«Οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε.»
Κ. Μαρξ «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα»
Β. Ι. Λένιν «Οι αγώνες για την κοινωνία του μέλλοντος είναι απαραίτητο να φωτίζονται από την θεωρητική προτρέχουσα σύλληψή της, ώστε να μην είναι τυφλοί ή κοντόφθαλμοι, αλλά συνειδητοί και εμπνευσμένοι.»
Β.Α.Βαζιούλιν
Η μαρξιστική φιλοσοφία ήταν η πρώτη που έθεσε ουσιαστικά το ζήτημα της διαλεκτικής της θεωρίας με την πράξη, ήταν η πρώτη φιλοσοφία που είχε στόχο όχι μόνο να εξηγήσει τον κόσμο μα και να τον αλλάξει. Το συγκεκριμένο ζήτημα που αποτελεί βασική πτυχή του γνωσεολογικού προβλήματος της φιλοσοφίας (δηλαδή του ζητήματος αν, κατά πόσο και πώς η νόηση μπορεί να γνωρίσει το Είναι) απασχόλησε σε όλες τις μετέπειτα ιστορικές περιόδους τα επαναστατικά κινήματα που είχαν αναφορά στο μαρξισμό και είναι ιδιαίτερα επίκαιρο και στη σημερινή περίοδο της κυριαρχίας της αστικής αντεπανάστασης
Στόχος του συγκεκριμένου άρθρου είναι η παρουσίαση των βασικών θέσεων του μαρξισμού στο συγκεκριμένο ζήτημα τόσο από την άποψη της φιλοσοφίας όσο και από την άποψη της κοινωνικής θεωρίας, καθώς και μια κριτική προσέγγιση στη σημερινή αντιμετώπιση του ζητήματος από τα κόμματα της ελληνικής επαναστατικής αριστεράς. Τέλος επιχειρείται και μία προσέγγιση στο ποια πρέπει να είναι η στάση και ο ρόλος ενός επαναστάτη στις μέρες μας.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.
Το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας κατά τη φάση της διαμόρφωσής της, όπως αυτό αναλύθηκε από τους Marx και Engels, συνίσταται στο ερώτημα τι είναι πρωταρχικό η Ύλη ή το Πνεύμα. Η απάντηση του μαρξισμού ως υλιστικής φιλοσοφίας, στο συγκεκριμένο ερώτημα, είναι ότι η αντικειμενική πραγματικότητα, η Ύλη, υπάρχει πριν και έξω από την συνείδηση, το Πνεύμα κάτι που σε γνωσιολογικό επίπεδο θέτει το ζήτημα της ταυτότητας της νόησης με το Είναι, δηλαδή αν η νόηση μπορεί να αντιλαμβάνεται αληθινά υπαρκτά χαρακτηριστικά αυτής της αντικειμενικής πραγματικότητας ή όχι. Ως γνωστόν η επαφή του ανθρώπου με το γύρω του κόσμο γίνεται πρωταρχικά με τα αισθητήρια όργανα, με τις αισθήσεις. Τα σύγχρονα δεδομένα των επιστημών, κυρίως της νευροφυσιολογίας, μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες για το πώς λειτουργούν οι αισθήσεις μας. Ας πάρουμε για παράδειγμα την όσφρηση: η διέγερση των οσφρητικών υποδοχέων, που βρίσκονται στα οσφρητικά κύτταρα που καλύπτουν τον οσφρητικό βλεννογόνο μέσα στη μύτη, γίνεται μέσω χημικών ερεθισμάτων από το περιβάλλον. Ανάλογα με το ερέθισμα υπάρχει μια πολλή μεγάλη ποικιλία υποδοχέων (είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν περίπου 1000 γονίδια, που σχετίζονται με την όσφρηση, ενώ οι διαφορετικές οσμές που μπορεί να διακρίνει ο άνθρωπος ανέρχονται σε περίπου 10000) που διεγείρονται (έτσι για παράδειγμα είναι διαφορετικοί οι υποδοχείς που διεγείρονται από το άρωμα ενός τριαντάφυλλου και διαφορετικοί αυτοί που διεγείρονται από τη μυρωδιά ενός φαγητού). Η διέγερση του υποδοχέα (που γίνεται με τη σύνδεση μορίων του αέρα σ’ αυτόν) προκαλεί στη συνέχεια τη δημιουργία ενός ηλεκτρικού κύματος που μέσα από μια σειρά συνάψεων μεταξύ νευρικών κυττάρων φτάνει στον οσφρητικό βολβό, την κύρια οσφρητική περιοχή του εγκεφάλου, αλλά και σε άλλες περιοχές του εγκεφάλου, όπου γίνεται η ολοκλήρωση της πληροφορίας. Έτσι η διέγερση των υποδοχέων από τα μόρια της ατμόσφαιρας ενεργοποιεί ένα ολόκληρο νευρικό κύκλωμα, επιτρέποντάς μας να ενσωματώνουμε τις οσμές στις αναμνήσεις μας. Το όλο σύστημα μεταφοράς και ολοκλήρωσης της οσφρητικής πληροφορίας (από τον υποδοχέα μέχρι την ολοκλήρωση στα ανώτερα εγκεφαλικά κέντρα) δε δέχεται απλώς παθητικά την επίδραση του περιβάλλοντος αλλά υπάρχει ως ενεργητική δομή που παίζει ρόλο τόσο στην πρόσληψη όσο και στην επεξεργασία της πληροφορίας (μέσα από διάφορους μηχανισμούς) με αποτέλεσμα το ίδιο ερέθισμα να μην ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο από κάθε άνθρωπο. Έτσι τελικά μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία παράγεται η υποκειμενική αντίληψη της συγκεκριμένης οσμής, μυρωδιάς που αντικειμενικά αντιστοιχεί σε συγκεκριμένα χημικά μόρια του περιβάλλοντος. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες αισθήσεις (π.χ. στην περίπτωση της όρασης αυτό που αντικειμενικά είναι ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία βιώνεται ως χρώμα και παράσταση). Επομένως γίνεται κατανοητό ότι τα αισθητήρια όργανα δέχονται ερεθίσματα από το περιβάλλον στα οποία αντιδρούν με αποτέλεσμα η ανθρώπινη συνείδηση να αντιλαμβάνεται στοιχεία-χαρακτηριστικά της αντικειμενικής πραγματικότητας. Βέβαια αυτό γίνεται μέσα από μια σειρά μετασχηματισμών (χημική διέγερση, νευρική ώση, ολοκλήρωση στον εγκέφαλο κτλ) και η πρόσληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας γίνεται με υποκειμενικό τρόπο. Όπως σημειώνει ο Ευτ. Μπιτσάκης «το υποκειμενικό αίσθημα είναι λοιπόν ποιοτικά διάφορο από το αρχικό σήμα. Ωστόσο το σήμα είναι η πηγή, η αιτία του, και η διαδικασία μετασχηματισμού είναι αιτιακά καθορισμένη- είναι μια αλυσίδα από αιτιακά καθορισμένες και αλληλεξαρτημένες διαδικασίες. Η εικόνα του αντικειμένου (Σ.Σ. στην περίπτωση της όρασης) δεν υπάρχει σαν τέτοια στον εγκέφαλο. Υπάρχει όμως μια αλλοίωση, μια εγγραφή, ένα υλικό υπόστρωμα διαμορφωμένο από το εξωτερικό σήμα, που μπορεί να την αναπαράγει. Η παράσταση είναι λοιπόν άλλη ως προς το αντικείμενο. Ωστόσο σχετίζεται μαζί του γενετικά, αντιστοιχεί στις ιδιομορφίες του, αποτελεί ένα είδος ¨αντιγράφου¨.» (Μπιτσάκης,1998).
