Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
Η υλιστική αντίληψη της πολιτικής σχηματίστηκε ιστορικά με το ξεπέρασμα και την κριτική της υποκειμενικής αντίληψης της πολιτικής. Ένα σημαντικό μέρος της ανάπτυξης της μαρξι-στικής επιστήμης οφείλεται στην κριτική της υποκειμενικής θεωρίας της βίας. Μόνο με το μαρξισμό τέθηκε επιστημονικά ο ρόλος της βίας στην ιστορία. Μόνο με το μαρξισμό έγινε κατανοητή αυτή η πραγματική εκδήλωση της κοινωνικής ζωής που όλη η κουλτούρα πριν και μετά τον Μαρξ θέλησε να αποδώσει στη βιολογική φύση του ανθρώπινου είδους.
Ανακαλύπτοντας τις οικονομικές βάσεις της βίας, ο μαρξισμός αποκάλυψε ένα μυστήριο που επί χιλιετίες επισκίαζε το μυαλό των ανθρώπων, ακόμα και των πιο ελεύθερων από προκατα-λήψεις. Αντλώντας από τις καλύτερες πηγές του Διαφωτισμού, ορθολογιστικού και υλιστικού, ο μαρξισμός συνέχισε τη μεγάλη μάχη ενάντια στα σκοτάδια, αυτή τη μάχη που η αστική τάξη καταλαμβάνοντας την εξουσία δεν είχε πια συμφέρον και δυνατότητα να συνεχίσει. Απόμεινε πια στο προλεταριάτο το ιστορικό καθήκον να ελευθερώσει την ανθρωπότητα από τις αλυσίδες της βίας και της ιδεολογίας της βίας, δηλαδή από αυτές τις αλυσίδες που μόνο το προλεταριάτο μπορούσε να αποτινάξει. Κατεδαφίζοντας την αντίληψη του «πρωτεύοντος της πολιτικής», ο μαρξισμός κατεδάφισε και την αντίληψη του «πρωτεύοντος της βίας», τη στιγμή που κάθε αντίληψη περί «πρωτεύοντος της πολιτικής» είναι ταυτόχρονα αντίληψη του «πρωτεύοντος της βίας».
Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Αν θεωρηθεί ότι η πολιτική μπορεί να τροποποιήσει τους οικονομικούς νόμους, μπορεί να θεωρηθεί ταυτόχρονα ότι είναι σε θέση να εξασκήσει μια όχι οικονομική δύναμη στο φυσικοϊστορικό οικονομικό προτσές. Μ’ άλλα λόγια, αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να εξασκήσει βία, πράξη που θεωρείται υποκειμενική, σ’ ένα αντικειμενικό προτσές, ή ακόμα ότι μπορεί να δημιουργήσει με μια πράξη που θεωρείται υποκειμενική μια α-ντικειμενική πραγματικότητα.
Αυτή είναι ουσιαστικά η αντίληψη των προγραμματιστών του καπιταλισμού, αν και η πραγ-ματική εξέλιξη της οικονομίας αποδεικνύει ευρέως σ’ όλη την ιστορική διαδρομή της ότι τα προγράμματα παραμένουν προγράμματα.
Οι δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι η άσκηση της πολιτικής δύναμής τους απορρέει από τη συναίνεση. Εμείς, ως μαρξιστές αποδεικνύουμε ότι σε συνδυασμό η πολιτική τους δύναμη και η συναίνεση απορρέουν από την οικονομική δύναμη της οποίας είναι έκφραση. Και η θεωρία του Γκράμσι, που βασίζεται στο διαχωρισμό της συναίνεσης και του εξαναγκασμού, δεν έχει μια σοβαρή αντοχή. Εξαναγκασμός και συναίνεση δεν είναι παρά βαθμοί ανάπτυξης στην ε-ξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στην οικονομική και την απορρέουσα πολιτική εξουσία, δηλαδή στην εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στο καθαρό καπιταλιστικό περιεχόμενο και την καθαρή πολιτική μορφή του καπιταλισμού.
Η μεγάλη ανακάλυψη του Μαρξ στη σχέση οικονομίας και πολιτικής βρίσκεται ακριβώς στο ότι διέκρινε το νόμο κίνησης του καπιταλισμού, αποκαθαίροντάς τον από κάθε ανάμιξη του εποικοδομήματος, δηλαδή από κάθε εκδήλωση της πολιτικής και, επομένως, της βίας. Για τους στόχους του νόμου κίνησης του καπιταλισμού εξαναγκασμός και συναίνεση δεν είναι τίποτε άλλο παρά απορρέουσες πολιτικές εκφράσεις. Δεν είναι ο εξαναγκασμός και (ή) η συναίνεση που καθορίζουν τη λειτουργία της οικονομικής κίνησης. Αν ήταν έτσι, ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ως κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, γιατί θα είχε εναντίον του τον εξαναγκασμό και τη συναίνεση.
Είναι κυρίως ο νόμος κίνησης του καπιταλισμού που καθορίζει τους βαθμούς εξαναγκασμού και συναίνεσης, δηλαδή τις πολιτικές μορφές της αστικής κοινωνίας. Μόνο η κατανόηση του αντικειμενικού νόμου κίνησης της κοινωνίας επέτρεψε τη γνώμη κίνησης της πολιτικής και της βίας.
Ο μαρξισμός αναγκάστηκε να δώσει μια σκληρή θεωρητική μάχη ενάντια στην υποκειμενική αντίληψη της πολιτικής, ενάντια στην υποκειμενική αντίληψη της βίας, ενάντια στην τρομο-κρατία.
Η σύγχρονη τρομοκρατία, η τρομοκρατία των τελευταίων αιώνων, είναι από τη φύση της δη-μοκρατική και απορρέει από τη γιακωβίνικη αντίληψη της πολιτικής δράσης. Η κομμουνιστική αντίληψη της πολιτικής, που επεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, αφού κριτικάρισαν την τρομοκρατία της μεγάλης γαλλικής επανάστασης, που είχε την αλαζονεία να επιβάλλει μια «πολιτική κεφαλή» σε ένα διαφορετικό κοινωνικό σώμα, αναγκαστικά συγκρούστηκε με τους επιγόνους της τρομοκρατικής αντίληψης, που επί δεκαετίες μαίνονταν και επέδρασαν στο εργατικό κίνημα. Με δεδομένη τη δημοκρατική επίδραση, η υποκειμενική αντίληψη της βίας κυριάρχησε επί μακρόν στο εργατικό κίνημα, που σήμερα κυριαρχείται από την ιμπεριαλιστική άποψη της δημοκρατίας, από το σοσιαλιμπεριαλισμό.
