτης, το θύμα του φασιστικού ή σταλινικού ολοκληρωτισμού κινεί την ιστορία μόνο του με τις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις× πετυχαίνει μικρές ανατροπές που αλλάζουν τη ζωή του και μόνο σε τελική ανάλυση σε ένα ανώτερο αφαιρετικό επίπεδο την κοινωνία.
Ποια στοιχεία συνέχουν αυτές τις δύο διαφορετικές ανανεωτικές απόπειρες και πως εκφράζεται το «μεταμοντέρνο» μέσα από αυτές; Η δεύτερη περίπτωση είναι σαφώς η κλασσική «μεταμοντέρνα». Χάνονται οι δομές, οι σχέσεις των ανθρώπων, οι συλλογικότητες και οι νόμοι που κινούν την ιστορία και εμφανίζεται το άτομο ως ο κεντρικός κινητήριος μοχλός της ιστορίας. Τα πρόσωπα και τα συμβάντα, μικρά ή μεγάλα, τα συναισθήματα και η βιωμένη εμπειρία συνιστούν το κεντρικό αφήγημα. Αναδεικνύεται ένας «νέος ιστορικισμός». Οι ιδέες και η συνείδηση υποβιβάζονται στο πεδίο των ταυτοτήτων. Ο λόγος και το κείμενο αυτονομούνται και απολυτοποιούνται. Ο αισθητικός φορμαλισμός κυριαρχεί, η λογοτεχνία και η ιστορία συναντιούνται ξανά. Ο λόγος για το λογο, η τέχνη για την τέχνη, η δράση για τη δράση, η ιστορία για την ιστορία. Ο ορθολογισμός, η αιτιοκρατία, οι νομοτέλειες ορθώνονται ως το αντίπαλο δέος που οδηγούν στον ολοκληρωτισμό.
Η άλλη όψη αυτού του απολίτικου, ουδετεροποιημένου, εξατομικευμένου, χωρίς πολιτικό πρόσημο αισθητισμού είναι ο τεχνοκρατισμός. Η υποταγή στα εμπειρικά δεδομένα και στους αριθμούς, στην αυστηρή καταμέτρηση όλων των υποπεριπτώσεων και στην αφαιρετική συνολικοποίησή τους. Αυτοί οι αριθμοί μπορούν και ορθώνουν από μόνοι τους την πραγματική αλήθεια.
Και στις δύο περιπτώσεις αποθεώνεται το ατομικό υπερεγώ και οι πράξεις του χωρίς σοβαρή συναρμογή με τα κοινωνικά συμφραζόμενα, αποθεώνεται ο βιωμένος εμπειρισμός. Αναδεικνύεται από κοινού μια διαχειριστική προσέγγιση των πηγών είτε αισθητικιστική είτε τεχνοκρατική. Αυτό που εμφανίζεται είναι από τη μία ο κατακλυσμός του θυμικού και από την άλλη ο κατακλυσμός της τεχνοκρατίας, δηλαδή οι αυτονομημένες εκδοχές της χαμένης πολιτικής ολότητας. Και αυτό είναι το μεταμοντέρνο. Ένας νέος συντηρητισμός που «βασίζεται στην αβασάνιστη υπόθεση ότι η πολιτική ενόραση μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνίας ήταν προβολή της προσωπικής μεταφυσικής της ταυτότητας» (Frederic Jameson). Η πολιτική εξαφανίζεται γιατί ακριβώς εξαφανίζεται η ταξική πολιτική. Το «νέο» της νεωτερικότητας έχει ολοκληρωθεί. Ο καπιταλισμός έχει καταπιεί προ πολλού το παλιό. Τώρα τα πάντα είναι «νέα» και εξαστισμένα, οπότε η αντιπαράθεση νέου και παλιού, προμοντέρνου και μοντέρνου χάνει το νόημά της. Οι καπιταλιστικές αξίες του εξατομικευμένου εμπειρισμού κυριαρχούν. Ενώ εμφανίζονται ουδέτερες, αποκτούν ένα ιδεολογικό και υλικό πρόσημο στη ταξική αντιπαράθεση καθώς αρνούνται φοβιστικά τη συλλογική δράση, τη στράτευση σε ένα όραμα, ενώ τελικά υπηρετούν βέβαια ένα.