Tα αισθητήρια όργανα εξελίσσονται, αρχικά βιολογικά, προσδίδοντας σταδιακά πλεονεκτήματα στους οργανισμούς και βοηθώντας την καλύτερη προσαρμογή στο περιβάλλον και την καλύτερη κάλυψη των αναγκών τους, και εν συνεχεία κοινωνικά, κατά τη διαδικασία της εργασιακής αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με τη φύση και τους άλλους ανθρώπους, (δεν είναι τα ίδια σήμερα με αυτά του πρωτόγονου ανθρώπου) έτσι ώστε να συμβάλλουν στην καλύτερη πρόσληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας και να επιτρέπουν έτσι τον εργασιακό μετασχηματισμό της. Μ΄ αυτή τη λογική ο Marx έλεγε «οι αισθήσεις του κοινωνικού ανθρώπου είναι άλλες από εκείνες του μη κοινωνικού. Μόνο χάρη στον αντικειμενικά ξετυλιγμένο πλούτο της ανθρώπινης ουσίας κατορθώνεται ο πλούτος της υποκειμενικής ανθρώπινης αισθητικότητας, γίνεται ένα μουσικό αυτί, ένα μάτι για την ομορφιά της μορφής, με λίγα λόγια αναπτύσσονται αισθήσεις ικανές για ανθρώπινη απόλαυση, βεβαιώνονται σαν ανθρώπινες ουσιαστικές δυνάμεις... Η μόρφωση των πέντε αισθήσεων είναι έργο όλης της ως τώρα παγκόσμιας ιστορίας.» (Κ. Marx, 1975).
Μέσα από αυτό το πρίσμα η αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπινων αισθητηρίων (και γενικότερα του ανθρώπου ως σύνολο) και περιβάλλοντος υπάγεται μέσα στην έννοια της αντανάκλασης, ως «καθολικής ιδιότητας της αντικειμενικής πραγματικότητας, πλευράς της αλληλεπίδρασης που συνίσταται στη διαφόρων βαθμίδων αναπαραγωγή γνωρισμάτων, δομικών χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων και σχέσεων του αντανακλώμενου αντικειμένου ή διαδικασίας». (Πατέλης,1994-95). Η αντανάκλαση υπάρχει σε διάφορα επίπεδα από τα στοιχεία της μη ζώσας φύσης, τα φυτά και τους απλούστερους οργανισμούς μέχρι και τα ανώτερα είδη έμβιων όντων και τον άνθρωπο, όπου, κυρίως υπό την επίδραση της εργασιακής του δραστηριότητας, παίρνει την ανώτερη μορφή της που είναι η συνείδηση και η αυτοσυνείδηση. Ωστόσο η αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας από τον άνθρωπο δεν είναι μια απλή μηχανική αντανάκλαση, όπως η αντανάκλαση σε έναν καθρέφτη, δεν αναπαράγει την πραγματικότητα «φωτογραφικά, αλλά μέσα από ένα πλέγμα γνωσιακών δομών, ιδεολογίας, συναισθηματικών καταστάσεων κλπ., δηλαδή μέσα από το συνειδησιακό είναι, από το οποίο μορφώνεται, και το οποίο αναδραστικά τροποποιεί και καθορίζει» (Μπιτσάκης,1990). Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η αισθητηριακή αντίληψη (όπως και η νοητική λειτουργία στο σύνολό της) διαμεσολαβείται και από άλλους παράγοντες, ψυχικούς, ιδεολογικούς κτλ. και καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στις οποίες αναπτύσσεται: «οι υλικές-βιολογικές προϋποθέσεις της νόησης δεν αρκούν να καθορίσουν ούτε καν την απλή παράσταση, επειδή δεν υπάρχει ούτε καθαρή αίσθηση, ούτε καθαρή παράσταση, ούτε καθαρό συμβάν και δεδομένο : οι ιδεολογικοί όροι μιας εποχής συνιστούν ένα πλαίσιο αναφοράς και επεξεργασίας και των πιο «απλών» σταδίων της νοητικής λειτουργίας» (Μπιτσάκης, 1998).