Συχνά ο μαρξισμός συγκρούστηκε με τα πρακτικά αποτελέσματα αυτής της αντίληψης, την τρομοκρατία και, κυρίως, τη στάση του εργατικού κινήματος απέναντι στον πόλεμο. Πράγματι, αν το εργατικό κίνημα δεν καταλήξει στην υλιστική αντίληψη της πολιτικής και του πολέμου είναι ανίκανο να διακρίνει τις οικονομικές αιτίες και είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει στη δράση του τα διάφορα αστικά γκρουπ και τον πολεμικό ανταγωνισμό τους. Θεμελιώδης σταθμός της μαρξιστικής πάλης ενάντια στην υποκειμενική αντίληψη της βίας είναι το «Αντι-Ντύρινγκ» του Ένγκελς.
«ο σχηματισμός των πολιτικών σχέσεων είναι το θεμελιακό ιστορικό γεγονός και τα εξαρτώ-μενα οικονομικά γεγονότα είναι μόνο αποτέλεσμα ή μια ειδική περίπτωση και γι’ αυτό είναι πάντα γεγονότα δεύτερης μοίρας… το πρωταρχικό γεγονός πρέπει να το αναζητήσουμε στην άμεση πολιτική βία και όχι μόνο σε μια έμμεση οικονομική δύναμη».
Για τον Ντύρινγκ είναι η «άμεση πολιτική βία» το πρωταρχικό στην κοινωνική ζωή. Αν, λοιπόν, η οικονομία είναι το αποτέλεσμα της «άμεσης πολιτικής βίας» και για το δημοκράτη τρομοκράτη προκύπτει ότι μια αντίθετη «άμεση πολιτική βία», αποτέλεσμα της «ελεύθερης θέλησης», μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα, δηλαδή την οικονομία. Αντιλήψεις αυτού του τύπου μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο στις, σε άνοδο, αστικές τάξεις, κατά τις αστικοδημο-κρατικές τους επαναστάσεις, όταν και η πιο απλή «άμεση πολιτική βία», η τρομοκρατική, είναι λιγότερο «καθορισμένη» και περισσότερο «ελεύθερη». Στις μητροπόλεις αναλαμβάνουν το ρόλο της ιδεολογίας του ιμπεριαλιστικού πολέμου, γιατί είναι λειτουργικές απέναντι στις ανταγωνιστικές αστικές τάξεις, στο έργο κινητοποίησης του προλεταριάτου.
Εμφορούμενο από μια τέτοια αντίληψη το προλεταριάτο οδηγείται στην αυτοκτονία, αφού σύρεται μονίμως από τις άλλες τάξεις, χωρίς να κατορθώνει να διαμορφώνει τη δική του στρατηγική, η οποία αναλύοντας τις αιτίες της πολιτικής, του πολέμου, της κρίσης θα το οδη-γήσει στην επανάσταση. Η επιστήμη της επανάστασης μπορεί να παράγει την «τέχνη της εξέ-γερσης», αλλά η «τέχνη της εξέγερσης» δεν θα συγκροτήσει ποτέ την επιστήμη της επανά-στασης. Η επιστήμη της επανάστασης μπορεί να απαλλαγεί, στη θεμελιακή της ανάλυση, από την πολιτική και από τη βία, αφού τόσο η πολιτική όσο και η βία, είναι παράγωγα φαινόμενα, «καθορίζονται» και δεν είναι «ελεύθερες». Να πώς ο Ένγκελς απαντούσε στον Ντύρινγκ πριν από έναν αιώνα, το 1878:
«… [στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ] όλο το προτσές εξηγείται με βάση τα καθαρά οικονομικά αίτια χωρίς την ανάγκη (αναφοράς) έστω και μια φορά, της ληστείας, της βίας, του κράτους ή οποιασδήποτε πολιτικής επέμβασης. Η ‘ιδιοκτησία η βασισμένη στη βία’ αποδείχνει απλώς εδώ πως μια φράση ενός καυχηματία προορίζεται να καλύψει την έλλειψη εξυπνάδας για την εξέλιξη των πραγμάτων. Αυτή η εξέλιξη, που εκφράζεται ιστορικά, είναι η ιστορία ανάπτυξης της αστικής τάξης. Αν οι «πολιτικές συνθήκες είναι η αποφασιστική αιτία της οικονομικής κρίσης», προκύπτει ότι και η μοντέρνα αστική τάξη δεν αναπτύχθηκε παλεύοντας με τη φεου-δαρχία, αλλά είναι το άμεσο προϊόν της, γεννημένη απ’ αυτή οικειοθελώς. Καθένας γνωρίζει ότι συνέβη το αντίθετο.».
Η εκμετάλλευση του προλεταριάτου και η ταξική πάλη εξηγούνται με βάση τα καθαρά οικο-νομικά αίτια. Μόνο υπ’ αυτή την προϋπόθεση είναι δυνατό να κατανοηθεί ο ρόλος του εποι-κοδομήματος, του κράτους, της πολιτικής, της βίας στην πάλη των τάξεων. Δεν μπορεί να ι-σχύσει το αντίστροφο. Δεν μπορούμε να πισωγυρίσουμε από την επιστήμη στις προκαταλή-ψεις. Η επίμονη πορεία της χειραφέτησης του προλεταριάτου, η πορεία της επιστημονικής αφομοίωσης της επανάστασης, έχει ως αφετηρία την αρχή που έθεσε ο Ένγκελς. Αν ο μπολ-σεβικισμός έφτασε στο ραντεβού του Οχτώβρη είναι και γιατί ολόκληρες γενιές μαρξιστών σχηματίστηκαν με αυτή την αρχή, την υπερασπίστηκαν ενάντια στο ρεβιζιονισμό, έμαθαν να ερμηνεύουν επιστημονικά τα αίτια της βίας, ξεπέρασαν το φόβο και τη λατρεία της, σφυρηλά-τησαν την ικανότητά τους να κατευθύνουν τη βία, που πηγάζει από τις καταπιεσμένες τάξεις και όχι από τον εγκέφαλό τους, προς γενικούς στρατηγικούς στόχους.
Το τριπλό αντεπαναστατικό κύμα της σοσιαλδημοκρατίας, του φασισμού και του σταλινισμού, που απότρεψε την ανερχόμενη από τη Ρωσία παγκόσμια επανάσταση, κατακρεουργώντας χι-λιάδες διεθνιστικά στελέχη, αφάνισε μαζί και μια επί δεκαετίες συσσωρευμένη θεωρητική και πρακτική εμπειρία της κομμουνιστικής πολιτικής, της εφαρμοσμένης επιστημονικής μεθόδου στα φαινόμενα της βίας. Και σ’ αυτό το ειδικό πεδίο ήταν τεράστιο το πισωγύρισμα.