Η απάντηση σε αυτό το «μεταμοντέρνο» δεν μπορεί να είναι η φοβιστική καταγγελία, η απομόνωση και η οχύρωση πίσω από τις παλιές αλήθειες. Αυτός ο δρόμος οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ήττα. Ο μαρξισμός δεν είναι μια αυτιστική θεωρία που αναπτύσσεται μόνη της σε μια δική της νησίδα αλήθειας. Είναι η άλλη όψη αυτού του κόσμου. Ο κομμουνισμός πάντα εξελισσόταν συνομιλώντας με τον αστισμό, έπαιρνε τα όπλα του και τα υπέτασσε στο όραμα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Οι μαρξιστικές θεωρίες ήταν πρώτα και κύρια κριτική υιοθέτηση μέσα από ένα μετασχηματισμό της οπτικής των αστικών ιδεων. Δε θα μπορούσε να νικήσει ο Λένιν εάν δεν έφτιαχνε μια δική του επαναστατική θεωρία για το ιμπεριαλισμό, όταν όλοι οι αστοί και οι ρεφορμιστές μιλούσαν και αναγνώριζαν ένα νέο ιμπεριαλιστικό στάδιο. Το «μεταμοντέρνο» είναι μια πραγματικότητα, η ιδεολογία και η πρακτική του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Ας φτιάξουμε το μαρξισμό, την ιστορία και το επαναστατικό πολιτικό υποκείμενο που θα απαντήσει σε αυτή την εποχή.
Ένα νέο αριστερό ιστορικό ρεύμα οφείλει, λοιπόν, να εκσυγχρονίσει τη φαρέτρα του και να χρησιμοποιήσει να καινούρια αυτά όπλα τόσο της «ποιοτικής» όσο και της «ποσοτικής» ιστορίας. Οι έννοιες του φύλου, των ταυτοτήτων, η αποδόμηση του έθνους, η προφορική ιστορία δεν είναι a priori εχθρικά σε μια υλιστική προσέγγιση. Ακριβώς το αντίθετο από ό,τι δείχνουν κάποιες εργασίες. Επίσης, ο τεράστιος αυτός όγκος δουλειάς που έγινε για να αποδειχθεί ότι ο ΕΛΑΣ σκότωνε, δηλαδή να αποδειχθεί το αυτονόητο σε έναν πόλεμο, μπορεί να χρησιμεύσει και διαφορετικά. Τα ποσοτικά στοιχεία και η γνώση της ποσοτικής έρευνας μπορεί και αυτή να υπαχθεί σε μια άλλη προοπτική. Αυτή μπορεί και πρέπει να είναι η δική μας απάντηση
Περισσότερα... »
Η ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
» Κομμουνιστική ΕπαναθεμελίωσηΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥΣ.
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση
Κλείνουν 20 χρόνια από την κατάρρευση της ταξικής και εκμεταλλευτικής κοινωνίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και δυστυχώς η αριστερά δεν έχει κλείσει τους λογαριασμούς με αυτόν. Αντίθετα τείνει να συσκοτίζει ακόμη πιο πολύ την σχέση της με την ιστορία των πειραμάτων της οικοδόμησης του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, όπως έδειξε και η απόπειρα ερμηνείας των γεγονότων από το ΚΚΕ στο συνέδριο του.
Κρατικίστικες προσεγγίσεις
O στόχος της ανάλυσης του ΚΚΕ είναι να δικαιώσει τις επιλογές της σταλινικής αστικής κλίκας, ταυτίζοντας τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό με αυτό το εκφυλισμένο μεταβατικό μόρφωμα που σχετικά γρήγορα μεταλλάχθηκε σε ένα υβριδικό καπιταλισμό, σε μια δικτατορία της κρατικής άρχουσας τάξης πάνω στο προλεταριάτο.
Δικαιώνοντας με αυτό τον τρόπο τα βαθιά κρατικίστικα ιδεολογικά – πολιτικά συστημικά χαρακτηριστικά του, το παλαιάς κοπής ρεφορμισμό του. Ένα ρεφορμισμό που ταυτίζει το σοσιαλισμό με το κράτος – κόμμα και την ενίσχυση της πολύμορφης ιεραρχίας(διευθυντές- διευθυνόμενοι, διοικητές- διοικούμενοι, καθοδηγητές- καθοδηγούμενοι). Με ένα αστυνομικό, αντεργατικό κρατικό μηχανισμό. Αδυνατώντας να δούνε τον σοσιαλισμό ως η ανώριμη φάση της παγκόσμιας κομμουνιστικής κοινωνίας.