Με όλα αυτά γίνεται φανερό ότι η συνείδηση μέσω της (πρακτικής) αλληλεπίδρασής της με τον εξωτερικό κόσμο μπορεί να γνωρίσει πλευρές της αντικειμενικής πραγματικότητας. Κατά το μαρξισμό το πιο σημαντικό κριτήριο αυτής της δυνατότητας, της «κυριαρχικότητας» (κατά τον Engels) της ανθρώπινης νόησης είναι η πράξη. Σύμφωνα με το γνωστό «αφορισμό» του Marx «το ζήτημα αν η ανθρώπινη νόηση μπορεί να κατακτήσει την αντικειμενική αλήθεια δεν είναι ζήτημα θεωρίας αλλά πρακτικό ζήτημα. Στην πράξη πρέπει ο άνθρωπος να αποδείξει την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα και τη δύναμη, το εντεύθεν της νόησής του. Η διαμάχη για την πραγματικότητα ή τη μη πραγματικότητα της απομονωμένης από την πράξη νόησης είναι καθαρά σχολαστικό ζήτημα» (Marx-Engels). Βέβαια το συγκεκριμένο κριτήριο δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει απόλυτα την αλήθεια οποιασδήποτε ανθρώπινης αντίληψης αλλά έχει και αυτό σχετική πάντοτε ισχύ που εξαρτάται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Ωστόσο παρά τη σχετικότητά του το κριτήριο αυτό είναι ταυτόχρονα «τόσο προσδιορισμένο, ώστε να μπορεί κανείς να διεξάγει ανελέητο αγώνα ενάντια σε όλες τις παραλλαγές του ιδεαλισμού και του αγνωστικισμού» (Lenin, 1988).
Είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε ότι όλη η κίνηση της ανθρώπινης νόησης να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα από τις αρχικές αισθητηριακές αντιλήψεις μέχρι τις αφαιρέσεις και τις έννοιες θα πρέπει να νοηθεί στην οργανική της ενότητα με την ανθρώπινη εργασιακή δραστηριότητα. Όπως λέει ο Engels «οι φυσικές επιστήμες, όπως και η φιλοσοφία, αγνόησαν απόλυτα την επίδραση της ανθρώπινης δραστηριότητας πάνω στη σκέψη. Και οι δύο γνωρίζουν από τη μια μεριά μόνο τη φύση κι από την άλλη μόνο τη σκέψη. Κι όμως το πιο ουσιαστικό και άμεσο θεμέλιο της ανθρώπινης σκέψης, είναι ακριβώς ο μετασχηματισμός της φύσης από τον άνθρωπο κι όχι μονάχα η φύση σαν τέτοια και η νόηση του ανθρώπου αναπτύχθηκε μονάχα στο βαθμό που έμαθε να μεταμορφώνει τη φύση» (Engels, 2001a). Η συγκεκριμένη θέση δείχνει ακριβώς ότι «η παραγωγή παράγει όχι μόνο ένα αντικείμενο για το υποκείμενο, αλλά και ένα υποκείμενο για το αντικείμενο» (Marx, 1975). Και μάλιστα όχι μόνο η ανθρώπινη νόηση γεννιέται κατά την εργασία αλλά και στοχεύει στην προτρέχουσα σύλληψη των αποτελεσμάτων της, δηλαδή καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις ανάγκες του πρακτικού μετασχηματισμού κατά την εργασιακή δραστηριότητα . Είναι λοιπόν φανερό ότι η εργασία αλλά και γενικότερα η πρακτική ως «ιδιότυπα ανθρώπινη, συνειδητή, σκοποθετούσα, σκόπιμη και υλική (αισθητηριακά εμπράγματη) δραστηριότητα κατά την οποία το υποκείμενο (ατομικό ή συλλογικό) αφομοιώνει και αλλάζει την αντικειμενική πραγματικότητα (φυσική και κοινωνική)…αποτελεί την αφετηρία, τη βάση, την κινητήρια δύναμη τον τελικό προορισμό (άμεσα ή έμμεσα) και το κριτήριο της αλήθειας της γνώσης. Τροφοδοτεί την επιστήμη με πραγματολογικό-εμπειρικό υλικό, καθορίζει τη διάρθρωση, το αντικειμενικό περιεχόμενο και την κατεύθυνση της ανθρώπινης νόησης» (Πατέλης, 1994-95).
Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι τα αισθητήρια όργανα μας είναι αντικειμενικά περιορισμένα, δεν έχουν τη δυνατότητα να μας πληροφορήσουν για όλα τα συμβαίνοντα γύρω μας. Για παράδειγμα έχουμε τη δυνατότητα να βλέπουμε ένα πολύ μικρό φάσμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, σε σχέση με το σύνολό της, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα ηχητικά κύματα πού αντιλαμβανόμαστε αλλά και για τις υπόλοιπες αισθήσεις. Παρόλα αυτά είναι φανερό σήμερα ότι ο άνθρωπος σε πολλές περιπτώσεις έχει καταφέρει, χάρη στην επιστήμη και την τεχνολογία, να γνωρίσει πράγματα που μόνο με τις αισθήσεις του δεν μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξή τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Engels για τα μυρμήγκια: «τα μυρμήγκια έχουν διαφορετικά μάτια από μας. Βλέπουν τη χημική ακτινοβολία (Σ.Σ, εννοεί την υπεριώδη ακτινοβολία), αλλά όσον αφορά τη γνώση αυτών των ίδιων, των αόρατων για μας ακτίνων, προχωρήσαμε σημαντικά πιο μακριά από τα μυρμήγκια. Και το ίδιο το γεγονός ότι είμαστε ικανοί να αποδείξουμε ότι τα μυρμήγκια βλέπουν αόρατα για μας αντικείμενα, και ότι αυτή η απόδειξη στηρίζεται αποκλειστικά σε παρατηρήσεις που έγιναν με τα δικά μας μάτια, δείχνει πως η ειδική κατασκευή του ανθρώπινου ματιού δεν θέτει απόλυτο όριο για την ανθρώπινη γνώση» (Engels,2001a). Οι αισθήσεις μας λοιπόν δεν αποτελούν αξεπέραστο φραγμό για την αντικειμενική και σε βάθος γνώση του κόσμου αλλά είναι αυτές που ενώνουν την ανθρώπινη συνείδηση μ΄ αυτόν, αποτελώντας την πρώτη βαθμίδα στη διαδικασία της γνώσης.