Η υποκειμενική αντίληψη της βίας βρήκε ελεύθερο πεδίο και στο εργατικό κίνημα και κυ-ριάρχησε πλατιά στη σφαγή του δεύτερου παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού πολέμου, όταν προλε-τάριοι ρίχτηκαν κατά εκατομμύρια ενάντια σε άλλους προλετάριους, χωρίς καν να υπάρξει ένα μπολσεβίκικο κόμμα χρησιμοποιώντας επιστημονικά αυτόν τον, κυοφορημένο από τον ιμπεριαλισμό, τεράστιο όγκο βίας, για να τον μετατρέψει σε επαναστατική βία προς όφελος του κομμουνισμού. Το τραγικό αποτέλεσμα ήταν 50 εκατομμύρια σώματα κάτω απ’ το χώμα και «τρικυμία εν κρανίω» σ’ όσους απόμειναν ζωντανοί. Όσο δεν παρουσιάζεται η αντικειμενική προϋπόθεση για την επιστημονική χρησιμοποίηση της προλεταριακής βίας, προορίζονται να αναπαραχθούν: η βία προς υπεράσπιση του ιμπεριαλιστικού κράτους και το υποπροϊόν της, η μικροαστική βία.
Αν δεν κατανοηθούν τα μεγάλα προβλήματα της ιμπεριαλιστικής εποχής στην οποία ζούμε, η σύγκρουση μεταξύ των κρατών, η ιστορική αναγκαιότητα μιας επαναστατικής και διεθνιστικής συμπεριφοράς του προλεταριάτου απέναντι σ’ αυτή τη σύγκρουση, εξανεμίζεται και η σημασία των μικρότερων προβλημάτων. Γι’ αυτό η τρομοκρατία πρέπει να αντιμετωπιστεί και να αναλυθεί ως ένα πολιτικό φαινόμενο. Αλλά δεν υπάρχει πολιτικό φαινόμενο που να μην έχει οικονομικά και πολιτικά αίτια. Η ανάλυση και η ορθή πολιτική πάλη ενάντια στην τρομοκρατία είναι, επομένως, αναγκαστικά μια ανάλυση των αντικειμενικών παραγόντων που την προκαλούν. Απόρροια της πολιτικής βίας είναι μια βίαιη εκδήλωση και έτσι όπως ο μαρξισμός αναλύει τα αίτια της μέγιστης εκδήλωσης πολιτικής βίας που είναι ο πόλεμος, κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να αναλύει αυτή τη μικρογραφία πολέμου που είναι η τρομοκρατία.
Είναι, επομένως, αυτή η κατεύθυνση που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί: η κοινωνική φύση της σημερινής ιταλικής τρομοκρατίας και μόνο αυτή. Για το μαρξισμό ακόμη πιο σπουδαίο κι από τη μελέτη των ιδεολογιών είναι η μελέτη των κοινωνικών βάσεων τις οποίες εκφράζουν και συνεχίζουν να εκφράζουν στην πολυτάραχη διαδρομή τους. Αν η σημερινή ιταλική τρο-μοκρατία είναι μικροαστική και όχι αστική, ούτε προλεταριακή ή λούμπεν προλεταριακή, η ανάλυση πρέπει να επικεντρωθεί στα μικροαστική στρώματα.
Πρέπει να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ότι η σημερινή τρομοκρατία είναι μεγαλοαστική, γιατί σήμερα αυτή δεν υπεισέρχεται στα συμφέροντα και, επομένως, στις μορφές πάλης μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου στο εσωτερικό της μητρόπολης, ούτε υπεισέρχεται στις μορφές πάλης αυτών των μερίδων με τις όμοιές τους στις άλλες μητροπόλεις στο διεθνές επίπεδο. Όλες οι αντιλήψεις αποσταθεροποίησης δεν λαμβάνουν στο ελάχιστο υπόψη τη σημερινή δυναμική σχέση ανάμεσα στις δυνάμεις και τα πραγματικά τους συμφέροντα. Το να θεωρούμε ότι η τρομοκρατία έχει στη σημερινή συγκυρία κάποιο πραγματικό βάρος, ώστε να μετατοπίζει τις δυναμικές σχέσεις ανάμεσα στις δυνάμεις σημαίνει ότι δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για την παγκόσμια πείρα του ιμπεριαλισμού και του επιπέδου σύγκρουσης ανάμεσα στις μητροπόλεις. Σημαίνει ότι βλέπουμε τον κόσμο με τους φακούς του μικροαστού. Σημαίνει ότι περιορίζουμε τη σύγκρουση συμφερόντων των μεγάλων κεφαλαιοκρατών στη σύγκρουση των μικροαστών. Το ίδιο ισχύει και για την υποθετική ρήξη της ισορροπίας ή την αποσταθεροποίηση.
Ρήξη ισορροπίας σε σχέση με τι; Στο εσωτερικό της ιταλικής μητρόπολης; Από την άποψη των ανταγωνιστικών μητροπόλεων μια εσωτερική αποσταθεροποίηση θα είχε κάποιο νόημα μόνο αν επέφερε μεταβολή της διεθνούς ισορροπίας και, συνεπώς, μια μετατόπιση στην εσωτερική ισορροπία θα απαιτούσε οπωσδήποτε μια στρατηγική απόκλιση μεταξύ των καπιταλιστικών ιταλικών μερίδων ως προς τη διεθνή θέση τους. Αυτή η απόκλιση δεν υπάρχει σήμερα. Αντίθετα, οι ιταλικές μερίδες δεν υπήρξαν ποτέ τόσο ενωμένες, όπως τώρα, στον ανταγωνισμό τους ενάντια στους μισθούς. Μόνο η πλήρης άγνοια των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών μπορεί να γεννήσει υποθέσεις σχετικά με αποσταθεροποίηση στην Ιταλία. Οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις μάχονται σήμερα με χτύπημα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και με «πα-κέτα» που ισοδυναμούν με πολλές FIAT προσπαθώντας να τροποποιήσουν τη σημερινή ισορ-ροπία του συστήματος των κρατών. Αν ήταν αρκετά, όπως για το όπλο της τρομοκρατίας, λίγες δεκάδες δολάρια για να αποσταθεροποιηθούν οι ανταγωνιστές, ο κόσμος θα κατέληγε μια συνεχής αλληλοδιαδοχή απαγωγών, από μυστικές όσο και ανώφελες ανακρίσεις, από «φυλα-κές του λαού» και όχι ατέρμονη ζούγκλα των χιλιάδων πυραύλων, αεροπλάνων, τανκς, ατομι-κών βομβών.