Ταυτόχρονα μένει πιστό στην αστική αντίληψη που βάζει ως κυρίαρχο στην ιστορική εξέλιξη την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της οικονομίας και όχι την πάλη των τάξεων. Με αποτέλεσμα η εργατική κινητοποίηση να μετατρέπεται σε στήριγμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της οικονομίας- σταχανοφισμός- της στήριξης του κόμματος και του ηγέτη- προσωπολατρία- και του συνολικού κρατικού ταξικού συστήματος-εθνικισμός.
Ένας πολιτικός πρακτικισμός, οικονομισμός και παραγωγισμός που οδηγεί στην αντίληψη της κυριαρχίας του μοναδικού κομμουνιστικού κόμματος, της γραφειοκρατίας και της τεχνοκρατίας, εχθρικό και απέναντι σε κάθε ταξικά ανεξάρτητη εργατική δράση και πάλη. Από εκεί απορρέει και η φοβική και συστημική στάση του ΚΚΕ στην εξέγερση του Δεκέμβρη.
Ο καπιταλιστικός δρόμος του «υπαρκτού σοσιαλισμού»
Το κυριότερο ζήτημα στην ΕΣΣΔ ήταν πως η εργατική τάξη συνέχιζε να πουλά την εργατική της δύναμη, νιώθοντας αδύναμη να μετατραπεί σε τάξη για το εαυτό της και να αυτοκυβερνηθεί. Και αυτό από μια πλευρά ήταν φυσιολογικό με το επίπεδο της ανάπτυξης των συγκεκριμένων παραγωγικών δυνάμεων, των παραγωγικών δομών- φορντισμός / ταιηλορισμός- της τεράστιας αγροτικής μάζας που ενίσχυε μια καθυστερημένη μικροαστική συνείδηση και της ήττας των εργατικών κομμουνιστικών δυνάμεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας, με αποτέλεσμα την απομόνωση της νεαρής και άπειρης σοβιετικής εξουσίας.
Σε ένα τέτοιο μεταβατικό κλίμα μια σοβιετική εξουσία που ήθελε να είναι η εμπροσθοφυλακή της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης έπρεπε να οικοδομήσει δομές αυτοκυβέρνησης των εργατών, δημοκρατικά οργανωμένης συνεταιριστικοποίησης των αγροτικών μαζών˙ ανιχνεύοντας και ερευνώντας ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο, πέρα από τα καπιταλιστικά δάνεια, πχ ο φορντισμός/ ταιηλορισμός.
Να πάρει δηλαδή τα αναγκαία μέτρα για να δυναμώσει η εργατική δημοκρατία και εξουσία, να δυναμώσει το πολιτικό επίπεδο των πλατιών εργατικών και αγροτικών μαζών, περιμένοντας το επόμενο κύμα της παγκόσμιας επανάστασης, που όπως φάνηκε ήρθε σύντομα.
Σε αυτή την αντίληψη η ποιότητα των παραγωγικών δυνάμεων και δομών θα συσχετιζόταν άμεσα με τις ανάγκες των εργαζόμενων και όχι με αντιλήψεις μιας πρωταρχικής σοσιαλιστικής συσσώρευσης κεφαλαίου που οδηγούσε στην ενίσχυση και όχι στην αναίρεση του εμπορεύματος εργατική δύναμη.
Αντίθετα επέλεξαν να παραδώσουν την εξουσία στην γραφειοκρατία, την μικροαστική διανόηση και την τεχνοκρατία με στόχο την ανάπτυξη της παραγωγής, θεωρώντας πως έφτανε ο έλεγχος του κομουνιστικού κόμματος και της παλαιάς μπολσεβίκικης φρουράς για να ελεγχθούν αυτοί που επί της ουσίας είχαν τα χέρια τους την παραγωγή και την διοίκηση. Ενώ ταύτιζαν τις διαφορετικές σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις με την νομική κρατική κυριότητα στα μέσα παραγωγής και όχι με την εργατική δημοκρατία- εξουσία στην παραγωγή και στην κοινωνία.