Η ανθρώπινη νόηση λοιπόν γνωρίζει αντικειμενικές πτυχές της πραγματικότητας αφού τα αισθητηριακά δεδομένα αντανακλούν αυτή την πραγματικότητα, όπως είπαμε. Ωστόσο η φιλοσοφική σκέψη, από την αρχαιότητα ακόμη συνειδητοποίησε ότι τα δεδομένα που μας δίνουν οι αισθήσεις είναι άμεσα και επιφανειακά, είναι μόνο τα φαινόμενα της αντικειμενικής πραγματικότητας και δεν μπορούν καθ΄ εαυτά να μας οδηγήσουν στη σε βάθος γνώση αυτής και των νομοτελειών της. Για παράδειγμα ο Αριστοτέλης είχε διατυπώσει την άποψη ότι «η μεν εμπειρία των καθ’ έκαστόν εστι γνώσις η δε τέχνη των καθόλου» (Αριστοτέλης, 1993). Γίνεται λοιπόν εμφανής η ανάγκη περαιτέρω επεξεργασίας των αισθητηριακών δεδομένων και αναγωγής τους σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αυτό το επίπεδο συνιστούν οι αφηρημένες έννοιες, οι νόμοι, οι κρίσεις, οι συλλογισμοί κτλ. Πριν όμως αναφερθούμε στη συγκεκριμένη κίνηση της νόησης θα πρέπει να αναφερθούμε στα όρια της γνώσης και τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς περιορισμούς της, δηλαδή στη διαλεκτική σχέση σχετικής και απόλυτης αλήθειας.
Για τη μαρξιστική φιλοσοφία η ανθρώπινη νόηση δεν μπορεί να γνωρίσει απόλυτα την αντικειμενική πραγματικότητα, να την αντανακλάσει όπως αυτή ακριβώς είναι. Κι αυτό γιατί υπόκειται τόσο σε αντικειμενικούς όσο και σε υποκειμενικούς περιορισμούς. Όπως λέει ο Engels «η κάθε απεικόνιση του παγκόσμιου συστήματος στη σκέψη παραμένει αντικειμενικά περιορισμένη λόγω της ιστορικής θέσης και υποκειμενικά περιορισμένη λόγω της σωματικής και πνευματικής κατασκευής του δημιουργού της» (Engels,2001b). Καθώς λοιπόν η ύλη, ως φιλοσοφική κατηγορία, είναι άπειρη στο χώρο και στο χρόνο, ενώ αντίθετα η ανθρώπινη νόηση είναι χωροχρονικά-ιστορικά (αντικειμενικά) περιορισμένη, δεν μπορούν να ταυτιστούν απόλυτα. Όταν πρόκειται μάλιστα για γνώση του κοινωνικού Είναι οι αντικειμενικοί-ιστορικοί περιορισμοί της ανθρώπινης νόησης καθορίζονται και «από το χαρακτήρα και το επίπεδο ανάπτυξης του γνωστικού αντικειμένου, από το επίπεδο ανάπτυξης της αντιφατικής σχέσης παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής και συνολικά του ανθρώπινου πολιτισμού» (Πατέλης,1994-95) ενώ σε κάθε περίπτωση σημαντικός παράγοντας είναι και το επίπεδο ανάπτυξης της συγκεκριμένης γνωστικής διαδικασίας (των μεθόδων, των κεκτημένων γνώσεων). Από την άλλη, όπως είπαμε, η ανθρώπινη νόηση δεν είναι απόλυτη-μηχανική αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλλά υποκειμενική, έμμεση και διαμεσολαβημένη από πολλούς παράγοντες (ιδεολογικούς, ψυχικούς…) αντανάκλαση-διάθλασή της. Όμως ακριβώς αυτή η αντίφαση, που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι «αφ’ ενός να γνωρίσουν το παγκόσμιο σύστημα εξαντλητικά σ’ όλη την αλληλουχία του και, αφετέρου, να μην μπορέσουν ποτέ πλήρως να λύσουν αυτό το πρόβλημα εξαιτίας της δικής τους φύσης, αλλά και εξαιτίας της φύσης του παγκόσμιου συστήματος… είναι και ο κύριος μοχλός όλης της διανοητικής προόδου και λύνεται καθημερινά και διαρκώς στην ατέρμονη προοδευτική εξέλιξη της ανθρωπότητας, ακριβώς όπως, για παράδειγμα, τα μαθηματικά προβλήματα σε μια απειροστή σειρά ή στα ασύμμετρα κλάσματα» (Engels,2001b) . Αυτή ακριβώς η άρνηση του απόλυτου χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώσης δε σημαίνει και απόλυτη άρνηση της δυνατότητας της ανθρώπινης νόησης να «αντανακλάσει» πτυχές της αντικειμενικής πραγματικότητας. Κατά το Lenin «ιστορικά εξαρτημένα είναι τα όρια της προσέγγισης των γνώσεών μας στην αντικειμενική, την απόλυτη αλήθεια, είναι όμως έξω από όρους η ύπαρξη αυτής της αλήθειας, είναι απόλυτο το ότι πλησιάζουμε σ’ αυτήν. Το περίγραμμα της εικόνας είναι ιστορικά εξαρτημένο, είναι όμως απόλυτο το ότι η εικόνα αυτή απεικονίζει ένα μοντέλο που υπάρχει αντικειμενικά» (Lenin,1988). Αναδεικνύεται λοιπόν ως νομοτελειακό το γεγονός ότι κάθε ανθρώπινη θεωρία, κάθε προσπάθεια ιδεατής «αντανάκλασης» της αντικειμενικής πραγματικότητας, συνιστά άλλοτε άλλου βαθμού αντιφατική ενότητα αληθούς, ορθής γνώσης και πλάνης, απόλυτης και σχετικής αλήθειας.