Στο κέρας της Αφρικής ο ρώσικος ιμπεριαλισμός ξόδεψε μέχρι τώρα ένα δισεκατομμύριο δο-λάρια για να εμποδίσει την αποσταθεροποίηση. Ο ανταρτοπόλεμος ενηλικιώθηκε. Η μάχη της Τζιγκίγκα έγινε με τανκς που μεταφέρονταν από ελικόπτερα. Η τρομοκρατία με το χαμηλό στρατιωτικό κόστος με το πέρασμα του χρόνου απομένει μόνο στους μικροαστούς διανοού-μενους, που δεν μπορούν λόγω αντικειμενικών και γεωγραφικών αιτιών να ακολουθήσουν την καμπύλη του παλιού ειδώλου τους, του Φιντέλ Κάστρο, που παράτησε το αυτόματο για να χρησιμοποιήσει το MIG.
Ας εξετάσουμε γιατί η σημερινή τρομοκρατία είναι διανοουμενίστικη. Μεταξύ των μικροα-στικών στρωμάτων που συχνά υιοθέτησαν την τρομοκρατία ως μορφή πολιτικής πάλης συ-γκαταλέγονται τα αγροτικά και εμπορικά στρώματα.
Οι μικροπαραγωγοί της υπαίθρου εξέφρασαν ισχυρά τρομοκρατικά κινήματα σε Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Ρωσία και ΗΠΑ, για να αναφερθούμε σε μερικές από τις γνωστότερες περιπτώσεις. Ανίσχυρη να εκφράσει ένα αυτόνομο πολιτικό κίνημα που θα υπεράσπιζε τα συμφέροντά της, η αγροτική μικροαστική τάξη κατέφυγε συχνά στο πρωτόγονο όπλο της τρομοκρατίας ενάντια στη χρηματιστική, εμπορική και βιομηχανική αστική τάξη. Ο ρώσικος ναροντνικισμός είναι το πιο γνωστό παράδειγμα μιας μάχης οπισθοφυλακής, καταδικασμένος στην ήττα και λόγω των μέσων που χρησιμοποιούσε, εκτός από το περιεχόμενο που εξέφραζε. Αλλά δεν είναι το μόνο: η αστική ενοποίηση των ιταλικών περιοχών που επιτελέστηκε κυρίως με στρατιωτική επιχείρηση, με στρατό που ξεπερνούσε το μισό εκατομμύριο άνδρες, προκάλεσε έναν πλατύ και διαδεδομένο αγροτικό ανταρτοπόλεμο, υποστηριζόμενο από το κράτος του Βατικανού, ενάντια στο φιλελεύθερο κράτος. Ανταρτοπόλεμος στον οποίο αμφότερες οι πλευρές κα-τέφυγαν στην τρομοκρατία των αντιποίνων, των απαγωγών, των αποδεκατισμών. Επί μια δε-καετία κυριάρχησε στο νοτιοκεντρικό τμήμα μια εξεγερτική τρομοκρατία και μια κρατική τρομοκρατία, της οποίας η σημερινή μικροαστική τρομοκρατία είναι μόνο μια πολύ περιορι-σμένη έκδοση. Ο μαρξισμός ήταν ενάντια στην εξέγερση της «ληστοσυμμορίας», όχι από την άποψη της μορφής πάλης, η οποία ήταν κοινή και για τα δύο μέτωπα, αλλά από την άποψη του περιεχομένου.
Και τα μικροαστικά στρώματα κατέφυγαν στις τρομοκρατικές μέθοδες στην πάλη συμφερό-ντων ενάντια στους ανταγωνιστές και ενάντια στην κυβέρνηση. Το κράτος, εκφραστής των συμφερόντων της μεγαλοαστικής τάξης, εφαρμόζει μια φορολογία που μερικές φορές αγγίζει τα άμεσα συμφέροντα των μικρών εμπόρων ή, τουλάχιστον, μερίδας τους. Απ’ την άλλη μεριά, η μεγάλη διανομή εξαπλώνεται συχνά σε βάρος του μικροεμπορίου. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι μικρέμποροι δεν κατορθώνουν, μέσω διαφόρων οργανισμών και των κομμάτων, να υπερασπίσουν τα απειλούμενα και θιγόμενα συμφέροντά τους, καταφεύγουν σε άλλες μέθοδες για να πετύχουν το στόχο τους. Φαινόμενα όπως του πουγιαντισμού στη Γαλλία και στο Ρέτζιο της Καλαβρίας στην Ιταλία είναι ακόμα επίκαιρα.
Το σημερινό τρομοκρατικό κύμα στην Ιταλία δεν έχει, όμως, ρίζες στη μικροαστική αγροτική και εμπορική τάξη. Η στρατηγική ενότητα των κρατικοκαπιταλιστικών και ιδιωτικών μερίδων εξασφαλίζει, για την ώρα, τον έλεγχο της μαζικής βάσης των ενδιάμεσων στρωμάτων. Η κρίση της αναδιάρθρωσης πληρώνεται στο ακέραιο από τα στρώματα των μισθωτών, ενώ τα ει-σοδήματα της μικροαστικής τάξης παραμένουν ανέπαφα. Αυτό εξηγεί και το γιατί τα μεγάλα κόμματα, χριστιανοδημοκρατία και PCI, όπου η μικροαστική τάξη αντιπροσωπεύεται ως ε-κλογικό και διευθύνον σώμα, είναι ενωμένα στην άρνηση της τρομοκρατίας.
Αν κάποια στιγμή η κρίση της αναδιοργάνωσης χτυπήσει τη μικροαστική αγροτική, εμπορική και βιοτεχνική τάξη μπορεί να υπάρξει μια διεύρυνση της τρομοκρατίας και πολιτική κρίση των μεγάλων κοινοβουλευτικών κομμάτων που αναπόφευκτα θα διίσταντο στο πρόβλημα της τρομοκρατίας, όπως ήδη συνέβη με τους Γάλλους συναδέλφους τους για το ζήτημα της Αλγε-ρίας. Αυτή είναι η μοναδική υποθετική πιθανότητα κατά την οποία η τρομοκρατία θα μπορούσε να καταστεί στην Ιταλία ένα εξαιρετικό πρόβλημα για τις μερίδες της μεγαλοαστικής τάξης. Αλλά είναι μια εξαιρετικά απίθανη περίπτωση για δύο λόγους: Γιατί η ιταλική μητρόπολη δεν καλείται να λύσει ένα ζήτημα ανάλογο με ‘κείνο του εκατομμυρίου των εξεγερμένων γαλλο-αλγερινών μικροαστών και γιατί η ιμπεριαλιστική πολιτική κατά των μισθών επιτρέπει να διατηρηθεί βραχυπρόθεσμα το ιταλικό μερίδιο στην παγκόσμια αγορά.