Αυτό που συνέβη τελικά ήταν η σοβιετική άρχουσα τάξη να καταλάβει το κράτος και το κόμμα, να εξοντώσει την παλαιά μπολσεβίκικη φρουρά στις δίκες της Μόσχας, απονομιμοποιώντας κάθε εργατική αντίδραση(γκουλάγκ). Ονοματίζοντας αυτό το ταξικό εκμεταλλευτικό σύστημα ως «σοσιαλισμό σε μόνο μια χώρα» και στην συνέχεια «υπαρκτό σοσιαλισμό».
Μέσα από αυτό το πρίσμα, αυτό που συνέβηκε πριν από 20 χρόνια ήταν μια απόπειρα ριζικής μετάβασης των κρατικών αστικών τάξεων σε ένα κλασικό καπιταλισμό, με ολέθρια αποτελέσματα και για τους ίδιους. Απόρροια της απληστίας τους και της απουσίας μιας στρατηγικής αντίληψης κοινών συμφερόντων της κρατικής σοβιετικής ελίτ. Ένα μάθημα που έκανε την Κινέζικη κρατική ελίτ να ακολουθεί το δρόμο της ελεγχόμενης, αυταρχικής μετάβασης στον καπιταλισμό, κρατώντας τα γκέμια της εξουσίας ο κρατικός- κομματικός μηχανισμός.
Φυσικά το ερώτημα παραμένει και θα παραμείνει ανοικτό: Μπορούσε άραγε να πάρει άλλο δρόμο η ΕΣΣΔ; Η απάντηση δύσκολη. Σε ένα γενικότερο πλαίσιο μπορούμε να πούμε πως στην πορεία των ιστορικών γεγονότων δεν υπάρχουν νομοτέλειες. Ιδιαίτερα δε στις πρωταρχικές συνθήκες εμφανίζονται πολλοί και συχνά αντιθετικοί δρόμοι. Το αν τα γεγονότα πάρουν την μία ή την άλλη εξέλιξη εξαρτάται από πολλούς και πολυσύνθετους παράγοντες. Ας δούμε πχ την εξέλιξη της Κούβας που διαφοροποιείται από την εξέλιξη που είχαν οι άλλες χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Η Κούβα αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να μην ξαναγίνει«μπανανία». Παραμένοντας εν πολλοίς ένα μεταβατικό-αντικαπιταλιστικό μόρφωμα που εξασφαλίζει την ευρύτερη λαϊκή συναίνεση με την αντιιμπεριαλιστική– αντιαμερικανική πολιτική της ηγεσίας της.
Ένα «γαλατικό χωρίο» κάτω από την μύτη του αυτοκράτορα του κόσμου. Μια περήφανη, ανυπότακτη πορεία που ύστερα από την μοναξιά της δεκαετίας του 90’, απέκτησε σύμμαχους στα αντικαπιταλιστικά-αντιιμπεριαλιστικά καθεστώτα της Βενεζουέλας- Βολιβίας, διαμορφώνοντας ένα άλλο κλίμα στην Λατινική Αμερική.
Φυσικά και η ίδια η Κούβα απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί μοντέλο μεταβατικής αντικαπιταλιστικής περιόδου, μας δίνει κάποια όμως μαθήματα επαναστατικής αξιοπρέπειας που έχει ως βάση τις δομές λαϊκής- εργατικής συμμετοχής και αυτοκυβέρνησης.
Από την αντικαπιταλιστική επανάσταση στον κομμουνισμό
Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τους ιστορικά νέους δρόμους που θα πάρει η αντικαπιταλιστική επανάσταση, και η μετάβαση σε μια παγκόσμια ώριμη κοινότητα συνεταιρισμένων παραγωγών που αυτοκυβερνούνται. Ούτε πώς το προλεταριακό πλήθος θα αποκτήσει συνείδηση των κοινών συμφερόντων, οικοδομώντας δομές μιας αδιαμεσολάβητης «απόλυτης δημοκρατίας» του, δηλαδή μορφές ζωής και κοινότητας που θα υπερβαίνουν το υπάρχον σύστημα, πριν και ύστερα από την αντικαπιταλιστική επανάσταση.