Μέχρι εδώ αναφερθήκαμε στη δυνατότητα της ανθρώπινης νόησης να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα, καθώς και στο σχετικο αλλά και απόλυτο χαρακτήρα της. Όμως προκύπτει το ερώτημα : είναι δυνατόν η ανθρώπινη νόηση να συλλάβει και να αναπαραστήσει την πολλαπλότητα των πτυχών ενός γνωστικού αντικειμένου και αν ναι με ποιον τρόπο, με ποια μέθοδο; Ο K. Marx ήταν ο πρώτος που κατάφερε να πετύχει τη νοητική αναπαράσταση ενός γνωστικού αντικειμένου (της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας), περιγράφοντας και ερμηνεύοντας, στο Κεφάλαιο, την πολλαπλότητα των προσδιορισμών του. Ο ίδιος περιγράφοντας τη μέθοδό του, και ασκώντας κριτική σε αυτή του Hegel, στη Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας (δηλαδή ένα έργο που γράφτηκε πριν το Κεφάλαιο) σημειώνει : «Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο, επειδή είναι σύνθεση πολλαπλών καθορισμών, άρα ενότητα μέσα στη διαφορότητα. Γι’ αυτό το λόγο εμφανίζεται στη νόηση ως προϊόν σύνθεσης, αποτέλεσμα κι όχι αφετηριακό σημείο, παρόλο που είναι το αφετηριακό σημείο της άμεσης όρασης και παράστασης. Η πρώτη διαδικασία ανάγει την πολλαπλότητα της παράστασης σε έναν αφηρημένο καθορισμό. Με τη δεύτερη, οι αφηρημένοι καθορισμοί οδηγούν στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου από το δρόμο της νόησης. Γι’ αυτό το λόγο ο Χέγκελ έπεσε στην πλάνη να δει το πραγματικό ως αποτέλεσμα της νόησης που συγκεντρώνεται στον εαυτό της, εμβαθύνει στον εαυτό της, τίθεται σε κίνηση από τον εαυτό της, ενώ η μέθοδος που συνίσταται στην άνοδο από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, αποτελεί για τη νόηση τον τρόπο για την ιδιοποίηση του συγκεκριμένου, για την αναπαραγωγή του με τη μορφή του νοημένου συγκεκριμένου. Ωστόσο εδώ δε βρίσκεται καθόλου η διαδικασία γέννησης του ίδιου του συγκεκριμένου». Στο συγκεκριμένο χωρίο ο Marx περιγράφει τόσο τη μέθοδο για την ιδιοποίηση της αντικειμενικής πραγματικότητας (που τις κύριες αρχές της πρώτος διατύπωσε ο Hegel) όσο και το κύριο μεθοδολογικό σφάλμα του Hegel. Ωστόσο ο Marx δεν ανέπτυξε τη συγκεκριμένη μέθοδό του παρά μόνο στην εφαρμογή της στην προσπάθεια νοητικής αναπαράστασης της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας στο Κεφάλαιο. Αυτή ήταν η (όπως ονομάστηκε από το Lenin ) Λογική του Κεφαλαίου που έγινε αντικείμενο ερευνών από διάφορους επιστήμονες και φιλοσόφους (Ιλιένκωφ, Ρόζενταλ, Βαζιούλιν κ.α.) στη Σοβιετική Ένωση από τη δεκαετία του ’50 και ύστερα. Όλη αυτή η προσπάθεια είχε σαν αποτέλεσμα την ανακάλυψη και περιγραφή της μεθόδου του Marx, της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, στο έργο του Β.Α. Βαζιούλιν «Η Λογική του Κεφαλαίου».
Η συγκεκριμένη μέθοδος του Karl Marx αποτελεί πλευρά της διαλεκτικής λογικής, που είναι «επιστήμη φιλοσοφικού και μεθοδολογικού χαρακτήρα, αντικείμενο της οποίας είναι η περί του αναπτυσσόμενου αντικειμένου νόηση, η νοητική ανασύσταση του αναπτυσσόμενου οργανικού όλου » (Πατέλης, 1994-95). Κατά τη συγκεκριμένη επιστήμη η όλη κίνηση της νόησης προς τη γνώση ξεκινά από την άμεση, αισθητηριακή αντίληψη της ζωντανής εποπτείας, το στάδιο του αισθητηριακά συγκεκριμένου, όπου δεσπόζει η χαώδης αντίληψη περί του αντικειμένου και κινείται προς όλο και πιο αφηρημένους, απλούστερους προσδιορισμούς, μέχρι να διακριθεί η απλούστερη πλευρά-σχέση του αντικειμένου, το είναι του, πέρα από την οποία το αντικείμενο χάνει την ποιότητά του, την ιδιαιτερότητά του. Στη συγκεκριμένη κίνηση, από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο κυριαρχεί η ανάλυση του αντικειμένου, όμως στην ενότητά της με κάποιες συνθετικές εικασίες περί της ουσίας, ενώ τελικό αποτέλεσμά της, όπως είπαμε, είναι η διάκριση της απλούστερης πλευράς-σχέσης του αντικειμένου. Αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα αποτελεί το αφετηριακό σημείο του επόμενου σταδίου της γνωστικής διαδικασίας, από το αφηρημένο (το απλούστερο) προς το νοητά, πλέον, συγκεκριμένο όπου κύριος στόχος είναι η αποκατάσταση της συνάφειας, της ενότητας, της αλληλεπίδρασης των διαφόρων πλευρών και κυρίως η αποκάλυψη της ουσίας του αντικειμένου. Ενώ στο προηγούμενο στάδιο κυριαρχεί η διάκριση, η διαφορά των πλευρών του αντικειμένου και υπάρχει μόνο η εξωτερική τους συνάφεια (ως πλευρών του ίδιου αντικειμένου) εδώ υπερτερεί η αντανάκλαση της εσωτερικής συνάφειας, της εσωτερικής ενότητάς τους. Εδώ η σύνθεση κυριαρχεί συνυπάρχοντας με την ανάλυση, η διαφορά παρίσταται μέσω της ενότητας, ενώ η ενότητα συνίσταται στην εσωτερική συνάφεια του διαφορετικού. Η ανάβαση από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο γίνεται μέσω της μετάβασης σε όλο και πιο σύνθετες κατηγορίες : από την απλούστερη επιφανειακή σχέση του αντικειμένου, το είναι του, κινούμαστε προς την ουσία του. Από εκεί επιστρέφουμε στην επιφάνεια του αντικειμένου, τώρα όμως την αντιμετωπίζουμε ως εξωτερίκευση της ουσίας του, ως φαινόμενο. Τέλος, η νόηση καταλήγει στην κατηγορία της πραγματικότητας, ως ενότητας ουσίας και φαινομένου. Στην όλη κίνηση της νόησης ισχύει ο νόμος άρνησης της άρνησης. Το πρώτο στάδιο, από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο , αποτελεί την πρώτη άρνηση καθώς το ενιαίο μέσα στην πολλαπλότητά του αντικείμενο της αισθητηριακής αντίληψης διαμελίζεται, κατατεμαχίζεται σε όλο και απλούστερες πλευρές. Στο δεύτερο στάδιο όμως, στην ανάβαση από το αφηρημένο προς το νοητά συγκεκριμένο, έχουμε τη δεύτερη άρνηση, την άρνηση της άρνησης, την αποκατάσταση της ενότητας, της εσωτερικής συνάφειας των διαμελισμένων πλευρών και την επιστροφή στην αρχική συνολική αντίληψη περί του αντικειμένου, τώρα όμως όχι αισθητηριακά, αλλά σε ένα ανώτερο επίπεδο, μέσα από τη νοητική του αναπαράσταση ως όλου.
Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να διακρίνουμε δύο πλευρές-βαθμίδες της ανάπτυξης της ενιαίας, μέσα στη διαδικασία της γνώσης, νόησης, τη διάνοια (γερμ. Verstand) και το λόγο (γερμ. Vernuft). H διάνοια δεσπόζει κατά την κίνηση της νόησης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, όπου έχουμε την πρώτη άρνηση της αισθητηριακής αμεσότητας από τη νόηση και το σχηματισμό αφαιρέσεων-νοητικών μορφών που συνιστούν οριακά την άρνηση της αμεσότητας αυτής που παραμένει το περιεχόμενό τους. Συνεπώς στη διάνοια, που αποτελεί την πρώτη, την ανώριμη βαθμίδα της θεωρητικής (σε διάκριση από την εμπειρική) γνώσης, οι έννοιες (κατηγορίες) προσεγγίζονται ως κατ’ εξοχήν αποφατικά διορισμένες προς τον αντίποδά τους και αναγωγικά ταυτιζόμενες με αυτόν, στη βάση της μη μετασχηματισμένης ολοκληρωτικά από τη νόηση αισθητηριακότητας. Το εσωτερικό προβάλλει εδώ ως άμεσα ταυτόσημο με το εξωτερικό (είτε ως άμεση άρνησή του), το ουσιώδες με το επουσιώδες, η αναγκαιότητα με την τυχαιότητα κλπ. ενώ το γενικό εντοπίζεται από τη διάνοια είτε ως άμεση ταύτιση είτε ως ομοιότητα ουσιαστικά αποκομμένων αντικειμένων, πλευρών. Ο λόγος κυριαρχεί κατά την ανάβαση από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο, προϋποθέτει τη διερεύνηση της υφής των ίδιων των εννοιών, δηλαδή την ανακλαστική, αναστοχαστική νοητική προσέγγιση της ίδιας της νόησης και κατατείνει στην απεικόνιση της εσωτερικής ενότητας της πολλαπλότητας και της πολυμορφίας του αντικειμένου μέσω της νοητικής σύλληψης της ενότητας των πολλαπλών προσδιορισμών του, μέσω της νοητικής (και όχι αισθητηριακής) σύνθεσης των διακεκριμένων από τη διάνοια πλευρών (αφαιρέσεων, σχέσεων κλπ.). Συνιστά δηλαδή τη δεύτερη άρνηση, την άρνηση της απλής άρνησης των αισθητηριακών δεδομένων από τη νόηση ως διάνοια, δηλαδή την άρνηση της άρνησης της αισθητηριακής αμεσότητας στα πλαίσια της νοητικής διαδικασίας. Έτσι η νόηση επανέρχεται κατά κάποιον τρόπο στα αισθητηριακά δεδομένα (απομακρυνόμενη από αυτά), όμως τώρα διαμεσολαβημένα, εμβαθύνοντας διαρκώς στη διάγνωση της ουσίας, του νόμου της εσωτερικής ενότητας των αισθητηριακών δεδομένων, δηλαδή μέσω του νοητά εγνωσμένου συγκεκριμένου, σε μια πορεία κατά την οποία η αντανάκλαση του αντικειμένου γίνεται όλο και πιο διαμεσολαβημένη, όλο και λιγότερο εποπτική, παραστατική και οφθαλμοφανής. Σε αντιδιαστολή με τη βαθμίδα της διάνοιας, όπου ο βαθμός ανάπτυξης των (αφηρημένων) νοητικών μορφών είναι αντιστρόφως ανάλογος του περιεχομένου, ο βαθμός ανάπτυξης των νοητικών μορφών του λόγου είναι ευθέως ανάλογος του περιεκτικού πλούτου των (νοητά πλέον) συγκεκριμένων προσδιορισμών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η νόηση ως λόγος, αίροντας διαλεκτικά τη διάνοια, στοχεύει με την ανάπτυξή της στην πρακτική, στη συνειδητοποίηση της καθολικότητας της μετασχηματιστικής δραστηριότητας, καθώς παρέχει στο υποκείμενο θεωρητικά τεκμηριωμένη διέξοδο στην πρακτική δραστηριότητα. Οι δύο αυτές πλευρές της νόησης, συνυπάρχουν ως αντιφατική ενότητα σε όλη την ενιαία νοητική διαδικασία, ενώ όπως είπαμε αρχικά κυριαρχεί η διάνοια (στην πρώτη κίνηση από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο) και στη συνέχεια ο λόγος (κατά την κίνηση από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο). Η νόηση ως κατ’ εξοχήν διάνοια συνιστά το γνωστικό αντικείμενο της «τυπικής λογικής», ενώ ως λόγος της «διαλεκτικής λογικής».