Η ιδιομορφία της σημερινής ιταλικής τρομοκρατίας είναι, επομένως, αυτή της μικροαστικής τρομοκρατίας διανοουμένων. Η μεγάλη μάζα των μικροαστών διανοουμένων προφανώς την αρνείται ως τωρινή τακτική, αλλά δεν μπορεί να την αρνηθεί από στρατηγική, ιδεολογική ά-ποψη και από άποψη κουλτούρας. Την αρνείται γιατί, αυτή τη στιγμή, δεν εκφράζει τα συμ-φέροντα εισδοχής της στη γραφειοκρατία και στα ελεύθερα επαγγέλματα. Αλλά τη δέχεται ως άποψη που τοποθετεί τους διανοούμενους στην καθοδήγηση του προλεταριάτου και της μι-κροαστικής τάξης ενάντια στον αμερικάνικο και γερμανικό ιμπεριαλισμό.
Εδώ δεν τίθεται ζήτημα κομματικών τοποθετήσεων, γιατί σ’ όλα τα κόμματα υπάρχουν ομάδες διανοουμένων που είναι ενάντια στην τάση σχηματισμού ενός ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κράτους με την αναπόφευκτη οικονομική και πολιτική γερμανική ηγεμονία. Κι αυτές οι ομάδες υπάρχουν γιατί υπάρχουν γκρουπ της μεγαλοαστικής τάξης ενάντια σ’ αυτή την προοπτική, όπως υπάρχουν και άλλα υπέρ της. Η τάση είναι μακροπρόθεσμη και, επομένως, για την ώρα αφορά ανοιχτά μόνο τους διανοούμενους. Το σημερινό τρομοκρατικό κύμα θα καταρρεύσει, γιατί προτρέχει των χρόνων των διιμπεριαλιστικών αγώνων και, συνεπώς, παραμένει απομονωμένο από τη βάση στην οποία απευθύνεται και η οποία, όχι τυχαία, αρνείται τη μορφή πάλης και το χρόνο πραγματοποίησης, αλλά όχι το πολιτικό περιεχόμενο του «εθνικού αγώνα» ενάντια στον «ξένο», ενάντια στο «ιμπεριαλιστικό κράτος των πολυεθνικών».
Σ’ όλες τις μητροπόλεις με την ευρεία εξάπλωση της καπιταλιστικής ανάπτυξης διευρύνθηκε η παραγωγική βάση και αυξήθηκε ο όγκος της υπεραξίας. Τις τελευταίες δεκαετίες εξαπλώθηκε ο κοινωνικός παρασιτισμός και, κατά συνέπεια, η γραφειοκρατία. Η βιομηχανική ανάπτυξη οδήγησε σε μια νέα κατανομή του ενεργού πληθυσμού. Σημαντικά τμήματα των μικρο-παραγωγών μετασχηματίστηκαν μεσοπρόθεσμα σε αυξανόμενα τμήματα της μικροαστικής τάξης των διανοουμένων και όχι σε προλετάριους μακροπρόθεσμα.
Στην Ιταλία η πλειοψηφία των αγροτών που εξήλθαν μαζικά από την ύπαιθρο έγιναν εργάτες. Πολλοί έγιναν εμποροκαταστηματάρχες, πολλοί –τα παιδιά τους, εννοείται- διανοούμενοι.
Η εξάπλωση του παραγωγικού μηχανισμού σήμανε την αύξηση των στρωμάτων διανοουμέ-νων με πιο γοργό ρυθμό μέχρι να αντιπροσωπεύουν περίπου το 1/10 του ενεργού πληθυσμού. Αυτό το προτσές που είναι παράγωγο του προτσές παραγωγής του κεφαλαίου, οδήγησε σε μια κρίση του σχολείου και της παραδοσιακής οργάνωσης των διανοουμένων. Και η μεταπήδηση από την ύπαιθρο στη βιομηχανία, με την ταχύτητα που συντελέστηκε στην Ιταλία, προκάλεσε μα κρίση που εκδηλώθηκε, όμως, μόνο με μια αύξηση του εργατικού αυθορμητισμού στη δε-καετία του ’60.
Αντίθετα απ’ ότι σε άλλες περιόδους και σ’ άλλες χώρες, αυτό το απότομο πέρασμα δεν προ-κάλεσε μορφές τρομοκρατικής πάλης στο προλεταριάτο. Σ’ αυτό συνέβαλαν πολλοί παράγο-ντες που απαιτούν μακροσκελή παράθεση. Παραμένει γεγονός ότι αυτό το αποτέλεσμα περι-κλείει ένα μεγάλο πλεονέκτημα για την ανάπτυξη του λενινιστικού κόμματος στην εργατική τάξη, πλεονέκτημα που οπωσδήποτε δεν πρέπει να κατασπαταληθεί αλλά να υπερασπιστεί.
Αναμφίβολα, με το πέρασμα από την ύπαιθρο στη βιομηχανία, από το σχηματισμού του νέου προλεταριάτου και από τους αυθόρμητος διεκδικητικούς εργατικούς αγώνες ευνοήθηκε ο ο-πορτουνισμός που διεύρυνε την επιρροή του στο προλεταριάτο. Με δεδομένο το διεκδικητικό και όχι τον επαναστατικό χαρακτήρα των εργατικών αγώνων που προκλήθηκαν από τη βιομη-χανική ανάπτυξη δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Οπωσδήποτε παρουσιάστηκε η δυνατό-τητα να αναπτυχθεί το λενινιστικό κόμμα στην εργατική τάξη και η ευκαιρία να ξεπεραστεί η ιστορική καθυστέρηση της αργής διαπαιδαγώγησης της οργάνωσης του προλεταριάτου, κα-θυστέρηση που πληρώθηκε σκληρά από όποιον της αφιερώθηκε σοβαρά και όχι στα λόγια.