Είναι αναγκαία νομίζω η ύπαρξη μιας επαναστατικής περιόδου, ενός ριζικού μετασχηματισμού της καπιταλιστικής σε κομμουνιστική κοινωνία. Η μεταβατική περίοδος ενός αντι«κράτους»-κομμούνα είναι η περίοδος των εκ βαθέων και συχνά «μακροχρόνιων κοιλοπονημάτων» της ιστορίας, όπου είναι στην ημερήσια διάταξη η χειραφέτηση των πλατιών λαϊκών και εργατικών μαζών, στην κατεύθυνση της αυτοχειραφέτησης τους. Ενάντια στο διαχωρισμό χειρωνακτικής – διανοητικής εργασίας, διευθυντών – διευθυνόμενων, διοικητών- διοικούμενων , πόλης- χωριού. Ενάντια σε κάθε διαχωρισμό με βάση το φύλο, την σεξουαλική στάση, το έθνος, την θρησκεία, την πολιτιστική κληρονομιά.
Και αυτό δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια ενός ή μιας σειράς εθνικών κρατών, αλλά σε παγκόσμια κλίμακα. Φυσικά αυτό δεν αποκλείει την περίπτωση να ξεκινήσει σε μια εθνική ή περιφερειακή βάση ή να απομονωθεί όπως συνέβη με τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα. Όπως και να χει μακρύς ο δρόμος ακόμη του «γεροτυφλοπόντικα».
Η ιστορία προχωράει με άλματα, που συχνά φαίνονται ως άλματα στο κενό, που όμως αφήνουν τα ίχνη τους στις αυλακιές του χρόνου. Διαμορφώνοντας την συνείδηση των ανθρώπων, που κατανοούν την ιστορία τους, επιτρέποντας τους να την δημιουργήσουν , όπως αυτοί επιθυμούν.
Κατά συνέπεια- ως τμήμα της παράδοσης των καταπιεσμένων- είναι αναγκαία μια κριτική ματιά και στήριξη της Οκτωβριανής Επανάστασης που απέχει πολύ από δυο αντικρουόμενες, αλλά όχι και ανταγωνιστικές στάσεις. Από μια μυθοποίηση που δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα στο όνομα του κομμουνισμού και ενός ιστορικού μηδενισμού που κολλάει με τον μεταμοντέρνο μηδενισμό του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.
Δημήτριος Αργυρός
Περισσότερα... »
«Κριτική του προγράμματος της Γκότα»
» Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση(Όμιλος Θεσσαλονίκης)
Το πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος στην Γερμανία ψηφίστηκε το 1875 στο συνέδριο της Γκότα, όταν ενώθηκαν τα δύο χωριστά, ως τότε, σοσιαλιστικά κόμματα: οι αιζεναχικοί (που καθοδηγούνταν από τους Μπέμπελ και Λίμπνεχτ και που βρίσκονταν κάτω από την ιδεολογική επιρροή των Μαρξ και Ένγκελς) και οι λασσαλικοί1. Το πρόγραμμα έπασχε από εκλεκτικισμό και ήταν οπωσδήποτε οπορτουνιστικό, γιατί οι αιζεναχικοί, πάνω στα σπουδαιότερα ζητήματα, υποχώρησαν στους λασσαλικούς και δέχτηκαν τις λασσαλικές διατυπώσεις. Ο Μαρξ, στην εργασία του Κριτική του προγράμματος της Γκότα και ο Ένγκελς, με το γράμμα του προς τον Μπέμπελ της 18-28 του Μάρτη 1875, έκαναν συντριπτική κριτική στο σχέδιο προγράμματος της Γκότα, θεωρώντας το σημαντικό βήμα προς τα πίσω σε σύγκριση με το αιζεναχικό πρόγραμμα του 1869.