Βέβαια η κίνηση της νόησης δε γίνεται ανεξάρτητα από το προς εξέταση αντικείμενο αλλά σχετίζεται άμεσα με αυτό και με το βαθμό ανάπτυξής του. Η συσχέτιση μεταξύ της πραγματικής διαδικασίας ανάπτυξης του αντικειμένου, του «οργανικού όλου», και της νοητικής απεικόνισης αυτής της διαδικασίας μέσω της μεθόδου της «ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο» γίνεται μέσω των μεθοδολογικών και φιλοσοφικών κατηγοριών, του ιστορικού και του λογικού. Με την κατηγορία του ιστορικού εξετάζονται τα στάδια ανάπτυξης του πραγματικού οργανικού όλου (προϋποθέσεις εμφάνισης, πρωταρχική εμφάνιση, διαμόρφωση, ωριμότητα), δηλαδή όλη η διαδικασία της εξέλιξης, του «γίγνεσθαι» του. Ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης του οργανικού όλου υπάρχουν και τα αντίστοιχα στάδια της γνωστικής διαδικασίας. Έτσι κατά τη διαδικασία του «γίγνεσθαι» του οργανικού όλου κυριαρχεί η κίνηση της νόησης από το αισθητηριακά συγκεκριμένο προς το αφηρημένο, ενώ υποδεέστερο ρόλο διαδραματίζει η κίνηση από το αφηρημένο προς το νοητά συγκεκριμένο. Αντίθετα, κατά την απεικόνιση του ώριμου οργανικού όλου κυριαρχεί η ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο (που αντανακλά «το παρόν» του αντικειμένου, έτσι ώστε να αντανακλάται και «το παρελθόν», ως ανηρμένη μορφή, αλλά και η ενυπάρχουσα στο παρόν δυναμική του «μέλλοντος»), ενώ η κίνηση από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο μετατρέπεται σε υποδεέστερη, σε ανηρμένη μορφή (υπό τη βασική προϋπόθεση ότι και το γνωστικό υποκείμενο –συλλογικό και ατομικό- έχει επιτύχει την αντίστοιχη νοητική θεωρητική ωριμότητα). Το ώριμο στάδιο ανασυγκροτείται νοητά μέσω των λογικών κατηγοριών (είναι, ουσία, φαινόμενο, πραγματικότητα) και συγκεκριμένα μέσω της κίνησης της νόησης από την επιφάνεια (είναι) στην ουσία, και κυρίως μέσω της κίνησης από την ουσία στο φαινόμενο και την πραγματικότητα. Η δεύτερη κίνηση μάλιστα συνιστά ταυτόχρονη αναπαραγωγή σε «ανηρμένη μορφή» και της «ιστορίας του γίγνεσθαι» του αντικειμένου, του μετασχηματισμού της κληροδοτημένης βάσης από το νέο οργανικό όλο .
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Η σχέση θεωρίας-πράξης που σε συνθήκες κεφαλαιοκρατίας, αλλά και γενικότερα ταξικής κοινωνίας, χαρακτηρίζεται από την αντίθεσή τους, ως αποτέλεσμα του οντολογικού διαχωρισμού ύλης-πνεύματος, του υποδουλωτικού καταμερισμού ανάμεσα στη χειρωνακτική και στην πνευματική εργασία, δεν ήταν πάντοτε η ίδια αλλά μεταβλήθηκε και αυτή κατά την κοινωνική εξέλιξη.
Κατά την πρωταρχική εμφάνιση της κοινωνίας, κατά τη φάση διαμόρφωσης και κυριαρχίας του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος, ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμη «στην αγκαλιά της φύσης», δεν έχει ξεχωρίσει ακόμη από αυτήν, σχετίζεται με τη γη ως προς το «ανόργανο σώμα του» . Διαθέτει κάποια βιολογικά χαρακτηριστικά, ωστόσο, που του δίνουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί κάποια υλικά της φύσης για την ικανοποίηση των αναγκών του, ως μη παραχθέντα, αλλά σε έτοιμη μορφή ευρισκόμενα εργαλεία. Με αυτόν τον τρόπο αρχίζει «μια διαδικασία αμοιβαίου καθορισμού ανάμεσα στο χέρι, και γενικότερα στα σωματικά όργανα, και στο νοητικό όργανο. Η εργασία, δηλ. οι πρακτικές σχέσεις με τη φύση, καθώς και το σύνολο της κοινωνικής πρακτικής, ανάπτυξαν το μυαλό, και η ανάπτυξη του μυαλού έκανε πιο αποτελεσματική την πρακτική δραστηριότητα» (Μπιτσάκης,1998). Έτσι, αρχικά διακρίνεται μια ενιαία πρακτικοθεωρητική δραστηριότητα, ενώ το διανοητικό σύμπαν του ανθρώπου μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εμπειρικό-μυθολογικό» (Μπιτσάκης,1998). Η εμπειρική-αισθητηριακή, μέσα από την άμεση πρακτική επαφή, γνώση του κόσμου συνυπάρχει με τη μυθολογία, με την ύπαρξη θεών οι οποίοι βρίσκονται παντού στη φύση, είναι φυσικά , και όχι αφηρημένα, πνευματικά, υπερφυσικά, όντα Δεν υπάρχει η αντίθεση χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας, ύλης-πνεύματος, επομένως ούτε η αντίθεση θεωρίας-πράξης, καθώς οι κατηγορίες αυτές στην ουσία είναι ανύπαρκτες, υπάρχουν μόνο σ’ αυτή την πρωτόγονη ενότητα τους, ως συνυφασμένες πλευρές της ενιαίας πρωτόγονης πρακτικής-θεωρητικής μετασχηματιστικής δραστηριότητας, υπάρχουν μόνο οι προϋποθέσεις που αργότερα στις κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες θα οδηγήσουν στον εννοιακό διαχωρισμό αλλά και στην αντίθεση τους.