Το ίδιο το παγκόσμιο προτσές της καπιταλιστικής ανάπτυξης που στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 επέτρεψε στις μητροπόλεις μια αύξηση του παρασιτισμού και των στρωμάτων διανο-ουμένων αποτέλεσε τη βάση της πάλης για το σχηματισμό νέων κρατών από μέρους των α-νερχόμενων καπιταλισμών και της σύγκρουσης μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλισμών για το μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς και των σφαιρών επιρροής. Από τον τελευταία παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο η παραγωγή του κεφαλαίου αυξήθηκε τουλάχιστον κατά 3 φορές και αυτή της βιομηχανίας κατά 4 φορές. Αυτό το παγκόσμιο δομικό προτσές καθόρισε ευρείες συνέπειες στα εποικοδομήματα, στα πολιτικά κινήματα, στις ιδεολογίες. Μερικές απ’ αυτές τις επιπτώσεις δεν μπορούν να αναλυθούν χωρίς να συνδεθούν με το συνολικό προτσές. Η πάλη των νέων καπιταλισμών για το σχηματισμό νέων κρατών προκάλεσε τη μαζική χρησιμοποίηση του ανταρτοπόλεμου και της τρομοκρατίας ενάντια σε μερικούς ιμπεριαλισμούς. Η σύγκρουση μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλισμών υπεισήλθε στην πάλη ανεξαρτησίας των νέων καπιταλισμών. Σ’ αυτή τη σύγκρουση διάφορες μητροπόλεις χρησιμοποίησαν τις αυξανόμενες μάζες των διανοουμένων σε πολιτικές και ιδεολογικές καμπάνιες ενάντια στις ανταγωνιστικές μητροπόλεις. Αυτό συνέβη ειδικά στην Ιαπωνία, στη Γαλλία και στην Ιταλία. Μια κορυφαία στιγμή ήταν ο πόλεμος του Βιετνάμ, όταν η επέμβαση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σήμανε ταυτόχρονα την προοδευτική του εξασθένιση και τη δυνατότητα ανάκαμψης των άλλων ιμπεριαλισμών.
Και στην Ιταλία οι αντάρτικες και τρομοκρατικές ιδεολογίες των κινημάτων ανεξαρτησίας εκλαϊκεύτηκαν πλατιά από τον μηχανισμό διαμόρφωσης της μεγάλης αστικής τάξης με στόχο τον ιδεολογικό σχηματισμό νέων στελεχών, προετοιμασμένων για την αντιμετώπιση των α-νταγωνιστικών ιμπεριαλισμών.
Η ΕΝΙ και η FIAT, η ιδιωτική και κρατική βιομηχανία εγκαταστάσεων, έχουν χιλιάδες στελέχη που δρουν στον Τρίτο Κόσμο και σχηματίστηκαν με τις μονοσήμαντες πολιτικο-μορφωτικές αντιιμπεριαλιστικές καμπάνιες και διαποτίστηκαν με τα αντάρτικα και τρομοκρατικά κείμενα του Τρίτου Κόσμου για να γίνουν καλοί μάνατζερ του… «Δεύτερου Κόσμου». Απ’ αυτή τη διανοουμενίστικη κληρουχία που δεν ήθελε «ένα άλλα χίλια Βιετνάμ» όλα τα κόμματα στρατολόγησαν νέους αξιωματούχους, με επικεφαλής του καθολικούς, ενώ στο PCI (και σ’ αυτή την περίπτωση) πήγαν οι λιγότερο προετοιμασμένοι. Από τους κόλπους της καθολικής εκκλησίας εμφανίστηκαν υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι μπλεγμένοι στη διαμάχη Παλαιστινίων και Ισραηλινών τρομοκρατών, πιάστηκαν να μεταφέρουν βόμβες, δικάστηκαν και ανταλλάχθηκαν.
Δεν πρέπει να εξαπατηθούμε από τα φαινόμενα, θεωρώντας ότι το PCI υπήρξε ο μεγαλύτερος αποδέκτης της διανοουμενίστικης καμπάνιας. Η αναγκαιότητα να προσαρμοστεί το κράτος στην ιμπεριαλιστική ωριμότητα της οικονομίας οδήγησε στην Ιταλία μερικές ιδιωτικές και κρατικές μερίδες να υποστηρίξουν την τάση προς την πολιτική μορφή του δικομματισμού. Το PCI, από περιορισμένο σταλινικό και φιλοσοβιετικό κόμμα, πλεονέκτησε από μια τέτοια υπο-στήριξη και αύξησε κατά 1/3 την εκλογική του δύναμη. Γι’ αυτό το λόγο βρέθηκε να συγκε-ντρώνει μέρος της συναίνεσης της αυξανόμενης μάζας των διανοουμένων οι οποίοι λόγω του προσανατολισμού που είχαν, εκτός από αντιαμερικάνοι ήταν και αντιρώσοι και οι οποίοι δεν θα πήγαιναν αυθόρμητα στο χώρο του PCI αν τα μεγάλα γκρουπ δεν εξαπέλυαν μια εκτεταμένη αντι-χριστιανοδημοκρατική και «ευρωκομμουνιστική» καμπάνια.
Με την κρίση της αναδιάρθρωσης και από το γεγονός ότι οι αστικές μερίδες ενέκριναν τη χριστιανοδημοκρατία ως πρώτο κόμμα μέρος των διανοουμένων ξέφυγε λόγω γης διανοουμε-νίστικης ανεργίας από τη δημαγωγία του PCI και χρησιμοποιήθηκε ως όπλο φθοράς, ώστε να το υποχρεώσουν να στηρίξει με οποιοδήποτε κόστος τη χριστιανοδημοκρατική κυβέρνηση, που ήταν επιφορτισμένη με την πολιτική κατά των προλεταρίων και των μισθωτών. Αυτή η ενέργεια, με τα άμεσα αποτελέσματά της, τροφοδότησε και τα τρομοκρατικά ρεύματα των διανοουμένων, δηλαδή εκείνες τις ομάδες που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του ’60, αλλά δεν βρήκαν θέση στην ομαλοποίηση της δεκαετίας του ’70, όταν η ιταλική μητρόπολη ξαναπλη-σίασε τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και, κατά συνέπεια, και τα πιο ενάντια προς τις ΕΠΑ ρεύματα, της χριστιανοδημοκρατίας και του PCI, μετρίασαν τις θέσεις τους.
Η διανοουμενίστικη τρομοκρατία στρέφεται σήμερα ενάντια στους μαθητευόμενους μάγους του ιταλικού ιμπεριαλισμού. Σε μια άλλη συγκυρία η «βιοτεχνική» βία της που θα είναι σε θέση να καταστέλλει μόνο άτομα, αλλά και να καταστέλλεται, θα συμπεριλαμβανόταν στη «βιομηχανική» βία του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που κατορθώνει να καταστέλλει ολόκληρους πληθυσμούς. Οι μύθοι της θα γίνονταν μύθοι των νέων γενιών που είναι έτοιμες να στρατολογηθούν σε εθνικές περιπέτειες. Αλλά για τους μαθητευόμενους μάγους δεν έφτασε ακόμα η στιγμή της «αριστερής επέμβασης».
Οι διανοούμενοι που πέρασαν στην τρομοκρατία δεν το καταλαβαίνουν. Πιστεύουν ότι χτυ-πούν το κράτος των πολυεθνικών του μέλλοντος, ενώ ενδυναμώνουν το ιταλικό κράτος του παρόντος. Όπως πάντα, βρίσκονται από τη φύση τους, ένα γρανάζι πίσω στον τροχό της ιστο-ρίας. Και γι’ αυτό το επαναστατικό προλεταριάτο αντιτίθεται σ’ αυτούς.