Στο πρώτο μέρος, ο Μαρξ κριτικάρει όλες τις παράδοξες και λαθεμένες λασσαλικές απόψεις σχετικά με την εργασία. Η φύση είναι πηγή των αξιών χρήσης και, κατ’ επέκταση, του εμπράγματου πλούτου, όπως είναι και η εργασία, μόνο εφόσον γίνεται με τα αντίστοιχα μέσα και αντικείμενα. Η εργασία από μόνη της είναι μόνο η έκφραση της ανθρώπινης εργατικής δύναμης και δεν πρέπει να αποδίδεται σ’ αυτήν καμιά υπερφυσική δημιουργική δύναμη. Και εφόσον η εργασία καθορίζεται από τη φύση, ο άνθρωπος που δεν κατέχει καμία ιδιοκτησία πέραν της εργατικής του δύναμης είναι υποχρεωτικά δούλος των ιδιοκτητών των αντικειμενικών όρων της εργασίας (οι οποίοι είναι, τόσο οι κεφαλαιοκράτες, όσο και οι γαιοκτήμονες). Όσον αφορά την «ωφέλιμη» εργασία, αυτή είναι απλά και μόνο η εργασία που παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Όμως, η εργασία μόνο μέσα στην κοινωνία και μέσω αυτής(δηλαδή ως κοινωνική εργασία) μπορεί να γίνει πηγή πλούτου και πολιτισμού, γιατί η ξεχωριστή εργασία (της οποίας οι εμπράγματοι όροι υπάρχουν) μπορεί να δημιουργήσει αξίες χρήσεις αλλά όχι πλούτο και πολιτισμό. Βέβαια, όσο αναπτύσσεται κοινωνικά η εργασία, αναπτύσσονται και οι αντιθέσεις μεταξύ εργατών και ιδιοκτητών.
Απέναντι στη λασσαλική έκφραση «ακέραιο έσοδο της εργασίας», ο Μαρξ αποδεικνύει ότι τελικά υπάρχει η οικονομική ανάγκη αφαιρέσεων από αυτό, των οποίων το μέγεθος καθορίζεται από τα υπάρχοντα μέσα και δυνάμεις, αλλά δεν μπορούν να υπολογιστούν με βάση τη δικαιοσύνη. Βλέποντας στο πρόγραμμα την κομμουνιστική κοινωνία να προβάλει από την κεφαλαιοκρατική με όλα τα σημάδια της τελευταίας κι όχι όπως έχει εξελιχθεί στη δικιά της βάση, αποδεικνύει γιατί το «ίσο δίκαιο» εξακολουθεί να είναι άνισο για κάθε άνιση εργασία. Το δίκαιο από τη φύση του μπορεί να υπάρχει μόνο στην εφαρμογή ίσου μέτρου. Καταλήγοντας, ο Μαρξ διακρίνει την ανώτερη και κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Διακρίνει στην κατώτερη όλα τα αντιθετικά της στοιχεία που προκύπτουν από το γεγονός ότι αυτή είναι μόλις στα σπάργανα, έτσι όπως έχει προκύψει από την κεφαλαιοκρατία με όλα τα αντιφατικά της στοιχεία. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στη μη κατάργηση του νόμου της αξίας και την ύπαρξη εμπορευματικών σχέσεων (σε αντίθεση με τον Ένγκελς που δεν το βλέπει τόσο συγκεκριμένα). Επίσης, στην ύπαρξη του ίσου δικαίου ως αστικού γιατί είναι αδιαμφισβήτητα σίγουρο ότι το δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να είναι ανώτερο από την οικονομική διαμόρφωση και την ανάπτυξη της κοινωνίας σε μια καθορισμένη στιγμή. Έπειτα, για την ανώτερη φάση, κατηγορηματικά λέει ότι στην ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας με την εξαφάνιση της υποταγής των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας, την κατάργηση της αντίθεσης μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, με την ανύψωση της εργασίας και την πολύπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τότε μόνο μπορεί να καταργηθεί τελείως το στενό αστικό δίκαιο που αντιμετωπίζει τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του και καθένας θα αφορίζεται με βάση τις ανάγκες του.
Αντίθετα με τη λασσαλική άποψη, ότι όλες οι υπόλοιπες τάξεις αποτελούν μόνο μια αντιδραστική μάζα, αντιπαρατίθεται η άποψη ότι οι μεσαίες τάξεις από τη μια καταπολεμούν την αστική τάξη για να διατηρήσουν την ύπαρξή τους ως μεσαίες και να σωθούν από τον αφανισμό και απ αυτήν την άποψη είναι συντηρητικές και αντιδραστικές. Επαναστατικοποιούνται, όμως, με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο, που σημαίνει ότι εγκαταλείπουν τη δικιά τους άποψη για να πάνε με το προλεταριάτο, το οποίο είναι επαναστατικό απέναντι στην αστική τάξη. Αυτής της επαναστατικής τάξης ο αγώνας δεν είναι εθνικός στο περιεχόμενο αλλά στη μορφή. Δηλαδή, οι εργατικές τάξεις συναδελφώνονται διεθνιστικά στον κοινό αγώνα ενάντια στις κυρίαρχες τάξεις και τις κυβερνήσεις των χωρών τους. Απέναντι σε αυτό, το πρόγραμμα μιλάει με περίσσια οπορτουνιστικότητα για τη «διεθνή συναδέλφωση των λαών» κλπ.