Όλα αυτά αρχίζουν να αλλάζουν, όταν για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, δημιουργείται, με την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, κοινωνικό υπερπροϊόν, όταν δηλαδή εμφανίζεται η υλική προϋπόθεση για το πέρασμα, για μια προνομιούχα κοινωνική ομάδα (πχ. το ιερατείο), στην καθ’ εαυτώ πνευματική εργασία. Έτσι συντελείται σιγά σιγά το πέρασμα από την πρωτόγονη κοινότητα, στις ταξικές κοινωνίες (και συγκεκριμένα στη δουλοκτησία) και εμφανίζεται ο υποδουλωτικός καταμερισμός χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας, και συνακόλουθα ο διαχωρισμός, η αντίθεση θεωρίας-πράξης . Μάλιστα η πρωταρχική εμφάνιση αυτής της αντίθεσης, στη δουλοκτητική κοινωνία, είναι χαρακτηριστική καθώς η κοινωνία χωρίζεται σε δύο ακραία στρώματα-τάξεις στους δούλους που, ως «ομιλούντα εργαλεία», έχουν αναλάβει την καθ’ εαυτώ πρακτική δραστηριότητα, τη χειρωνακτική εργασία, και στους δουλοκτήτες, που έχουν αναλάβει την πνευματική-διανοητική εργασία, ενώ υπάρχει και ένα μεγάλο μέρος ενδιάμεσων στρωμάτων-τάξεων. Αυτή η κυρίαρχη αντίθεση θεωρίας-πράξης διατηρείται καθ’ όλη τη φάση διαμόρφωσης της κοινωνίας, και με το πέρασμα στη φεουδαρχία και εν συνεχεία στον καπιταλισμό. Βέβαια σε κάθε κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό εμφανίζεται και με διαφορετικό τρόπο, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία η αντίθεση αυτή εμφανίζεται στην παραγωγή με την αντίθεση ζωντανής-νεκρής εργασίας και παίρνει την πιο ολοκληρωμένη της μορφή με την «ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο», κατά τη γνωστή έκφραση του K. Marx. Έτσι πραγματοποιείται η υποταγή της χειρωνακτικής στην πνευματική εργασία, της πράξης στη θεωρία. Από την άλλη στην κεφαλαιοκρατία, που συνιστά, όπως κάθε κοινωνικός σχηματισμός, πλέγμα αντιθέσεων, εμφανίζονται και κάποια νέα χαρακτηριστικά, κυρίως ως τάσεις, που δείχνουν τη δυναμική του μέλλοντος στο παρόν. Έτσι, επί ανεπτυγμένης κεφαλαιοκρατίας, εμφανίζεται μια τάση προς νέα ενοποίηση, αυτή τη φορά σε ένα ανώτερο επίπεδο της θεωρίας με την πρακτική. Η επιστήμη (ως πνευματική-θεωρητική κυρίως δραστηριότητα) μετατρέπεται σε άμεση παραγωγική (πρακτική) δύναμη , που παίζει όλο και σπουδαιότερο ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, ενώ η μία «επιστημονική επανάσταση» διαδέχεται την άλλη, επαναστατικοποιώντας συνεχώς και τον ίδιο τον τρόπο παραγωγής (από την άποψη των παραγωγικών δυνάμεων). Βέβαια η συγκεκριμένη πραγματικότητα εμφανίζεται στα πλαίσια των ασφυκτικών σχέσεων παραγωγής της κεφαλαιοκρατίας (σχέσεις κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας), και γι’ αυτό η τάση προς ενοποίηση θεωρίας και πράξης υπάρχει μόνο ως τάση, τη στιγμή που αυτή η ενοποίηση της επιστήμης με την παραγωγή εμφανίζεται με την ανεστραμμένη μορφή της υποταγής της επιστήμης στις πρακτικές-πραγματιστικές ανάγκες του κεφαλαίου. Έτσι η επιστήμη σήμερα δεν αναπτύσσεται, εν πολλοίς, στη βάση της λογικής της αυτοανάπτυξης της, στη βάση της επίλυσης των σύγχρονων θεμελιωδών της αντιφάσεων, αλλά συρόμενη πίσω από τα ιδιοτελή συμφέροντα του κεφαλαίου, πίσω από τις ανάγκες του για υπερκέρδη . Μέσα από όλη αυτή την ιστορική πορεία, αλλά και μέσα από τις τάσεις που διαφαίνονται στη σημερινή αναπτυγμένη κεφαλαιοκρατία, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η εξέλιξη της σχέσης θεωρίας και πράξης, εμφανίζεται ελικοειδής και προβάλλει από την άποψη του κομμουνισμού ως άρνηση της άρνησης, με κατάληξη τη διαλεκτική άρση της αντίθεσης θεωρίας-πράξης, την επιστροφή στην πρωτόγονη ενότητα, τώρα όμως σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου θα κυριαρχεί η ώριμη, ενιαία πρακτικοθεωρητική μετασχηματιστική δραστηριότητα της ανθρωπότητας στη γη, ως «ενιαίο, σκόπιμα μετασχηματισμένο σύνολο» (Βαζιούλιν, 1988), στιγμές της οποίας θα είναι η πλήρης αυτοματοποίηση της παραγωγής (μέσω της «τεχνητής φύσης» και μάλιστα της παραγωγής αυτομάτων από αυτόματα) και η «καθ’ εαυτώ ανθρώπινη», επιστημονική (στα πλαίσια της «καθολικής» επιστήμης, ως ενοποίησης φυσικών-κοινωνικών επιστημών), θεωρητική δραστηριότητα.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Η ιστορική μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας μας αποδεικνύει ότι αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτη κατά το πέρασμα των αιώνων αλλά διήλθε από κάποιους κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός) σε μια εξελικτική πορεία, όπου καθοριστικός παράγοντας, σε τελική ανάλυση, ήταν η διαλεκτική σχέση (κυρίως ως αντίθεση) παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής. Ωστόσο αυτή η αντίληψη για την εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας (χαρακτηριστική της μαρξικής προσέγγισης της ιστορίας) δε συνεπάγεται σε καμία περίπτωση την απολυτοποίηση του συγκεκριμένου παράγοντα, εν είδει κάποιου οικονομικού ντετερμινισμού, που οδηγεί, αυτόματα και ανεξάρτητα από την ανθρώπινη βούληση και πράξη, σε κάποιο τέλος, βάσει κάποιων «ατσάλινων νόμων της ιστορίας». Η αντίληψη του δημιουργικού μαρξισμού (που δεν εγκλωβίζεται στο δίπολο δογματισμού-αναθεωρητισμού) δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπ’ όψιν της και την πράξη του ανθρώπου ως υποκειμένου, που καθορίζει, μέσα βέβαια σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αντικειμενικών, ιστορικών δυνατοτήτων, την κοινωνική εξέλιξη. Ωστόσο του πρακτικού μετασχηματισμού της κοινωνικής πραγματικότητας, προηγείται σε κάθε περίπτωση η θεωρητική σύλληψη (σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον) του συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου και των αντικειμενικών δυνατοτήτων εξέλιξής του, στη βάση των κυρίαρχων αντιφάσεων της εκάστοτε συγκυρίας. Είναι ακριβώς αυτές οι αντιφάσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας που οδηγούν στη θεωρητική αναζήτηση της υπέρβασής τους, και είναι στη συνέχεια ακριβώς αυτή η θεωρητική προτρέχουσα σύλληψη των δυνατοτήτων εξέλιξης του κοινωνικού Είναι που οδηγεί και στις προσπάθειες πρακτικού επαναστατικού μετασχηματισμού της ολοένα και πιο αντιφατικής υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας. Απ’ αυτή την άποψη και με βάση τα όσα ειπώθηκαν προηγουμένως γίνεται κατανοητό ότι η σημασία της θεωρητικής προτρέχουσας σύλληψης των κυρίαρχων αντιφάσεων και τάσεων της κοινωνικής π
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