Lotta Comunista, φ. 92, 1978
Ο ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η εφημερίδα ‘Corriere della Sera’ σ’ ένα κύριο άρθρο της, της 9ης Απριλίου 1978 που υπο-γράφει ο Alberto Ronchey, ανακαλύπτει ότι ένας από τους πατέρες της τρομοκρατίας είναι ο Λένιν. Το λαμπρό όργανο της αστικής τάξης της Λομβαρδίας δεν βλέπει το χυμώδες γενεαλο-γικό δέντρο της δημοκρατικής τρομοκρατίας που σχεδόν εδώ και δύο αιώνες βλασταίνει, αλλά ψάχνει το αχυράκι στο μάτι του μαρξισμού.
Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: ο μαρξισμός προσπάθησε να εξηγήσει την τρομοκρατία και ποτέ δεν την θεωρητικοποίησε ως ανώτατο όπλο της προλεταριακής πάλης, ενώ η δημοκρατία πάντα τη θεωρητικοποίησε και σχεδόν ποτέ δεν την ανάλυσε.
Δε θάταν δύσκολο να συλλέξουμε από τα κλαδιά του ιταλικού δέντρου της δημοκρατικής τρομοκρατίας ένα καλάθι γεμάτο καρπούς. Γράφει η ‘Corriere della Sera’ ότι για τον Λένιν «η άρνησή του δεν ήταν άρνηση αρχών, για τον απλό λόγο ότι η τρομοκρατία ως μορφή στρατι-ωτικής επιχείρησης μπορούσε να είναι ωφέλιμη και μερικές φορές και ουσιαστική». Προσθέ-τει ότι ο Λένιν «έκρινε την ατομική τρομοκρατία, διαχωρίζοντάς την από τη συλλογική, ως ανεπαρκή και συχνά καταστροφική, γιατί ήταν απομονωμένη από τις μάζες, αλλά όλα αυτά χωρίς την ολική άρνηση που είχε εκφράσει ο Πλεχάνοφ». Μ’ αυτές τις λίγες γραμμές η εφη-μερίδα της αστικής τάξης του Μιλάνου πιστεύει ότι χάρισε στον Λένιν την τρομοκρατία. Η σκέψη, όμως, του Λένιν είναι πολύ πιο βαθιά και θα πρέπει να σκύψουν επάνω της όλοι εκεί-νοι, οπορτουνιστές και τυχάρπαστοι, που μαθητεύουν στους αμπροζιανούς εκδοτικούς οίκους.
Ο Λένιν στον «Αντάρτικο πόλεμο» του 1906, αναλύοντας τις μορφές πάλης χαράζει μια αρχή και δύο κριτήρια.
Η αρχή: «Ο μαρξιστής τοποθετείται στο πεδίο της ταξικής πάλης και όχι σε ‘κείνο της κοινω-νικής ειρήνης. Σε ορισμένες περιόδους της οξυμμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης η ταξική πάλη αναπτύσσεται μέχρι να μετατραπεί σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο. Η κάθε ηθική καταδίκη της είναι τελείως απαράδεκτη για τον μαρξιστή».
Η αρχή αυτή αφορά την ταξική πάλη και όχι τις μορφές της. Ο μαρξιστής γνωρίζει ότι σε ορι-σμένες φάσεις της οξυμμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης η ταξική πάλη αναπτύσσεται μέχρι να μετατραπεί σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο. Γι’ αυτό δεν μπορεί να καταδικάσει τις μορφές που παίρνει η ταξική πάλη χωρίς να καταδικάσει την ίδια την ταξική πάλη, χωρίς να πάψει να είναι μαρξιστής. Ο μαρξιστής δεν καθορίζει τις μορφές της ταξικής πάλης, αλλά την ανάπτυξή της που φτάνει σε σημείο να μετασχηματίσει τις προηγούμενες μορφές. Γιατί η τα-ξική πάλη αναπτύσσεται μέχρις αυτού του σημείου; Γιατί οξύνεται η οικονομική και κοινωνική κρίση, που καθορίζεται από τις αντικειμενικές συνθήκες. Η ηθική καταδίκη των μορφών ταξικής πάλης ισοδυναμεί, σε τελευταία ανάλυση, με ηθική καταδίκη των αιτίων που τις προ-κάλεσαν, δηλαδή των αιτίων της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Η άρνηση της αντικει-μενικής πραγματικότητας είναι απαράδεκτη για τον μαρξιστή.
Δεν είναι επιστήμη αλλά καθαρή ουτοπία.
Πρώτο κριτήριο: «Σε ποιες θεμελιώδεις ανάγκες πρέπει να στηριχτεί κάθε μαρξιστής για να εξετάσει το πρόβλημα των μορφών πάλης; Κυρίως ο μαρξισμός διακρίνεται απ’ όλες τις πρω-τόγονες μορφές σοσιαλισμού γιατί δεν συνδέει το κίνημα με μια οποιαδήποτε καθορισμένη μορφή πάλης. Δέχεται τις πιο διαφορετικές μορφές και δεν «επινοεί», αλλά περιορίζεται να τις γενικεύσει και να τις οργανώσει. Εισάγει τη συνείδηση σ’ αυτές τις μορφές πάλης των ε-παναστατικών τάξεων που γεννιούνται αυθόρμητα στην πορεία του κινήματος. Ανυποχώρητα ενάντιος σε κάθε αφηρημένη μορφή, σε κάθε θεωρητική συνταγή, ο μαρξισμός απαιτεί μια προσεκτική εξέταση της υφιστάμενης μαζικής πάλης, η οποία με την ανάπτυξη του κινήματος, με την ανύψωση της συνείδησης των μαζών, με την όξυνση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, υποκινεί καινούργιες και περίεργες μεθόδους άμυνας και επίθεσης. Δεν παραιτείται, επομένως, από καμιά μορφή πάλης και σε ορισμένη στιγμή δεν περιορίζεται σε καμιά περί-πτωση στις υπάρχουσες και δυνατές, αναγνωρίζοντας ότι μεταβαλλόμενη μια ορισμένη κοι-νωνική συγκυρία, αναπόφευκτα προκύπτουν καινούργιες, ακόμη άγνωστες στους πολιτικούς άνδρες μιας ορισμένης περιόδου».
Το πρώτο κριτήριο, η ανάγκη, που τέθηκε από τον Λένιν είναι ξεκάθαρο. Ο μαρξισμός πρέπει να εξετάζει προσεκτικά τις «μαζικές μορφές πάλης των επαναστατικών τάξεων», μορφές νέες και άγνωστες που ανακύπτουν από την όξυνση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων και από την ανύψωση της συνείδησης των μαζών.