Τι να πει κανείς για το «σιδερένιο νόμο του μισθού», που θα έρθει να καταργήσει το μισθωτό σύστημα. Ένας περίφημος λασσαλομαλθουσιανός2 νόμος, που λέει πως ο εργάτης πρέπει να παίρνει κατά μέσο όρο μόνο το κατώτερο όριο του μεροκάματου και θέλει, μάταια βέβαια, να πείσει ότι αιτία της φτώχειας δεν είναι οι ανειρήνευτες αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά οι ίδιες οι λαϊκές μάζες που αναπτύσσονται με ταχύ ρυθμό. Και βέβαια, όλα αυτά χωρίς καμία νύξη για ταξικές διαφορές και ταξικούς αγώνες, αλλά ως δια μαγείας αυτός ο νόμος (σε συνδυασμό, βέβαια, με το «ελεύθερο κράτος», με το οποίο θα ασχοληθούμε αργότερα) θα εξαλείψει κάθε κοινωνική και πολιτική ανισότητα.
Συνεχίζοντας πάντα οπορτουνιστικά, στο πρόγραμμα αναφέρεται με περίσσεια χάρη ότι το ίδιο το κράτος θα πρέπει να «βοηθάει» τους εργάτες να δημιουργήσουν παραγωγικούς συνεταιρισμούς (γιούνκερ) και έρχεται σαν αποκορύφωμα η «απαίτηση για δημοκρατικό έλεγχο από τον εργαζόμενο λαό» πάνω στην κρατική βοήθεια και την προσδοκία ότι από τους συνεταιρισμούς αυτούς θα ξεπηδήσει η σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας. Όλα αυτά, ξεχνώντας ότι το κράτος είναι το όργανο της εκμεταλλεύτριας τάξης και επίσης ότι η σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας ξεπηδά από την επαναστατική πορεία μετατροπής της κοινωνίας. Ουσιαστικός λόγος για τα συνδικάτα δε γίνεται, τα οποία, σύμφωνα με τον Μαρξ, καμία σχέση δεν έχουν με την ίδρυση «συνεταιριστικών οργανώσεων με κρατική βοήθεια» και έχουν νόημα μόνο εφόσον είναι ανεξάρτητα δημιουργήματα των εργατών.
Πρέπει εδώ να αναφερθεί κανείς στο «ελεύθερο κράτος». Γενικά, στο πρόγραμμα, το κράτος φαίνεται σαν κάτι πάνω από την κοινωνία, ενώ «ελεύθερο» σημαίνει απόλυτα υποταγμένο στην κοινωνία. Δηλαδή, το κράτος εξετάζεται σαν ανεξάρτητη οντότητα που έχει τις δικές της «ελεύθερες» βάσεις αντί η υπάρχουσα κοινωνία να είναι η βάση του υπάρχοντος κράτους. Εδώ αξίζει να πούμε ότι η δεδομένη κοινωνία είναι πάνω-κάτω σήμερα λίγο ή πολύ κεφαλαιοκρατική. Το κράτος αλλάζει από χώρα σε χώρα αλλά ωστόσο προκύπτει από την ίδια βάση ,η οποία είναι λιγότερο ή περισσότερο κεφαλαιοκρατικά ανεπτυγμένη. Ο Μαρξ μιλάει για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό και θέτει το ζήτημα ως εξής: το πέρασμα από την καπιταλιστική κοινωνία, που εξελίσσεται προς τον κομμουνισμό, προς την κομμουνιστική κοινωνία είναι ακατόρθωτο χωρίς μια πολιτική μεταβατική περίοδο και το κράτος αυτής της περιόδου δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η επαναστατική ‘δικτατορία του προλεταριάτου’3. Ποια είναι όμως η σχέση αυτής της δικτατορίας με την δημοκρατία? Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει πολλά στοιχεία από την μαρξιστικολενινιστικη θεωρία για το κράτος. Σε γενικές γραμμές, το αστικό κράτος δεν απονεκρώνεται αλλά καταργείται από το προλεταριάτο στην επανάσταση. Ύστερα από το πάρσιμο των μέσων παραγωγής στην κατοχή του κράτους εξ’ ονόματος όλης της κοινωνίας προκύπτει η πολιτική μορφή του κράτους που είναι η πιο ολοκληρωμένη δημοκρατία. Συνεπώς μιλάμε για απονέκρωση της δημοκρατίας. Ας μην ξεχνάμε ότι η δημοκρατία είναι και επίσης κράτος και θα εξαφανιστεί όταν θα εξαφανιστεί το κράτος. Όσον αφορά το σύνθημα ‘ελεύθερο λαϊκό κράτος’ καταλαβαίνουμε ότι δεν περιέχει κανένα πολιτικό περιεχόμενο εκτός από μια μικροαστική στομφώδη περιγραφή της έννοιας της δημοκρατίας. Το σύνθημα αυτό είναι οπορτουνιστικό όχι μόνο γιατί εκφράζει τον εξωραϊσμό της αστικής δημοκρατίας αλλά και τη μη κατανόηση της σοσιαλιστικής κριτικής κάθε κράτους γενικά.