Στη Ρωσία του 1906 δύο ήταν οι επαναστατικές τάξεις, το προλεταριάτο και οι αγρότες. Μια από τις μορφές πάλης της μάζας των αγροτών, με επίδραση στο προλεταριάτο, ήταν ο ανταρ-τοπόλεμος και η τρομοκρατία. Οι μενσεβίκοι, που συνέδεαν το προλεταριάτο με το άρμα της φιλελεύθερης αστικής τάξης, καταδίκαζαν ως μη προλεταριακές αυτές τις μορφές πάλης. Οι μπολσεβίκοι, που η στρατηγική τους επιδίωκε τη συμμαχία με τους αγρότες ενάντια στο τσα-ρικό κράτος και στην αστική τάξη, δεν μπορούσαν, μόνο για λόγους αρχών, να καταδικάσουν τις προκύπτουσες μορφές πάλης εκείνη την περίοδο της οξυμμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Είναι τελείως διαφορετική η θέση από την παραδοχή ή τη μη παραδοχή, λόγω αρχών, της τρομοκρατίας ως μαζική μορφή πάλης των επαναστατικών μαζών. Το ζήτημα αρχών ούτε καν τίθεται. Όπως δεν τίθεται η ερώτηση: από άποψη αρχών ο Λένιν είναι υπέρ ή κατά της τρομοκρατίας έτσι αφηρημένα, δηλαδή ενάντιος σε μια μορφή πάλης έτσι αφηρημένα; Έτσι όπως δεν υπάρχει η ελευθερία ή η δικτατορία αφηρημένα, δεν υπάρχει αφηρημένα ούτε η τρομοκρατία. Υπάρχουν μορφές μαζικής πάλης στην κοινωνική και πολιτική πρακτική μιας ορισμένης φάσης της πάλης των τάξεων και της δυναμικής σχέσης μεταξύ των τάξεων. Ως τέτοιες πρέπει να μελετηθούν και να εκτιμηθούν σε σχέση με την επαναστατική στρατηγική του μαρξισμού.
Δεύτερο κριτήριο: «Κατά δεύτερο λόγο, ο μαρξισμός απαιτεί κατηγορηματικά μια ιστορική εξέταση του προβλήματος των μορφών πάλης. Το να τίθεται αυτό το πρόβλημα έξω από τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση σημαίνει αγνωσία του αλφαβήτου του διαλεκτικού υλισμού. Σε διαφορετικές στιγμές της οικονομικής εξέλιξης και ανάλογα με τις διάφορες κοινωνικές, εθνικοπολιτιστικές, πολιτικές συνθήκες κτλ., διαφορετικές είναι και οι μορφές πάλης που τίθενται κατά πρώτο λόγο και που γίνονται θεμελιακές και σε σχέση μ’ αυτές, τροποποιούνται, με τη σειρά τους, και οι δευτερεύουσες και περιθωριακές μορφές πάλης. Το να προ-σπαθήσουμε να δώσουμε μια απάντηση καταφατική ή αρνητική στην απαίτηση να υποδείξουμε την καταλληλότητα ενός ορισμένου μέσου πάλης χωρίς να εξετάσουμε στις λεπτομέρειες τη συγκεκριμένη κατάσταση ενός ορισμένου κινήματος, σε μια δοσμένη φάση ανάπτυξής του, σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τελείως το πεδίο του μαρξισμού».
Και αυτό το δεύτερο κριτήριο, η ανάγκη, που έθεσε ο Λένιν είναι ξεκάθαρο.
Έτσι όπως ο μαρξισμός δεν παραβλέπει καμιά μορφή μαζικής πάλης των επαναστατικών τά-ξεων, το ίδιο ξεκάθαρα ορίζει την καταλληλότητα κάθε μέσου πάλης εξετάζοντας τη συγκε-κριμένη κατάσταση των τάξεων, τη συγκεκριμένη κατάσταση ενός ορισμένου κινήματος στην ορισμένη φάση ανάπτυξής του, τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση. Η εξέταση στις λεπτο-μέρειες της συγκεκριμένης κατάστασης του εργατικού κινήματος σε μια ορισμένη φάση της ανάπτυξής του, ως προς την καταλληλότητα του μέσου πάλης, όπως υπογραμμίζει ο Λένιν. Το κριτήριο που ορίζει την καταλληλότητα είναι εκείνο που εκτιμά το μαζικό χαρακτήρα της μορφής πάλης και όχι τον ατομικό χαρακτήρα ή εκείνον της περιορισμένης ομάδας. Η ανάλυση της ατομικής μορφής πάλης ή της περιορισμένης ομάδας δίνει απαντήσεις στην ανάγκη της γενικής πολιτικής ανάλυσης και όχι στην ανάγκη να κριθεί η καταλληλότητα αυτών των μορφών.
Σήμερα δεν τίθεται ως ζήτημα η αρχή των μορφών της ταξικής πάλης, αλλά η συμπεριφορά, που αντιστοιχεί στα άμεσα και ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου, απέναντι σ’ ένα ο-ρισμένο πολιτικό επεισόδιο. Η σημερινή τρομοκρατία δεν είναι μορφή μαζικής πάλης του προλεταριάτου, δεν είναι μια μορφή μαζικής πάλης της μικροαστικής τάξης, είναι μια μορφή πάλης μιας περιορισμένης ομάδας διανοουμένων.
Η ‘Corriere della Sera’ όταν ταυτίζει το λενινισμό σήμερα με τη μη άρνηση της αρχής της τρομοκρατίας βάζει ως στόχο να καταπολεμήσει όχι την τρομοκρατία αλλά το λενινισμό. Βάζει ως στόχο να αποτρέψει το προλεταριάτο από την ανακάλυψη του μοναδικού δρόμου της οργανωτικής, θεωρητικής και πολιτικής χειραφέτησης. Γι’ αυτό προσπαθεί, αδέξια είναι αλή-θεια, να ταυτίσει το λενινισμό με την τρομοκρατία για να απομακρύνει το προλεταριάτο από το λενινισμό.
…Το ρεύμα μας διαθέτει μια δεκαετή και επιβεβαιωμένη κριτική ανάλυση της μικροαστικής τρομοκρατίας.
Lotta Comunista, φ. 92, 1978
Ο ΜΑΡΞ ΚΑΙ Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η μικροαστική τρομοκρατία των διανοουμένων εκδηλώνεται σε μια ειδική στιγμή εξασθένι-σης του προλεταριάτου στη δυναμική του σχέση με το κεφάλαιο.
Σε μια στιγμή που δέχεται χτυπήματα στις συνθήκες ερ
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Κομμουνιστική Επαναθεμελίωση" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