Επομένως δικτατορία του προλεταριάτου είναι ‘πολιτική μεταβατική περίοδος’. Είναι ξεκάθαρο ότι και το κράτος αυτής της περιόδου είναι μετάβαση από το κράτος στο μη κράτος, δηλαδή δεν είναι πια κράτος με την καθ’ εαυτού έννοια του.
Βέβαια μπαίνει τέλος και το ερώτημα με τι πρέπει να αντικατασταθεί η κρατική μηχανή που έχει συντριβεί. Δηλαδή σε τι συνίσταται ακριβώς αυτή η καθορισμένη μορφή της προλεταριακής, της σοσιαλιστικής δημοκρατίας.
Σημειώσεις
1.Λασσάλ: γερμανός αστός σοσιαλιστής, γενάρχης του λασσαλισμού, μια από τις παραλλαγές του οπορτουνισμού στο γερμανικό εργατικό κίνημα. Ο Λασσάλ ήταν ένας από τους ιδρυτές της Πανγερμανικής εργατικής ένωσης(1863). Η δημιουργία της Ένωσης είχε σημασία για το κίνημα, ο Λασσάλ όμως όταν εκλέχτηκε πρόεδρος της Ένωσης, την οδήγησε σε οπορτουνιστικό δρόμο. Οι Λασσαλιστές με την νόμιμη διαφώτιση για το νομικό εκλογικό δικαίωμα, με τη δημιουργία παραγωγικών ενώσεων που θα χρηματοδοτούνταν από το κράτος των γιούνκερ, υπολόγιζαν να πετύχουν την δημιουργία ενός ‘ελευθέρου λαϊκού κράτους’. Ο Λασσάλ υποστήριζε την πολιτική της συνένωσης της Γερμανίας ‘από τα πάνω’ με την ηγεμονία της αντιδραστικής Πρωσίας. Η οπορτουνιστική λογική των λασσαλιστών αποτελούσε εμπόδιο στη δράση της Ι Διεθνούς και στη δημιουργία ενός εργατικού κόμματος στην Γερμανία, εμπόδιζε την καλλιέργεια ταξικής συνείδησης στους εργάτες.
2.Μαλθουσιανισμός: Αστική θεωρία την οποία διατύπωσε ο άγγλος ιερωμένος Μάλθους. Ισχυριζόταν ότι η αύξηση του πληθυσμού ξεπερνάει κατά πολύ την αύξηση των μέσων συντήρησης των ανθρώπων. Με γνώμονα αυτό τον αναληθή ισχυρισμό, προσπάθησε να αποδείξει ότι αιτία της φτώχειας είναι οι ίδιες οι λαϊκές μάζες που αναπτύσσονται τόσο γρήγορα. Ο Μάλθους πρότεινε στους εργαζόμενους σαν μέσο βελτίωσης της θέσης τους , την αγαμία είτε τον περιορισμό των γεννήσεων με οποιοδήποτε τρόπο. Οι σύγχρονοι αμερικάνοι και άγγλοι κοινωνιολόγοι προβάλουν ξανά τη θεωρία του και μάλιστα με πιο αντιδραστική μορφή. Δικαιολογούν την αποικιοκρατική πολιτική των ιμπεριαλιστών, διακηρύσσουν ότι ο πόλεμος είναι το καλύτερο μέσο βελτίωσης των





